| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49726 | ταξιδιωτικός | , ή, ό τα-ξι-διω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που απευθύνεται στον ταξιδιώτη ή σχετίζεται με τα ταξίδια: ~ός: κατάλογος/οδηγός & οδηγός για ταξίδια/ταξιδιών (: έντυπο με πληροφορίες για διάφορους τόπους)/οργανισμός/σάκος/σύμβουλος. ~ή: απαγόρευση/ασφάλεια (ή ασφάλιση)/βοήθεια/κάρτα/τσάντα (πβ. σακ βουαγιάζ). ~ό: πακέτο (: προσφορά που περιλαμβάνει εισιτήρια, διαμονή και διατροφή)/συνάλλαγμα/φυλλάδιο.~οί: περιορισμοί. ~ές: αναμνήσεις/αποσκευές/εικόνες/εμπειρίες/εντυπώσεις/προτάσεις/συμβουλές/υπηρεσίες. ~ά: έγγραφα (: διαβατήριο, ταυτότητα). Ανακλήθηκε ο ~ περιορισμός.|| ~ός: συγγραφέας. ~ή: λογοτεχνία. ~ό: μυθιστόρημα/ρεπορτάζ. ~ά: ημερολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: ταξιδιωτική οδηγία: εγκύκλιος κυβέρνησης, κράτους ή άλλου επίσημου φορέα με συστάσεις για όσους πρόκειται να ταξιδέψουν σε συγκεκριμένο προορισμό: άτυπη/αυστηρή ~ ~. Το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ~ ~., ταξιδιωτική επιταγή βλ. επιταγή, ταξιδιωτικό γραφείο βλ. γραφείο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας βλ. πράκτορας, τουριστική βιομηχανία βλ. βιομηχανία | |
| 49727 | ταξιθέτης, ταξιθέτρια | τα-ξι-θέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος σε θέατρο, κινηματογράφο ή συναυλιακό χώρο που οδηγεί τους θεατές στις θέσεις τους. [< γερμ. Platzanweiser] | |
| 49728 | ταξιθέτηση | τα-ξι-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) ταξινόμηση βιβλίων ή σπανιότ. εγγράφων με ειδικά κριτήρια και τοποθέτησή τους σε ορισμένη θέση: θεματική ~ (πβ. κατάταξη). ~ των περιοδικών στα ράφια. ~ κατά αλφαβητική σειρά. Σύστημα ~ης (βιβλιοθήκης). Βλ. καταλογογράφηση.|| ~ αρχείων (= αρχειοθέτηση)/υλικού. Βλ. οργάνωση. 2. (σπάν.) τακτοποίηση των καλεσμένων μιας δεξίωσης στις θέσεις τους: ~ προσκεκλημένων. [< 1: γαλλ. classification] | |
| 49729 | ταξιθετώ | [ταξιθετῶ] τα-ξι-θε-τώ ρ. (μτβ.) {ταξιθετ-είς ..., -ώντας | ταξιθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (επιστ.): κάνω ταξιθέτηση, οργανώνω υλικό βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων: ~ βιβλία/περιοδικά. Τα έγγραφα ~ήθηκαν χρονολογικά. Βλ. καταλογογραφώ.|| ~ πληροφορίες. Βλ. -θετώ. ΣΥΝ. ταξινομώ [< γαλλ. classifier] | |
| 49730 | ταξικός | , ή, ό τα-ξι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διάκριση σε κοινωνικές τάξεις: ~ός: ανταγωνισμός/διαχωρισμός/πόλεμος/πόλος/προσανατολισμός/συμβιβασμός/συνδικαλισμός. ~ή: αναδιάρθρωση/δομή/δράση/ιεραρχία/κοινωνία/οργάνωση. ~ό: ζήτημα/κίνημα/μέτωπο/μοντέλο/ρεύμα/συμφέρον/σωματείο. ~οί: αγώνες. ~ές: διακρίσεις. Βλ. δια~, πολυ~. ΑΝΤ. αταξικός (1) ● επίρρ.: ταξικά ● ΣΥΜΠΛ.: ταξική συνείδηση: συνειδητοποίηση από τα μέλη μιας κοινωνικής τάξης του ρόλου και των συμφερόντων τους: αναπτυγμένη ~ ~. H (πολιτική και) ~ ~ των εργαζομένων., πάλη των τάξεων βλ. τάξη | |
| 49731 | ταξίμετρο | τα-ξί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ειδική συσκευή σε ταξί που αναγράφει το κόμιστρο της διαδρομής και μετρά αυτόματα το ποσό που πρέπει να πληρώσει ο πελάτης: ηλεκτρονικό ~. Αυτοκίνητο χωρίς ~ (= αγοραίο). Ο οδηγός μηδένισε το ~. Βλ. -μετρο, ταρίφα. [< γαλλ. taximètre, 1905, αγγλ. taximeter] | |
| 49732 | ταξίμι | τα-ξί-μι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη λαϊκή μουσική) δεξιοτεχνικός αυτοσχεδιασμός σε θέμα τραγουδιού, συνήθ. από ένα όργανο: ανατολίτικο/αργό/εισαγωγικό/ελεύθερο/μινόρε ~. ~ με μπουζούκι/ούτι. Σόλο ~. Κάνω (ένα) ~. Πβ. μακάμ. ● Υποκ.: ταξιμάκι (το) [< τουρκ. taksim] | |
| 49733 | τάξιμο | τά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {ταξίμ-ατα} 1. διαβεβαίωση, υπόσχεση: (αρνητ. συνυποδ.) ~ατα και ρουσφέτια. 2. τάμα: Έκανε ~ στην Παναγία. 3. αφιέρωση, αφοσίωση: ~ στην ποίηση. [< μεσν. τάξιμον] | |
| 49734 | ταξινομημένος | , η, ο τα-ξι-νο-μη-μέ-νος επίθ.: οργανωμένος με συγκεκριμένα κριτήρια, συστηματοποιημένος: ~ο: αρχείο/υλικό. ~α: έγγραφα (: αρχειοθετημένα). Κατάλογος ~ αλφαβητικά. Πίνακας ~ κατ' αύξουσα σειρά. Γλωσσάρι ~ο σε θεματικές ενότητες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: ακολουθία/λίστα (εγγραφών). ΑΝΤ. ακατάτακτος (1), αταξινόμητος (1) [< αγγλ. classified] | |
| 49735 | ταξινόμηση | τα-ξι-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): κατάταξη αντικειμένων ή εννοιών σε τάξεις, κατηγορίες: αλφαβητική/αριθμητική ή αύξουσα/γενική/ειδολογική/ημερολογιακή/θεματική/συστηματική/τυχαία ~. ~ αποτελεσμάτων/αρχείων (= αρχειοθέτηση)/δεδομένων/προϊόντων. ~ βιβλιογραφικών αναφορών κατά έτος/συγγραφέα. Κριτήρια/πρότυπα/σειρά/σύστημα ~ης. ~ήσεις νέων αυτοκινήτων. Κάνω ~. Πβ. κατηγοριοποίηση, ταξινομία, τυπολογία. Βλ. κωδικοποίηση.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) ~ ζώων/φυτών. Βλ. (συν)ομοταξία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος ~ης. [< γαλλ.-αγγλ. classification] | |
| 49736 | ταξινομητής | τα-ξι-νο-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή διαχωρισμού: ~ αντιγράφων. Χρήση ~ών στην ανακύκλωση χαρτιού.|| ~ ελιών/καρπών/φρούτων (: ανάλογα με το μέγεθος ή την ποιότητά τους). Πβ. διαλογέας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μοντέλο που αντιστοιχίζει δεδομένα σε προδιαγεγραμμένες κατηγορίες (κλάσεις): απλοί/(μη) γραμμικοί/στατιστικοί ~ές. ~ κειμένων. Βλ. νευρωνικά δίκτυα. 3. (σπάν.) ταξινόμος. [< αγγλ. sorter, classifier] | |
| 49737 | ταξινομία | τα-ξι-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ταξινόμηση. 2. ΓΛΩΣΣ. (στον αμερικανικό δομισμό) κατηγορία της γλωσσικής ανάλυσης. Βλ. -νομία. [< γαλλ. taxinomie, αγγλ. taxinomy, taxonomy] | |
| 49738 | ταξινομικός | , ή, ό τα-ξι-νο-μι-κός επίθ. (επιστ.) & ταξινομητικός: που αναφέρεται στην ταξινόμηση: ~ός: αριθμός/δείκτης/πίνακας. ~ή: ανάλυση/βαθμίδα/κατηγορία/κλίμακα/μονάδα/ομάδα/σειρά/ψήφος. ~ό: κριτήριο/σύμβολο/σύστημα/σχήμα. ~oί: κανόνες. ~ά: δεδομένα/εργαλεία/χαρακτηριστικά. Βλ. λειτουργικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: κατηγορίες (= ταξινομίες). ● επίρρ.: ταξινομικά [< γαλλ. taxinomique, classificateur, classificatoire, αγγλ. taxinomic, taxonomic] | |
| 49739 | ταξινόμος | τα-ξι-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην ταξινόμηση: ~ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.|| (ειδικότ., ταχυδρομικός υπάλληλος με ανάλογα καθήκοντα:) ~ δεμάτων. Βλ. -νόμος. ΣΥΝ. ταξινομητής (3) [< πβ. γαλλ. taxinomiste, αγγλ. taxinomist] | |
| 49740 | ταξινομώ | [ταξινομῶ] τα-ξι-νο-μώ ρ. (μτβ.) {ταξινομ-είς ..., -ώντας | ταξινόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: τακτοποιώ σε συγκεκριμένη σειρά, κατατάσσω σε κατηγορίες με βάση ορισμένα κριτήρια: ~ την αλληλογραφία/το αρχείο/τα γράμματα/τα δεδομένα/τη συλλογή. ~ τα γεγονότα. ~ τα έγγραφα κατά θέματα/χρονολογικά (πβ. αρχειοθετώ). ~ήστε με αλφαβητική σειρά τις λέξεις. Πβ. κατηγοριοποιώ. ΣΥΝ. ταξιθετώ [< γαλλ. classifier, αγγλ. classify] | |
| 49741 | ταξιτζής | τα-ξι-τζής ουσ. (αρσ.) , ταξιτζού (η): ιδιοκτήτης ή κυρ. οδηγός ταξί: επαγγελματίας ~. Πβ. ταρίφας. Βλ. -τζής. | |
| 49742 | ταό | τα-ό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάο (κ. με κεφαλ. Τ): ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. η απόλυτη αρχή όλων των πραγμάτων σύμφωνα με τους ταοϊστές. Βλ. γιν γιανγκ. [< γαλλ. tao] | |
| 49743 | ταοϊσμός | τα-ο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Τ): ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην Κίνα και βασίστηκε στη διδασκαλία του Λάο Τσε (6ος αι. π.Χ.) σχετικά με το ταό. Βλ. βουδ-, κομφουκιαν-ισμός. [< γαλλ. taoisme] | |
| 49744 | ταοϊστής | τα-ο-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): δάσκαλος ή οπαδός του ταοϊσμού. Βλ. βουδ-, κομφουκιαν-ιστής. [< γαλλ. taoïste] | |
| 49745 | ταοϊστικός | , ή, ό τα-ο-ϊ-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον ταοϊσμό ή τους ταοϊστές: ~ός: ναός. ~ή: θρησκεία/παράδοση/σχολή/φιλοσοφία. ~ό: σύμβολο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ