| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49746 | ΤΑΠ | 1. (το) Τέλος Ακίνητης Περιουσίας. 2. & ΤΑΠΑ (το) Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. | |
| 49747 | τάπα1 | τά-πα ουσ. (θηλ.) 1. πώμα, βούλωμα: βιδωτή/λαστιχένια/πλαστική/στεγανοποιητική/στρογγυλή ~. ~ αποστράγγισης/βαλβίδας/δεξαμενής. (σε όχημα:) Η ~ της βενζίνης (ή του καυσίμου/του ρεζερβουάρ)/του λαδιού. Η ~ της μπανιέρας/του νιπτήρα. Αφαίρεση/ξεβίδωμα της ~ας. Η ~ κόλλησε. Χαλαρώνω την ~. ΣΥΝ. καπάκι (1) 2. ΑΘΛ. (προφ.) κίνηση στο μπάσκετ, με την οποία ανακόπτεται το σουτ του αντιπάλου που έχει πορεία προς το καλάθι: εντυπωσιακή ~. Βλ. κόψιμο, μπλοκ. 3. (μειωτ.) πολύ κοντός άνθρωπος. ΣΥΝ. τάπας ● ΦΡ.: τρώω τάπα/ρίχνω σε κάποιον τάπα (προφ.) 1. αποστομώνομαι ή αποστομώνω. 2. (αθλητική αργκό) ταπώνομαι ή ταπώνω., γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα [< 1: τουρκ. tapa 2: αγγλ. tap] | |
| 49748 | τάπα2 | τά-πα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: καθένα από τα καρφιά ποδοσφαιρικού παπουτσιού: πλαστικές ~ες. [< αγγλ. tap] | |
| 49749 | τάπας | τά-πας ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικά της ισπανικής κουζίνας: κρύα ~. Ποικιλία ~. Βλ. αντιπάστο, μεζές, ορντέβρ.|| (σπανιότ. ως επίθ.) ~ μπαρ. [< αγγλ. tapa, 1939, ιταλ. tapas, 1985, γαλλ. ~, 1987 < ισπ. tapa] | |
| 49750 | τάπας | τά-πας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πολύ κοντός άνδρας. Πβ. ζουμπάς, κοντοστούπης, στούμπος. ΣΥΝ. τάπα1 (3) | |
| 49751 | ταπεινός | , ή, ό τα-πει-νός επίθ. 1. που τον διακρίνει σεμνότητα και μετριοφροσύνη: ~οί: πιστοί/προσκυνητές. ~ στην καρδιά/στο φρόνημα. Σε όλη του τη ζωή παρέμεινε ~, παρά τους τίτλους. (εμφατ.) Απλός και ~. Πβ. ταπεινόφρων. ΑΝΤ. αλαζόνας, υπερόπτης, φαντασμένος.|| ~ή: στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ή παράκληση να ... 2. απλός, συνηθισμένος ή/και φτωχός, φτωχικός: ~ός: βοσκός/γέροντας/δάσκαλος/κληρικός/ψαράς. Η ζωή των ~ών (: καθημερινών) ανθρώπων. Βλ. απλοϊκός.|| ~ό: γεύμα (= λιτό)/δώρο/εκκλησάκι/ρούχο. Η αξία των ~ών πραγμάτων.|| Εγώ, με το ~ό (= μικρό) μου μυαλό, δεν καταλαβαίνω γιατί ...|| (ειδικότ., που προέρχεται από κατώτερη κοινωνική τάξη:) Οικογένεια ~ής καταγωγής (ΑΝΤ. αριστοκρατικής, αρχοντικής, ευγενικής). Βλ. παρακατιανός.|| (παλαιότ.) ~ δούλος/υπηρέτης σας (: τυπική έκφρ. κολακείας για δήλωση υποταγής)! 3. (αρνητ. συνυποδ.) τιποτένιος, ποταπός: ~ή: πράξη (: ανήθικη). ~οί: σκοποί (= φτηνοί· ΑΝΤ. ανώτεροι). ~ές: ανάγκες/επιδιώξεις/σκέψεις (: άθλιες, πρόστυχες, χυδαίες). ~ά: αισθήματα/ελατήρια/ένστικτα/κίνητρα (= ευτελή)/συμφέροντα. ● επίρρ.: ταπεινά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Ζητώ ~ συγγνώμη! ● ΦΡ.: κατά την ταπεινή μου γνώμη ... βλ. γνώμη [< αρχ. ταπεινός ‘χαμηλός, ευτελής, φτωχικός, λαϊκός’] | |
| 49752 | ταπεινοσύνη | τα-πει-νο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη: Μίλησε με ~. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. μετριοφροσύνη, ταπεινότητα (1) ΑΝΤ. έπαρση (1) [< μεσν. ταπεινοσύνη] | |
| 49754 | ταπεινοσύνη | τα-πει-νο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη εγωισμού και αλαζονείας, σεμνότητα, ταπεινότητα: η αρετή της ~ης. Η ~ των πιστών. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. ταπεινοσύνη ΑΝΤ. υπεροψία, υψηλοφροσύνη (2) [< μτγν. ταπεινοφροσύνη] | |
| 49753 | ταπεινότητα | τα-πει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μετριοφροσύνη, σεμνότητα: αίσθημα ~ας και ευθύνης. Χρειάζεται μέτρο και ~. Μίλησε με ~ και σεβασμό, χωρίς υπερβολές.|| Η ~ των καθημερινών ανθρώπων. Πβ. απλότητα, ταπεινοφροσύνη. ΣΥΝ. ταπεινοσύνη ΑΝΤ. αλαζονεία, έπαρση (1), υπεροψία 2. αθλιότητα, ευτέλεια: η ~ των κινήτρων του. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανωτερότητα (2) ● ΦΡ.: η ταπεινότητά μου: ως έκφραση μετριοφροσύνης, κυρ. ιερωμένων: ~ ~ (= ελαχιστότητα, μετριότητα) θεωρεί σωστή την άποψή σας.|| (ειρων.) Έχω την αίσθηση ότι ~ ~ μπορεί να βοηθήσει. [< αρχ. ταπεινότης] | |
| 49755 | ταπεινόφρων | , ων, ον τα-πει-νό-φρων επίθ. (λόγ.) & ταπεινόφρονας: του οποίου τα λόγια και οι πράξεις χαρακτηρίζονται από σεμνότητα και μετριοφροσύνη: Ήταν πάντα δίκαιος, σεμνός και ~. Πβ. μετρημένος, μετριοπαθής, μετριόφρων. Βλ. -φρων. ΣΥΝ. ταπεινός (1) ΑΝΤ. αλαζόνας, καυχησιάρης, υπερόπτης, υψηλόφρων (2), φαντασμένος [< μτγν. ταπεινόφρων] | |
| 49756 | ταπείνωμα | τα-πεί-νω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ηθική μείωση, ταπείνωση: ~ της αξιοπρέπειας. [< μεσν. ταπείνωμα] | |
| 49757 | ταπεινώνω | τα-πει-νώ-νω ρ. (μτβ.) {ταπείνω-σα, ταπεινώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, ταπεινών-οντας} 1. θίγω την αξιοπρέπεια κάποιου, τον μειώνω: ~ει (= υποβιβάζει, υποτιμά) τους συνεργάτες του (ΑΝΤ. σέβομαι, τιμώ). Την ~σε δημόσια/μπροστά στους άλλους (πβ. εξευτελίζω, προσβάλλω, ρεζιλεύω). Ένιωσε ~μένος και ντροπιασμένος. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος συναίσθηση των περιορισμένων δυνατοτήτων του: Η γνώση μάς ~ει (: μας κάνει πιο ταπεινούς). ● Παθ.: ταπεινώνομαι: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) αποβάλλω τον εγωισμό και την αλαζονεία μου: Όποιος ~εται ενώπιον του Θεού, ο Θεός θα τον ανυψώσει. [< μεσν. ταπεινώνω < αρχ. ταπεινῶ] | |
| 49758 | ταπείνωση | τα-πεί-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσβολή, υποβιβασμός της αξιοπρέπειας κάποιου, εξευτελισμός: εθνική/πολιτική ~. Η ~ της ήττας. ~ώσεις σε βάρος ενός πληθυσμού. Βλ. διασυρμός. 2. απαλλαγή από εγωισμούς και αλαζονεία, σεμνότητα: αληθινή/βαθιά/ειλικρινής ~. Αίσθημα/πνεύμα ~ης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η αγία/άκρα/ολοκληρωτική ~. Η ~ της εξομολόγησης/των πιστών. ~ και μετάνοια/προσευχή (πβ. ταπεινοφροσύνη). 3. ΓΕΩΛ. τμήμα που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους ή χαμηλότερα από τη στάθμη της θάλασσας: μορφολογική/τεκτονική ~. Πβ. βύθισμα. ΑΝΤ. έξαρμα (1), έξαρση (3) 4. ΥΔΡΟΛ. μείωση της στάθμης του νερού: ~ του υδροφόρου ορίζοντα/των (υπόγειων) υδάτων. ΑΝΤ. ανύψωση (1) [< 1: αρχ. ταπείνωσις 2: μτγν. ~ 3,4: γαλλ. dépression] | |
| 49759 | ταπεινωτικός | , ή, ό τα-πει-νω-τι-κός επίθ.: που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την ταπείνωση, την προσβολή, τον εξευτελισμό: ~ός: θάνατος/χαρακτηρισμός (= απαξιωτικός, προσβλητικός). ~ή: απόρριψη/ήττα/μεταχείριση/συμπεριφορά (= επαίσχυντη, μειωτική)/τιμωρία/υποχώρηση. Με ~ό τρόπο. Πβ. ατιμωτικός. ● επίρρ.: ταπεινωτικά [< μτγν. ταπεινωτικός] | |
| 49760 | τάπερ | τά-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπολ με αεροστεγές σκέπασμα, σε διάφορα μεγέθη, που χρησιμοποιείται για φύλαξη και μεταφορά τροφίμων: γυάλινο/μεταλλικό/πλαστικό/στρογγυλό ~. Επίδειξη ~. ~ με κεφτεδάκια. Στη δουλειά παίρνει φαγητό από το σπίτι σε ~ (: δοχείο φαγητού). ● Υποκ.: ταπεράκι (το) [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tupperware, 1946, αμερικ. ανθρ. E. S. Tupper, γαλλ. ~, 1974] | |
| 49761 | ταπεραμέντο | βλ. ταμπεραμέντο | |
| 49762 | ταπέτο | τα-πέ-το ουσ. (ουδ.): χαλί μικρού μεγέθους: βαμβακερό/πλαστικό ~. (Αντιολισθητικό) ~ μπάνιου (βλ. πατάκι). ~ εισόδου/πόρτας (βλ. ποδόμακτρο). Πβ. χαλάκι.|| (ΑΘΛ.) Προστατευτικό ~ διαδρόμου/ποδηλάτου. ~ ασκήσεων (βλ. στρωματάκι). [< ιταλ. tappeto] | |
| 49763 | ταπετσαρία | τα-πε-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ειδικό χαρτί ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται ως επένδυση επιφανειών εσωτερικού χώρου: διακοσμητική/παιδική/παλιά/πλαστική ~ (βλ. μουσαμάς). ~ σαλονιού/τοίχου. Αλλαγή/αφαίρεση/εφαρμογή/καθαρισμός/κόλλα/τοποθέτηση ~ας. Έντυσε το δωμάτιο με ~. 2. σταθερό ύφασμα για την επικάλυψη επίπλων: η ~ του καναπέ/της πολυθρόνας (βλ. στόφα).|| Δερμάτινη ~ (καθισμάτων) αυτοκινήτου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. σχέδιο, εικόνα ή μοτίβο που καλύπτει το φόντο της επιφάνειας εργασίας στην οθόνη υπολογιστή ή κινητού τηλεφώνου. [< 1,2: ιταλ. tappezzeria 3: αγγλ. wallpaper] | |
| 49764 | ταπετσάρισμα | τα-πε-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {ταπετσαρίσμ-ατος} (προφ.): τοποθέτηση ταπετσαρίας: ~ τοίχων.|| ~ επίπλων/καθισμάτων αυτοκινήτου.Ύφασμα ~ατος. Βλ. -ισμα. | |
| 49765 | ταπετσάρω | τα-πε-τσά-ρω ρ. (μτβ.) {ταπετσάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.): καλύπτω, επενδύω με ταπετσαρία: ~ει δωμάτια/καθίσματα/τοίχους. [< ιταλ. tappezzare] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ