Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50280-50300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49730ταξικός, ή, ό τα-ξι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη διάκριση σε κοινωνικές τάξεις: ~ός: ανταγωνισμός/διαχωρισμός/πόλεμος/πόλος/προσανατολισμός/συμβιβασμός/συνδικαλισμός. ~ή: αναδιάρθρωση/δομή/δράση/ιεραρχία/κοινωνία/οργάνωση. ~ό: ζήτημα/κίνημα/μέτωπο/μοντέλο/ρεύμα/συμφέρον/σωματείο. ~οί: αγώνες. ~ές: διακρίσεις. Βλ. δια~, πολυ~. ΑΝΤ. αταξικός (1) ● επίρρ.: ταξικά ● ΣΥΜΠΛ.: ταξική συνείδηση: συνειδητοποίηση από τα μέλη μιας κοινωνικής τάξης του ρόλου και των συμφερόντων τους: αναπτυγμένη ~ ~. H (πολιτική και) ~ ~ των εργαζομένων., πάλη των τάξεων βλ. τάξη
49731ταξίμετροτα-ξί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ειδική συσκευή σε ταξί που αναγράφει το κόμιστρο της διαδρομής και μετρά αυτόματα το ποσό που πρέπει να πληρώσει ο πελάτης: ηλεκτρονικό ~. Αυτοκίνητο χωρίς ~ (= αγοραίο). Ο οδηγός μηδένισε το ~. Βλ. -μετρο, ταρίφα. [< γαλλ. taximètre, 1905, αγγλ. taximeter]
49732ταξίμιτα-ξί-μι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη λαϊκή μουσική) δεξιοτεχνικός αυτοσχεδιασμός σε θέμα τραγουδιού, συνήθ. από ένα όργανο: ανατολίτικο/αργό/εισαγωγικό/ελεύθερο/μινόρε ~. ~ με μπουζούκι/ούτι. Σόλο ~. Κάνω (ένα) ~. Πβ. μακάμ. ● Υποκ.: ταξιμάκι (το) [< τουρκ. taksim]
49733τάξιμοτά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {ταξίμ-ατα} 1. διαβεβαίωση, υπόσχεση: (αρνητ. συνυποδ.) ~ατα και ρουσφέτια. 2. τάμα: Έκανε ~ στην Παναγία. 3. αφιέρωση, αφοσίωση: ~ στην ποίηση. [< μεσν. τάξιμον]
49734ταξινομημένος, η, ο τα-ξι-νο-μη-μέ-νος επίθ.: οργανωμένος με συγκεκριμένα κριτήρια, συστηματοποιημένος: ~ο: αρχείο/υλικό. ~α: έγγραφα (: αρχειοθετημένα). Κατάλογος ~ αλφαβητικά. Πίνακας ~ κατ' αύξουσα σειρά. Γλωσσάρι ~ο σε θεματικές ενότητες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: ακολουθία/λίστα (εγγραφών). ΑΝΤ. ακατάτακτος (1), αταξινόμητος (1) [< αγγλ. classified]
49735ταξινόμησητα-ξι-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): κατάταξη αντικειμένων ή εννοιών σε τάξεις, κατηγορίες: αλφαβητική/αριθμητική ή αύξουσα/γενική/ειδολογική/ημερολογιακή/θεματική/συστηματική/τυχαία ~. ~ αποτελεσμάτων/αρχείων (= αρχειοθέτηση)/δεδομένων/προϊόντων. ~ βιβλιογραφικών αναφορών κατά έτος/συγγραφέα. Κριτήρια/πρότυπα/σειρά/σύστημα ~ης. ~ήσεις νέων αυτοκινήτων. Κάνω ~. Πβ. κατηγοριοποίηση, ταξινομία, τυπολογία. Βλ. κωδικοποίηση.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) ~ ζώων/φυτών. Βλ. (συν)ομοταξία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος ~ης. [< γαλλ.-αγγλ. classification]
49736ταξινομητήςτα-ξι-νο-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή διαχωρισμού: ~ αντιγράφων. Χρήση ~ών στην ανακύκλωση χαρτιού.|| ~ ελιών/καρπών/φρούτων (: ανάλογα με το μέγεθος ή την ποιότητά τους). Πβ. διαλογέας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μοντέλο που αντιστοιχίζει δεδομένα σε προδιαγεγραμμένες κατηγορίες (κλάσεις): απλοί/(μη) γραμμικοί/στατιστικοί ~ές. ~ κειμένων. Βλ. νευρωνικά δίκτυα. 3. (σπάν.) ταξινόμος. [< αγγλ. sorter, classifier]
49737ταξινομίατα-ξι-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ταξινόμηση. 2. ΓΛΩΣΣ. (στον αμερικανικό δομισμό) κατηγορία της γλωσσικής ανάλυσης. Βλ. -νομία. [< γαλλ. taxinomie, αγγλ. taxinomy, taxonomy]
49738ταξινομικός, ή, ό τα-ξι-νο-μι-κός επίθ. (επιστ.) & ταξινομητικός: που αναφέρεται στην ταξινόμηση: ~ός: αριθμός/δείκτης/πίνακας. ~ή: ανάλυση/βαθμίδα/κατηγορία/κλίμακα/μονάδα/ομάδα/σειρά/ψήφος. ~ό: κριτήριο/σύμβολο/σύστημα/σχήμα. ~oί: κανόνες. ~ά: δεδομένα/εργαλεία/χαρακτηριστικά. Βλ. λειτουργικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: κατηγορίες (= ταξινομίες). ● επίρρ.: ταξινομικά [< γαλλ. taxinomique, classificateur, classificatoire, αγγλ. taxinomic, taxonomic]
49739ταξινόμοςτα-ξι-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην ταξινόμηση: ~ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.|| (ειδικότ., ταχυδρομικός υπάλληλος με ανάλογα καθήκοντα:) ~ δεμάτων. Βλ. -νόμος. ΣΥΝ. ταξινομητής (3) [< πβ. γαλλ. taxinomiste, αγγλ. taxinomist]
49740ταξινομώ[ταξινομῶ] τα-ξι-νο-μώ ρ. (μτβ.) {ταξινομ-είς ..., -ώντας | ταξινόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: τακτοποιώ σε συγκεκριμένη σειρά, κατατάσσω σε κατηγορίες με βάση ορισμένα κριτήρια: ~ την αλληλογραφία/το αρχείο/τα γράμματα/τα δεδομένα/τη συλλογή. ~ τα γεγονότα. ~ τα έγγραφα κατά θέματα/χρονολογικά (πβ. αρχειοθετώ). ~ήστε με αλφαβητική σειρά τις λέξεις. Πβ. κατηγοριοποιώ. ΣΥΝ. ταξιθετώ [< γαλλ. classifier, αγγλ. classify]
49741ταξιτζήςτα-ξι-τζής ουσ. (αρσ.) , ταξιτζού (η): ιδιοκτήτης ή κυρ. οδηγός ταξί: επαγγελματίας ~. Πβ. ταρίφας. Βλ. -τζής.
49742ταότα-ό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάο (κ. με κεφαλ. Τ): ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. η απόλυτη αρχή όλων των πραγμάτων σύμφωνα με τους ταοϊστές. Βλ. γιν γιανγκ. [< γαλλ. tao]
49743ταοϊσμόςτα-ο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Τ): ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην Κίνα και βασίστηκε στη διδασκαλία του Λάο Τσε (6ος αι. π.Χ.) σχετικά με το ταό. Βλ. βουδ-, κομφουκιαν-ισμός. [< γαλλ. taoisme]
49744ταοϊστήςτα-ο-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): δάσκαλος ή οπαδός του ταοϊσμού. Βλ. βουδ-, κομφουκιαν-ιστής. [< γαλλ. taoïste]
49745ταοϊστικός, ή, ό τα-ο-ϊ-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. -ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον ταοϊσμό ή τους ταοϊστές: ~ός: ναός. ~ή: θρησκεία/παράδοση/σχολή/φιλοσοφία. ~ό: σύμβολο.
49746ΤΑΠ1. (το) Τέλος Ακίνητης Περιουσίας. 2. & ΤΑΠΑ (το) Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων.
49747τάπα1τά-πα ουσ. (θηλ.) 1. πώμα, βούλωμα: βιδωτή/λαστιχένια/πλαστική/στεγανοποιητική/στρογγυλή ~. ~ αποστράγγισης/βαλβίδας/δεξαμενής. (σε όχημα:) Η ~ της βενζίνης (ή του καυσίμου/του ρεζερβουάρ)/του λαδιού. Η ~ της μπανιέρας/του νιπτήρα. Αφαίρεση/ξεβίδωμα της ~ας. Η ~ κόλλησε. Χαλαρώνω την ~. ΣΥΝ. καπάκι (1) 2. ΑΘΛ. (προφ.) κίνηση στο μπάσκετ, με την οποία ανακόπτεται το σουτ του αντιπάλου που έχει πορεία προς το καλάθι: εντυπωσιακή ~. Βλ. κόψιμο, μπλοκ. 3. (μειωτ.) πολύ κοντός άνθρωπος. ΣΥΝ. τάπας ● ΦΡ.: τρώω τάπα/ρίχνω σε κάποιον τάπα (προφ.) 1. αποστομώνομαι ή αποστομώνω. 2. (αθλητική αργκό) ταπώνομαι ή ταπώνω., γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα [< 1: τουρκ. tapa 2: αγγλ. tap]
49748τάπα2τά-πα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: καθένα από τα καρφιά ποδοσφαιρικού παπουτσιού: πλαστικές ~ες. [< αγγλ. tap]
49749τάπαςτά-πας ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικά της ισπανικής κουζίνας: κρύα ~. Ποικιλία ~. Βλ. αντιπάστο, μεζές, ορντέβρ.|| (σπανιότ. ως επίθ.) ~ μπαρ. [< αγγλ. tapa, 1939, ιταλ. tapas, 1985, γαλλ. ~, 1987 < ισπ. tapa]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.