Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50300-50320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49766ταπετσιέρηςτα-πε-τσιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & ταπετσέρης: τεχνίτης που ειδικεύεται στην τοποθέτηση ταπετσαρίας: ~ αυτοκινήτων/επίπλων/τοίχων. Βλ. -ιέρης. [< ιταλ. tappezziere]
49767τάπηταςτά-πη-τας ουσ. (αρσ.) {ταπήτ-ων} 1. (λόγ.) μάλλινο ή συνθετικό επικάλυμμα δαπέδου, χαλί: περσικός/χειροποίητος ~. Το πέλος του ~α. Εμπορία ~ων. Εταιρεία καθαρισμού και φύλαξης ~ων (= ταπητοκαθαριστήριο). Βλ. κιλίμι, μοκέτα, ταπέτο.|| (ειδικότ., είδος υφαντού ή κεντήματος για τον τοίχο:) Φλαμανδικοί ~ες. Πβ. γκομπλέν, ταπισερί. 2. (λόγ.) οτιδήποτε καλύπτει μια οριζόντια επιφάνεια, όπως το χαλί: αντικραδασμικός/αντιολισθητικός/ασφαλτικός ~. Ελαστικός/συνθετικός ~ σταδίου/στίβου (βλ. ταρτάν). Επίστρωση ~α. Στρώθηκε ο ~/ξήλωσαν τον ~α στο γήπεδο (βλ. χλοο~, χορτο~).|| Δασικός/φυσικός ~ (: χαμηλή βλάστηση· βλ. γκαζόν, γρασίδι, χορτάρι). 3. ΜΗΧΑΝ. μεταφορική ταινία, ιμάντας περιστροφής: κυλιόμενος ~. ~ες γυμναστικής (βλ. διάδρομος). ● ΦΡ.: θέτω επί τάπητος (λόγ.): φέρνω ένα θέμα προς συζήτηση με στόχο την άμεση επίλυσή του: Οι συνδικαλιστές έθεσαν ~ ~ την ανάγκη εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων.|| Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (τέθηκαν) ~ ~. Πβ. στο τραπέζι. [< γαλλ. (mettre) sur le tapis] [< αρχ. τάπης, γαλλ. tapis]
49768ταπητοκαθαριστήριοτα-πη-το-κα-θα-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατάστημα για καθάρισμα ή/και φύλαξη χαλιών.
49769ταπητουργείο[ταπητουργεῖο] τα-πη-τουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή εργοστασιακή μονάδα κατασκευής ταπήτων.
49770ταπητουργίατα-πη-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή ταπήτων· συνεκδ. ταπητουργείο: παραδοσιακή ~ (βλ. οικοτεχνία). H τέχνη της ~ας.|| Περιοχή με υφαντήρια και ~ες. Βλ. -ουργία.
49771ταπητουργικός, ή, ό τα-πη-τουρ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ταπητουργία ή/και τον ταπητουργό: ~ή: βιομηχανία/βιοτεχνία/τέχνη. ~ό: εργαστήρι/εργοστάσιο.
49772ταπητουργόςτα-πη-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που εργάζεται σε ταπητουργία ή ιδιοκτήτης ταπητουργείου. Βλ. υφαντουργός. [< γαλλ. tapissier]
49773ταπί1τα-πί επίρρ. {άκλ.} (προφ.) 1. χωρίς λεφτά, απένταρος: Τον άφησε ρέστο και ~. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) όρος με τον οποίο ο παίκτης δηλώνει ότι δεν έχει άλλα χρήματα να ποντάρει. Βλ. πάω πάσο. ● ΦΡ.: είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) (προφ.): δεν έχω καθόλου χρήματα ή έχω ελάχιστα. Πβ. βρέθηκε/έμεινε στον άσο, δεν έχω μία, δεν έχω φράγκο, με άδειες τσέπες. ΣΥΝ. είμαι/έμεινα πανί με πανί, μένω/είμαι στεγνός [< γαλλ. tapis]
49774ταπί2τα-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. ελαστικό στρώμα για τη διεξαγωγή αγωνισμάτων και την εκτέλεση ασκήσεων· κατ' επέκτ. αγωνιστικός χώρος: (κυρ. στην πάλη) Πέταξε/έριξε τον αντίπαλο στο ~.|| (ΓΥΜΝ.) ~ ενόργανης/ρυθμικής.|| Επιστροφή κορυφαίων παλαιστών στα διεθνή ~. Βλ. γήπεδο, παρκέ, πίστα, τερέν. 2. (στην χαρτοπαιξία) πράσινη τσόχα. [< γαλλ. tapis]
49775τάπιατά-πια ουσ. (θηλ.) & τάμπια & ντάπια (παλαιότ.): οχύρωμα, πολεμίστρα. Πβ. προμαχώνας, ταμπούρι, τείχισμα, φρούριο. [< τουρκ. tabya]
49776ταπιόκατα-πιό-κα ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. γεν. -ας}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άμυλο από τη ρίζα του φυτού μανιόκα, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως πηκτικό: ~ σε κόκκους/σκόνη. Αλεύρι από ~.|| Πουτίγκα ~ας. [< γαλλ. tapioca]
49777τάπιροςτά-πι-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίρου}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο θηλαστικό (γένος Tapirus) της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και της ΝΑ Ασίας, νυκτόβιο και φυτοφάγο, με κοντά πόδια και προβοσκίδα. [< γαλλ.-αγγλ. tapir]
49778ταπισερίτα-πι-σε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: διακοσμητικό υφαντό ή κέντημα συνήθ. μεγάλων διαστάσεων που κρεμιέται στον τοίχο: γαλλικές/φλαμανδικές ~. ~ του 17ου αι./υφασμένη στον αργαλειό. Η τέχνη της ~. Πβ. γκομπλέν, τάπητας. [< γαλλ. tapisserie]
49779τάπωματά-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κλείσιμο, συνήθ. με πώμα· συνεκδ. τάπα: γέμισμα και ~ του βαρελιού. Πβ. βούλωμα, σφράγισμα.|| Μπουκάλι με ειδικό ~. Πβ. καπάκι. 2. (αργκό) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποστομώνω: Έφαγε ~ και δεν ξαναμίλησε. Βλ. στρίμωγμα. 3. ΑΘΛ. (προφ., στο μπάσκετ) τάπα: Με ένα ~ στον αντίπαλο σέντερ απέτρεψε το καλάθι.
49780ταπώνωτα-πώ-νω ρ. (μτβ.) {τάπω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.) 1. κλείνω με πώμα: ~σε το δοχείο/μπουκάλι. ΣΥΝ. βουλώνω, καπακώνω (1) ΑΝΤ. εκπωματίζω 2. ΑΘΛ. (προφ., στο μπάσκετ) εμποδίζω τον αντίπαλο να σουτάρει, του ρίχνω τάπα: Σηκώθηκε μπροστά του και τον ~σε (: έκοψε). 3. (αργκό) κάνω κάποιον να χάσει τα λόγια του, τον αποστομώνω: Τον κόλλησε στον τοίχο, τον ~σε (= του την είπε) κανονικά. Βλ. πληρωμένη απάντηση. ΣΥΝ. ρουμπώνω (1)
49781ταρουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΜΟΥΣ. παραδοσιακό ιρανικό όργανο με τρεις διπλές χορδές, ηχείο σε σχήμα οκτώ και μακρύ βραχίονα, που παίζεται με ειδική πένα. Βλ. σάζι. [< περσικό tar]
49782τάρατά-ρα ουσ. (θηλ.) & ντάρα (λαϊκό): απόβαρο. [< ιταλ. tara]
49783ταραγμένος, η, ο τα-ραγ-μέ-νος επίθ.: που δεν είναι ήρεμος· ανήσυχος: ~η: θάλασσα (: τρικυμισμένη, φουρτουνιασμένη).|| ~ος: ύπνος. ΑΝΤ. γαλήνιος.|| (μτφ.) ~η: διαδρομή/ζωή (= πολυτάραχη, ταραχώδης)/σχέση (= θυελλώδης). ~ο: παρελθόν. Εμφανώς ~η (= αναστατωμένη) μίλησε στους δημοσιογράφους. Με κοίταξε με ~ο βλέμμα (ΑΝΤ. ατάραχο). Είχε ~η (: δύσκολη) εφηβεία.|| ~ος: νους. ~η: φαντασία/ψυχή. ~ο: μυαλό/πνεύμα. ~α: νεύρα. Πβ. δια~, κλονισμένος.
49784ταράζωτα-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {τάρα-ξα, -ξει, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, ταράζ-οντας} & (λόγ.) ταράσσω 1. προκαλώ ταραχή, αναστάτωση, χαλώ την ηρεμία: ~ την καθημερινότητα/οικογενειακή γαλήνη κάποιου. Είδε κάτι που την ~ξε (= σόκαρε, τρόμαξε). Το σκάνδαλο ~ξε συθέμελα την κοινή γνώμη/το πανελλήνιο (= συγκλόνισε). Μην ~εσαι (= εκνευρίζεσαι, στενοχωριέσαι)! ~χτηκε με την είδηση/στο άκουσμα του ονόματός του. Απάντησε ψύχραιμα, χωρίς να ~χτεί καθόλου. Πβ. αναστατώνω, συγχύζω. ΑΝΤ. ηρεμώ, ησυχάζω, καλμάρω.|| ~χτηκαν (= κλονίστηκαν) τα νεύρα του. Πβ. διαταράσσω. 2. ανακινώ δυνατά, ταρακουνώ: Ο δυνατός άνεμος ~ξε τα ήρεμα νερά της λίμνης. Ισχυρός σεισμός ~ξε το νησί. Πβ. ανα~, συνταράσσω, τραντάζω. 3. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) κάνω κάτι με μεγάλη ένταση και κατ' επανάληψη, μέχρις εξαντλήσεως: Τους ~ξε (= ξεθέωσε) στη δουλειά. Την ~ξε (= φλόμωσε) στις ερωτήσεις/στα ψέματα. Τον ~ξε στο δούλεμα/στις κλοτσιές/στο ξύλο. Ο μαθηματικός μάς έχει ~ξει στις ασκήσεις/στα τεστ. Πβ. τρελαίνω.|| Με ~ξε (: με καταταλαιπώρησε, με πέθανε) ο πονόδοντος.|| Μόλις βρει σοκολάτα, την ~ει. Μην τρως άλλα φιστίκια, τα ~ξες. Πβ. καταβροχθίζω, τσακίζω, του δίνω και καταλαβαίνει. ● ΦΡ.: μη μου τους κύκλους τάραττε! (αρχαιοπρ.): μη με ενοχλείς, άσε με ήσυχο!, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< μεσν. ταράζω, αρχ. ταράσσω]
49785ταράκουλοτα-ρά-κου-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): αναστάτωση, σύγχυση. Κυρ. στη ● ΦΡ.: παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο βλ. παθαίνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.