| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49706 | ταντρικός | , ή, ό τα-ντρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που έχει σχέση με τον ταντρισμό ή/και το τάντρα: ~ός: βουδισμός. ~ή: διδασκαλία/θρησκεία/παράδοση/φιλοσοφία. [< αγγλ. tantric, 1905, γαλλ. tantrique] | |
| 49707 | ταντρισμός | τα-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. αρχαία ινδική θρησκεία με συγκεκριμένες τελετουργίες οι οποίες στηρίζονται στα κείμενα Τάντρα. Βλ. ινδουισμός, -ισμός. [< γαλλ. tantrisme, 1904] | |
| 49708 | τανύζω & τανύω | τα-νύ-ζω ρ. (μτβ.) {τάνυ-σε, -σει, τανύζ-εται (λογιότ.) τανύ-εται, -στηκε, -στεί, -σμένος} (αρχαιοπρ.): τεντώνω: ~ το κλαδί/λάστιχο/σχοινί/τόξο. Πβ. τσιτώνω. [< αρχ. τανύω] ΤΑΝΥΖΩ ΤΑΝΥΩ | |
| 49709 | τάνυση | τά-νυ-ση ουσ. (θηλ.) & τάνυσμα (το) (επιστ.): τέντωμα: αντοχή/δύναμη/σύστημα/τροχαλία ~ης. Μέτρηση της αντίστασης υλικού στην ~. Ίνες υπό ~. [< αρχ. τάνυσις] | |
| 49710 | τανυστής | τα-νυ-στής ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. -ΦΥΣ. γενικευμένο διάνυσμα με περισσότερες συνιστώσες από όσες τα απλά διανύσματα: μετρικός/(αντι)συμμετρικός ~. ~ αδράνειας/ενέργειας/ηλεκτρομαγνητικού πεδίου/καμπυλότητας/παραμόρφωσης/πίεσης/τάσης. [< γαλλ. tenseur, 1900] | |
| 49711 | τανυστικός | , ή, ό τα-νυ-στι-κός επίθ.: ΜΑΘ. -ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον τανυστή: ~ός: λογισμός. ~ή: ανάλυση/εξίσωση. ~ό: γινόμενο/δυναμικό/μέγεθος/πεδίο. [< γαλλ. tensoriel] | |
| 49712 | τανύω | βλ. τανύζω | |
| 49713 | τάξη | τά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. τήρηση κανόνων, οργάνωση, μεθοδικότητα· κατ' επέκτ. εύρυθμη λειτουργία, κοινωνική ομαλότητα, νομιμότητα: ~ και καθαριότητα/νοικοκυροσύνη. Επιτέλους, έβαλε/μπήκε ~ εδώ μέσα! Στο σπίτι τους βασίλευε/επικρατούσε η απόλυτη ~. ΑΝΤ. ακαταστασία, αταξία.|| Έχει ~ στη δουλειά της (= είναι τακτική). Πβ. οργανωτικ-, συστηματικ-ότητα.|| Η κοινοβουλευτική ~ (: οι κανονισμοί που καθορίζουν τη λειτουργία της Βουλής). Η φυσική ~ των πραγμάτων. (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμική ~ και χάος.|| Αποκατάσταση/διασάλευση/διατήρηση/επαναφορά της ~ης. Μονάδες Αποκατάστασης ~ης (ακρ. ΜΑΤ). Διαφυλάσσω/επιβάλλω την ~. Πβ. ευταξία. ΑΝΤ. αναρχία. 2. υποδιαίρεση του κύκλου σπουδών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σχολικό έτος· συνεκδ. οι μαθητές ή/και ο διδάσκων, η αίθουσα διδασκαλίας: προπαρασκευαστική ~. Το αναλυτικό πρόγραμμα/τα βιβλία/τα μαθήματα/η ύλη κάθε ~ης. ~εις ένταξης/μικτής ικανότητας/υποδοχής (για αλλοδαπούς μαθητές). Επαναλαμβάνω/περνώ/χάνω την ~ (= δεν προβιβάζομαι). Πηγαίνει στην έκτη ~ του Δημοτικού/στην τρίτη ~ του Γυμνασίου/Λυκείου. Eίναι/πάνε στην ίδια ~ (= είναι συμμαθητές).|| (ειδικότ., στη φροντιστηριακή εκπαίδευση:) ~εις ενηλίκων (= τμήματα). Θα βγάλει/κάνει την ~ το καλοκαίρι.|| Οι μικρές/μεγάλες ~εις (: αναφορικά με την ηλικία των μαθητών). Αξιολόγηση/διαχείριση της ~ης. Επίσκεψη της ~ης στο μουσείο. Είναι πρώτος στην ~ (του).|| Η έδρα/τα θρανία/ο πίνακας της ~ης. Απουσιάζω από την ~.|| Εικονική-δυνητική ~ (= τηλε~). 3. θέση σε ιεραρχία: λογιστής/μηχανικός Α'/Β'/Γ' ~εως. Βλ. βαθμίδα, βαθμός. 4. κατηγορία σε σύστημα ταξινόμησης: η Τάξις των Θετικών Επιστημών/των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών/των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (: της Ακαδημίας Αθηνών).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~εις λαμπρότητας αστέρων.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) Η ~ των κολεόπτερων. Βλ. (συν)ομοταξία, υπερ~, υπο~.|| (ΜΑΘ.) Διαφορικές εξισώσεις πρώτης/ανώτερης ~ης.|| (ΧΗΜ.) Οργανική ένωση που ανήκει στην ~ των μονοσακχαριτών.|| (γενικότ.) Παρουσίαση εργογραφίας κατά χρονολογική ~ (= σειρά). 5. {συνήθ. στον πληθ.} οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά: διαφωνίες στις ~εις (= στους κόλπους/κύκλους) των εκπαιδευτικών/εργαζομένων σχετικά με ...|| (ειρων.) Η ευγενής/συμπαθής ~ των ... Πβ. σινάφι.|| Οι ~εις των προοδευτικών/συντηρητικών. Πβ. παράταξη.|| Οι ~εις της Ελληνικής Αστυνομίας.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρετεί στις ~εις των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις (= τα τάγματα) των Αγγέλων. 6. {στη γεν.} επίπεδο, είδος: προβλήματα διαφορετικής ~ης. Άλλης ~εως θέμα είναι το ... Πβ. κλάση2. 7. διάταξη, σχηματισμός: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή ~. Βλ. παράταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικής τάξης/τάξεως: που σχετίζεται με την ηθική: ζητήματα/θέματα/προβλήματα ~ ~. Για λόγους ~ ~. [< γαλλ. d'ordre moral] , ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη & η-τάξη: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οργάνωσης και διαχείρισης εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο που επιτρέπει τη συνεχή αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου. Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -εκπαίδευση, -μάθηση, -τάξη. [< αγγλ. e-class] , κοινωνική τάξη & τάξη: καθεμία από τις ομάδες που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση το οικονομικό ή μορφωτικό επίπεδο των μελών τους, τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ή/και το επάγγελμα: ανώτερη/μεσαία/κατώτερη ~ ~.|| Η αγροτική/άρχουσα/αστική/εργατική (= ο εργαζόμενος λαός)/κυβερνώσα/κυρίαρχη/λαϊκή ~. Η ~ των μικρομεσαίων. Οι ασθενέστερες (οικονομικά)/εύπορες/παραγωγικές/υψηλές/χαμηλές (εισοδηματικά) ~εις. Σύγκρουση των ~εων. ΣΥΝ. στρώμα (3), νέα τάξη (πραγμάτων): διαμόρφωση νέας κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά από σημαντικές μεταβολές στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα· γενικότ. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας: Δημιουργείται μια ~ ~.|| ~ ~ στην πολιτική. Πβ. νέα εποχή., πάλη των τάξεων & ταξική πάλη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, κυρ. ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης της ιστορίας., έννομη τάξη βλ. έννομος, η καθεστηκυία τάξη βλ. καθεστηκυία, όργανο της τάξης/τάξεως βλ. όργανο, τάξη μεγέθους βλ. μέγεθος ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη (επίσ.): του επισημαίνω ότι έχει υπερβεί τα όρια, τον υποχρεώνω να πειθαρχήσει. [< γαλλ. rappeler à l' ordre] , βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη & βάζω/μπαίνει τάξη σε κάτι: τακτοποιώ/διευθετείται: Βάζω σε τάξη τις ιδέες/τις σημειώσεις/τις σκέψεις μου. Βάλε τάξη στο δωμάτιο/στη ζωή σου. Το αρχείο μπήκε σε τάξη., πρώτος/δεύτερος τη τάξει (επίσ.): που βρίσκεται στα ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια, κατέχοντας την πρώτη/δεύτερη θέση: πρώτος ~ ~ αξιωματούχος/πολίτης του κράτους (= ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)/υπουργός (πβ. πρωτοκλασάτος)., της τάξεως/τάξης (+ γεν.): του ύψους, του επιπέδου: άνοδος/απώλειες/αύξηση/έλλειμμα/κέρδη/πλεόνασμα ~ ~ του ... %. Ποσό ~ ~ των δύο χιλιάδων ευρώ., διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης βλ. διασάλευση, ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω, μένω στην ίδια τάξη βλ. μένω, πρώτης τάξεως/τάξης βλ. πρώτος [< αρχ. τάξις ‘διάταξη ή γραμμή μάχης, παραγγελία, ρόλος, θέση, κοινωνική τάξη’, γαλλ. ordre, classe] | |
| 49714 | ταξί | τα-ξί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοκίνητο με ταξίμετρο για μεταφορά επιβατών, συνήθ. μέσα στην πόλη: αστικό/παράνομο/πειρατικό ~. Ελεύθερο ~. Κίτρινο/κόκκινο/λευκό/μαύρο ~ (: ανάλογα με την περιοχή ή τη χώρα). Άδεια/ιδιοκτήτης/οδηγός (βλ. ταξιτζής) ~. Η σημαία/το τιμολόγιο του ~ (βλ. ταρίφα). Κάλεσα/πήρα/φώναξα (ένα) ~. Βλ. αγοραίο, ραδιο~. ● Υποκ.: ταξάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο ταξί & ταξί θαλάσσης: ταχύπλοο που μεταφέρει επιβάτες στις απομακρυσμένες παραλίες ενός νησιού ή σε κοντινά νησιά. [< αγγλ. water taxi, 1921] , πιάτσα ταξί βλ. πιάτσα [< γαλλ. taxi(mètre), 1907, αγγλ. taxi(meter), 1907] | |
| 49715 | ταξιανθία | τα-ξι-αν-θί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο τρόπος με τον οποίο φύονται τα άνθη στον βλαστό φυτού, η διάταξή τους: απλές/κωνικές/σύνθετες ~ες. ~ στάχυος. ΣΥΝ. ανθοταξία, ίουλος (1) [πβ. γαλλ. inflorescence] | |
| 49716 | ταξιάρχης1 | τα-ξι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) {ταξιαρχών}: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, των επικεφαλής των αγγελικών ταγμάτων. [< μεσν. ταξιάρχης] | |
| 49717 | ταξιάρχης2 | τα-ξι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) (με κεφαλ. Τ): ο τρίτος βαθμός των Ταγμάτων Αριστείας· ειδικότ. το παράσημο ή/και το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται ως αναγνώριση της προσφοράς του στη δημόσια ζωή: τα διάσημα του ~η.|| Ανώτερος ~ του Τάγματος του Φοίνικα (: o δεύτερος βαθμός). [< αρχ. ταξιάρχης ‘διοικητής’] | |
| 49718 | ταξιαρχία | τα-ξι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Τ): ΣΤΡΑΤ. σύνολο μονάδων διαφόρων Όπλων και σωμάτων, που διοικούνται από ταξίαρχο: αερομεταφερόμενη/μηχανοκίνητη/μηχανοποιημένη/τεθωρακισμένη ~. ~ αεροπορίας/αλεξιπτωτιστών-καταδρομών/πεζικού/πεζοναυτών/υποστήριξης. Βλ. -αρχία, μεραρχία, σύνταγμα. [< αρχ. ταξιαρχία ‘το αξίωμα του ταξίαρχου’] | |
| 49719 | ταξίαρχος | τα-ξί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ταξίαρχου (λόγ.) ταξιάρχου}: ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός, διοικητής ταξιαρχίας: ~ εν αποστρατεία. ~ της Ελληνικής Αστυνομίας (βλ. υποστράτηγος)/της Πολεμικής Αεροπορίας (βλ. σμήν-, υποπτέρ-αρχος)/του Στρατού Ξηράς (βλ. συνταγματάρχης). Βλ. -αρχος. [< αρχ. ταξίαρχος ‘διοικητής στρατιωτικού σώματος’] | |
| 49720 | ταξιδεμένος | , η, ο τα-ξι-δε-μέ-νος επίθ. (λογοτ.) 1. πολυταξιδεμένος. ΑΝΤ. αταξίδευτος 2. (σπάν.-μτφ.) αφηρημένος: ~ο: βλέμμα. Πβ. ταξιδιάρης. | |
| 49721 | ταξιδευτής | τα-ξι-δευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ταξιδεύτρια κ. ταξιδεύτρα} (λογοτ.): αυτός που ταξιδεύει πολύ και συχνά: μοναχικός ~. Έμπορος-~. ~ και θαλασσοπόρος. Πλανόδιοι πραματευτές, ~ές.|| (μτφ.) Ακούραστος ~ στον κόσμο των ιδεών. Πβ. ταξιδιώτης. | |
| 49722 | ταξιδεύω | τα-ξι-δεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ταξίδ-εψα, -έψει, -εμένος, ταξιδεύ-οντας} 1. μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλο, συνήθ. μακρινό, κάνω ταξίδι: ~ για αναψυχή/επαγγελματικούς λόγους. ~ με αεροπλάνο (= αεροπορικώς)/αυτοκίνητο (= οδικώς)/πλοίο (= διά θαλάσσης)/τρένο. ~ β' θέση. ~ουν παρέα (πβ. συν~). Έχει ~έψει στο εξωτερικό/σε όλο τον κόσμο.|| Η αποστολή ~εψε στο Διάστημα.|| (για μεταφορικό μέσο, εκτελώ δρομολόγιο:) Το πλοίο ~εψε με οκτώ μποφόρ.|| (για μέλος πληρώματος:) Είναι στα καράβια, ~ει.|| (διανύω απόσταση:) Το φως ~ει (= διαδίδεται) με ταχύτητα ...|| (μτφ.) Τα νέα ~ουν γρήγορα (= κυκλοφορούν, μεταδίδονται). Η είδηση ~εψε πέρα από τα σύνορα. ~ με ένα βιβλίο/νοερά (βλ. ονειροπολώ). 2. μεταφέρω κάποιον ή κάτι σε άλλο μέρος, αλλού: Το καράβι μάς ~εψε στα νησιά.|| (μτφ.) Η μουσική ~εψε (: μάγεψε, συνεπήρε) το κοινό. ● ΦΡ.: τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω [< μεσν. ταξιδεύω] | |
| 49723 | ταξίδι | τα-ξί-δι ουσ. (ουδ.) {ταξιδ-ιού (λόγ.) -ίου}: μετάβαση σε μακρινό συνήθ. τόπο με χρήση μέσου μεταφοράς και παραμονή εκεί για ορισμένο διάστημα: αεροπορικό/θαλάσσιο/οδικό/σιδηροδρομικό ~. Γαμήλιο/εκπαιδευτικό/επαγγελματικό/ομαδικό (: με γκρουπ)/οργανωμένο/υπηρεσιακό ~. Άνετο/αξέχαστο/κοντινό/κουραστικό/μακρύ/ονειρεμένο ~. ~ αναψυχής (πβ. τριπ)/γνωριμίας (με έναν τόπο)/μελέτης. ~ στο εξωτερικό/στα νησιά (βλ. τουρισμός). ~ με αυτοκίνητο/μετ' επιστροφής. ~-αστραπή (= σύντομο). Το ~ του γυρισμού. Διάρκεια/πρόγραμμα ~ιού. Έξοδα ~ιού και διαμονής. Είδη/σετ/τσάντα ~ίου. Ετοιμασίες για το ~. Γραφείο/πρακτορείο ~ίων. Αναμνηστικά από ~ια (βλ. σουβενίρ). Έφυγε για ~. Έχει πάει/λείπει σε ~. Επέστρεψε από ~. Κάνει πολλά ~ια (= ταξιδεύει πολύ).|| (ευχετ.) Καλό ~!|| ~ στο Διάστημα (πβ. αποστολή).|| Το παρθενικό ~ του πλοίου.|| (μτφ.) Εικονικό/μουσικό/φανταστικό ~. ~ στις γεύσεις/στο όνειρο/στο παρελθόν/στον χρόνο (βλ. βουτιά). ~ια του μυαλού. Το ~ του Ήλιου. Πβ. περιπλάνηση. ● Υποκ.: ταξιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι (μτφ.-λογοτ.): ο θάνατος: Έφυγε/ξεκίνησε για ~ ~ (πβ. η γειτονιά των αγγέλων)., ταξίδια κινήτρων βλ. κίνητρο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, το ταξίδι του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.): επιλογή που οδηγεί σε αδιέξοδο, προσπάθεια με μικρές πιθανότητες επιτυχίας· ειδικότ. ο θάνατος: Τα ναρκωτικά είναι ένα (εφιαλτικό) ~ ~., ταξίδι ψυχής βλ. ψυχή [< μεσν. ταξίδι < μτγν. ταξείδιον ‘εκστρατεία στο εξωτερικό’, ταξίδιον ‘ταξίδι στο εξωτερικό’] | |
| 49724 | ταξιδιάρης | , α, ικο τα-ξι-διά-ρης επίθ. & ταξιδιάρικος 1. που του αρέσουν τα ταξίδια ή ταξιδεύει συχνά: (λογοτ.) ~ικα: πουλιά (= αποδημητικά).|| (μτφ.) ~ικη: φαντασία. 2. (μτφ.) που κάνει το μυαλό, τη φαντασία να ταξιδεύει: ~ικη: διάθεση/μελωδία. ~ικο: τραγούδι. 3. (μτφ.) περαστικός, πρόσκαιρος, εφήμερος: ~ικο: όνειρο. Βλ. -ιάρης. [< 1: μεσν. ταξιδιάρης] | |
| 49725 | ταξιδιώτης | τα-ξι-διώ-της ουσ. (αρσ.) , ταξιδιώτισσα (η) (λόγ.): άτομο που ταξιδεύει και ειδικότ. επιβάτης σε μέσο μεταφοράς που διανύει μακρινές αποστάσεις: μοναχικός/περιπλανώμενος ~. Βλ. τουρίστας.|| Το λιμάνι ήταν γεμάτο ~ες.|| (μτφ.) ~ στον χρόνο. Πβ. ταξιδευτής. Βλ. συν~. [< γαλλ. voyageur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ