Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50320-50340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49786ταρακούνηματα-ρα-κού-νη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τράνταγμα: απότομο/δυνατό ~. ~ της βάρκας (βλ. σκαμπανέβασμα). Τα ~ατα του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. κούνημα (2) 2. (μτφ.) κλονισμός, σοκ: Με ένα γερό ~ θα συνέλθει.
49787ταρακουνώ[ταρακουνῶ] τα-ρα-κου-νώ ρ. (μτβ.) {ταρακουν-ά κ. -άει ..., -ώντας | ταρακούν-ησε, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & ταρακουνάω (προφ.) 1. κουνώ πολύ δυνατά, τραντάζω: ~ το δέντρο. Τον άρπαξε και τον ~ησε από τους ώμους. Μας ~ησε (γερά) το καράβι. ~ηθήκαμε για τα καλά (από τον σεισμό). Πβ. σείω. 2. (μτφ.) προκαλώ ταραχή, αναστατώνω, κλονίζω: Το σκάνδαλο ~ησε συθέμελα τη μικρή κοινωνία.|| Τα λόγια της τον ~ησαν (= άγγιξαν, συγκλόνισαν). Πβ. ταράζω.
49788ταραμάςτα-ρα-μάς ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός από αβγά ψαριού, κυρ. κυπρίνου, βασικό συστατικό της ταραμοσαλάτας· συνεκδ. η συγκεκριμένη σαλάτα ως ορεκτικό: κόκκινος ~ (βλ. χαβιάρι). Άσπρος ~, ανώτερης ποιότητας.|| Σαρακοστιανά πιάτα με χταπόδι και ~ά. Βλ. αβγοτάραχο. 2. (μειωτ.) βλάκας. ● ΦΡ.: μασάει η κατσίκα ταραμά; (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν μπορεί να ξεγελαστεί, να πέσει θύμα παραπλάνησης. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο. [< τουρκ. tarama, γαλλ. ~, περ. 1960]
49789ταραμοσαλάτατα-ρα-μο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό με κύριο συστατικό τον ταραμά: σαρακοστιανό τραπέζι με θαλασσινά και ~. Βλ. νηστίσιμα, -σαλάτα. [< πβ. αγγλ. tarama, taramasalata, 1910, taramosalata]
49790ταραμπούκαβλ. νταρμπούκα
49791τάρανδοςτά-ραν-δος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άνδου}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο θηλαστικό των αρκτικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Rangifer tarandus), που έχει ψηλά κέρατα, τα οποία διακλαδίζονται, και είναι της ίδιας οικογένειας με το ελάφι: ~οι που σέρνουν έλκηθρα.|| (μτφ.) Τον έχει κάνει ~ο (= τον κεράτωσε πολλές φορές). [< αρχ. τάρανδος]
49792ταραντέλατα-ρα-ντέ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ζωηρός παραδοσιακός χορός του ιταλικού νότου που χορεύεται από ζευγάρια: παραλλαγές της ~ας. Βλ. καντσονέτα. [< ιταλ. tarantella]
49793ταραντούλατα-ρα-ντού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμης δηλητηριώδους αράχνης των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Lycosa tarantula), το δάγκωμα της οποίας, αν και οδυνηρό, είναι τελείως ακίνδυνο για τον άνθρωπο: τσίμπημα ~ας. 2. (μτφ.) δόλια, πανούργα γυναίκα. [< 1: γαλλ. tarentule, αγγλ. tarantula < ιταλ. tarantola]
49794ταραξάκοτα-ρα-ξά-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. είδος αγριοράδικου (επιστ. ονομασ. Taraxacum officinale) το οποίο έχει φαρμακευτικές ιδιότητες: ρόφημα από ρίζα ~ου. Πβ. πικραλίδα. Βλ. βάλσαμο, εχινάκεια, καλέντουλα. [< νεολατ. taraxacum]
49795ταραξίαςτα-ρα-ξί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ταραξι-ών} : άτομο που προκαλεί αναστάτωση και φασαρίες: οι ~ες των γηπέδων (= χούλιγκαν). Προσαγωγές/συλλήψεις ~ών. Επεισόδια μεταξύ (ομάδων) ~ών και Αστυνομίας. Πβ. ταραχοποιός. Βλ. κουκουλοφόρος.|| (ως επίθ.) Ο διευθυντής τιμώρησε με αποβολή τον ~α μαθητή. Πβ. θορυβοποιός, φασαρίας.|| (οικ., για άτακτο παιδί) Μικροί ~ες (= διαβολάκια, ζιζάνια). [< μτγν. ταραξίας, πβ. αγγλ. troublemaker, περ. 1914]
49796ταράσσωβλ. ταράζω
49797ταρατατζούμτα-ρα-τα-τζούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): θορυβώδης εκδήλωση, νταβαντούρι: Ο καινούργιος χρόνος μπήκε με ~ και πυροτεχνήματα. Τους υποδέχτηκαν με μπάντες και ~ (πβ. παράτα1, τυμπανοκρουσία, φιέστα). [< λ. ηχομιμητ., από τον ήχο των τυμπάνων]
49798ταράτσα

τα-ρά-τσα ουσ. (θηλ.): η άνω επίπεδη, ανοιχτή επιφάνεια κτίσματος που περιβάλλεται από κάγκελα ή τοιχίο: τοποθέτηση κεραίας στην ~. Απλώνει τα ρούχα στην ~. Πάρτι στην ~ του ξενοδοχείου (πβ. ρουφ γκάρντεν). Πράσινες ~ες (= ταρατσόκηποι). Πβ. δώμα. Βλ. στέγη.|| ~ με θέα τη θάλασσα/με πισίνα (πβ. βεράντα). Πβ. λιακό, λιακωτό. ● Υποκ.: ταρατσάκι (το), ταρατσούλα (η) ● ΦΡ.: την κάνω ταράτσα & την ταρατσώνω (προφ.): τρώω πολύ, μέχρι σκασμού: Την έκανε ~ (= την τύλωσε γερά/καλά) κι έπεσε για ύπνο. ΣΥΝ. την κάνω τέζα [< μεσν. ταράτσα < βεν. terazza < γαλλ. terrasse]

49799ταρατσόκηποςτα-ρα-τσό-κη-πος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ταράτσα που καλύπτεται από βλάστηση, η οποία αναπτύσσεται σε ελεγχόμενες συνθήκες με οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη, πράσινη στέγη. Πβ. φυτεμένο δώμα. Βλ. βιοκλιματική αρχιτεκτονική, -κηπος.
49800ταράτσωματα-ρά-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΓΕΩΡΓ. δημιουργία επιφανειακής κρούστας στο έδαφος που εμποδίζει την κίνηση του νερού και του αέρα.
49801ταρατσώνωτα-ρα-τσώ-νω ρ. (μτβ.) {ταράτσω-σα} (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: την κάνω ταράτσα βλ. ταράτσα
49802τάραφλεξτά-ρα-φλεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αντιολισθητικό και αντικραδασμικό δάπεδο από βινύλιο που καλύπτει αγωνιστικούς χώρους, όπως σε γήπεδα βόλεϊ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. taraflex, 1947]
49803ταραχήτα-ρα-χή ουσ. (θηλ.) 1. ψυχική ένταση, ανησυχία: συναισθηματική/ψυχική ~. Την έπιασε ~. Μέσα/πάνω στην ~ του δεν ήξερε τι έκανε. Πβ. σύγχυση. Βλ. δια~. ΑΝΤ. αταραξία 2. αναστάτωση: Μεγάλη ~ επικρατεί στις δικαστικές φυλακές. Πβ. αναμπουμπούλα, αντάρα, πανικός.ταραχές (οι): βίαια γεγονότα που διαταράσσουν την κοινωνική ομαλότητα και νομιμότητα: αιματηρές/εθνικιστικές/πολιτικές ~. ~ στο κέντρο της πόλης από ομάδα κουκουλοφόρων. Κατά τη διαδήλωση σημειώθηκαν έκτροπα και ~ (= φασαρίες). Αστυνομικοί τραυματίστηκαν σε ~ (= συμπλοκές). ~ ξέσπασαν στη χώρα. Πβ. αναταραχή, επεισόδια, σύγκρουση. [< αρχ. ταραχή]
49804ταραχοποιός

, ός, ό τα-ρα-χο-ποι-ός επίθ./ουσ.: που προκαλεί αναστάτωση, ταραχές και φασαρίες: (λόγ.) ~ός: δράση. ~ά: στοιχεία (= ~ά άτομα).|| (συνήθ. ως ουσ.) Πολιτικός ~. Συνελήφθη ως ~. Πβ. ταραξίας. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ταραχοποιός]

49805τάραχοςτά-ρα-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ψυχική αναστάτωση. Στη ● ΦΡ.: περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος [< αρχ. τάραχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.