| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49809 | ταρζανιά | ταρ-ζα-νιά ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): ριψοκίνδυνη πράξη: Μην κάνετε ~ιές με το αυτοκίνητο! | |
| 49810 | ταρίφα | τα-ρί-φα ουσ. (θηλ.) 1. χρέωση, κόμιστρο διαδρομής ταξί: απλή/μονή ~. Αύξηση της ~ας. Bλ. ταξίμετρο. 2. (συνήθ. ειρων.) καθορισμένο κόστος συνήθ. υπηρεσίας, αμοιβή: Ανέβηκε η ~ στα δίδακτρα. Κόβω ~.|| ~ για την έκδοση πλαστών πιστοποιητικών. ● ΦΡ.: διπλή ταρίφα: αυξημένο τιμολόγιο ταξί για νυχτερινά δρομολόγια, από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα έως τις πέντε το πρωί, ή για διαδρομές έξω από την έδρα του, εκτός περιμετρικής ζώνης: Τους χρέωσε ~ ~. [< ιταλ. tariffa, γαλλ. tarif] | |
| 49811 | ταρίφας | τα-ρί-φας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): ταξιτζής. | |
| 49812 | ταρίχευση | τα-ρί-χευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. επεξεργασία και συντήρηση νεκρού σώματος με χρήση χημικών ουσιών: ~ ζώου (πβ. βαλσάμωμα)/πτώματος/σορού. Η ~ στην αρχαία Αίγυπτο. Βλ. σαπωνοποίηση. ΣΥΝ. μουμιοποίηση 2. (παρωχ.) διατήρηση τροφών με αλάτισμα, κάπνισμα ή αποξήρανση. Πβ. πάστωμα. [< αρχ. ταρίχευσις] | |
| 49813 | ταριχευτής | τα-ρι-χευ-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης έχει ειδικευτεί στην ταρίχευση: ~ ζώων/πτωμάτων. [< αρχ. ταριχευτής] | |
| 49814 | ταριχευτικός | , ή, ό τα-ρι-χευ-τι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την ταρίχευση: ~ό: υγρό.|| ~ό τμήμα μουσείου. [< μτγν. ταριχευτικός] | |
| 49815 | ταριχευτός | , ή, ό τα-ρι-χευ-τός επίθ.: (σπάν., για τροφή) που έχει παστωθεί, ταριχευτεί: ~ό: κρέας/ψάρι. Πβ. παστός. [< μτγν. ταριχευτός] | |
| 49816 | ταριχεύω | τα-ρι-χεύ-ω ρ. (μτβ.) {ταρίχευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. εμποδίζω την αποσύνθεση νεκρού σώματος με κατάλληλες μεθόδους και ειδικές χημικές ουσίες: ~ει (= βαλσαμώνει) σπάνια πουλιά. ~μένη: σορός. ~μένο: πτώμα. ~μένα: ζώα. 2. (παρωχ.) διατηρώ τροφές με αλάτισμα, κάπνισμα ή αποξήρανση: ~ κρέας/ψάρι. Πβ. παστώνω. [< αρχ. ταριχεύω] | |
| 49817 | ταρό | τα-ρό ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: τράπουλα εβδομήντα οκτώ φύλλων με συμβολικές παραστάσεις που χρησιμοποιείται κυρ. στη χαρτομαντεία· συνεκδ. καθεμία από τις κάρτες ή το συγκεκριμένο είδος μαντείας: τα χαρτιά της ~.|| Πρόβλεψη ~.|| Ερωτική/καρμική ~. [< γαλλ. tarot] | |
| 49818 | ταρσανάς | ταρ-σα-νάς ουσ. (αρσ.) & αρσανάς (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): ναυπηγείο, ιδ. για μικρά σκάφη· αποβάθρα: παραδοσιακός ~. Πβ. καρνάγιο, νεώριο. Βλ. ναύσταθμος. [< μεσν. αρσανάς, ταρσανάς < τουρκ. tersane] | |
| 49819 | ταρσικός | , ή, ό ταρ-σι-κός επίθ. & (λόγ.) ταρσιαίος, α, ο: ΑΝΑΤ. που ανήκει ή αναφέρεται στον ταρσό: ~ός: σωλήνας. ~ή: γωνία/ένωση. ~ά: οστά.|| Το ~ό πέταλο του βλεφάρου. [< γαλλ. tarsien] | |
| 49820 | ταρσός | ταρ-σός ουσ. (αρσ.) ΑΝΑΤ. 1. ο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές: άνω (ανώτερος)/κάτω ~. Εξάρθρωση/κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, κνήμη, μετατάρσιο, φτέρνα. 2. το ινώδες πέταλο των βλεφάρων: φλεγμονή του ~ού. Βλ. επιπεφυκώς. [< αρχ. ταρσός, γαλλ. tarse] | |
| 49821 | τάρτα | τάρ-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. γλύκισμα ή ορεκτικό με βάση από σκληρή ζύμη, που γεμίζεται συνήθ. με κρέμα και σκεπάζεται με διάφορες γαρνιτούρες: ~ λεμόνι/φρούτων. ~ με φράουλες. Φόρμα ~ας.|| Αλμυρές ~ες. ~ λαχανικών. Βλ. κις λορέν. ● Υποκ.: ταρτάκι (το), ταρτούλα (η) [< ιταλ. tarta, γαλλ. tarte] | |
| 49822 | τάρταν | τάρ-ταν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταρτάν: χαρακτηριστικό σκωτσέζικο ύφασμα με καρό σχέδια, συνήθ. μάλλινο: κιλτ από ~.|| (ως επίθ.) ~ καμπαρντίνα/φούστα. [< αγγλ. tartan, γαλλ. ~] | |
| 49823 | ταρτάν | ταρ-τάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. συνθετικός τάπητας για την επίστρωση στίβου ή άλλης αθλητικής εγκατάστασης· κατ' επέκτ. στίβος: γήπεδο τένις με ~.|| Επιστροφή του κορυφαίου δρομέα στα ~. Βλ. παρκέ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tartan, 1964, γαλλ. ~, πριν από το 1968] | |
| 49824 | ταρτάρ | ταρ-τάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στη διεθνή κουζίνα) ανάμειξη ωμού ψιλοκομμένου κιμά ή ψαριού με μυρωδικά και μπαχαρικά: ~ σολομού/τόνου.|| (ως επίθ.) Μπριζόλα, στέικ, φιλέτο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σος/σάλτσα ταρτάρ: πικάντικη σάλτσα που παρασκευάζεται από κρόκους βρασμένων αβγών ή μαγιονέζα και σερβίρεται με κρέας ή συνηθέστ. ψάρι ή θαλασσινά: κοτόπουλο/κροκέτες μπακαλιάρου/μύδια τηγανητά με ~ ~. [< γαλλ. tartare] | |
| 49825 | Τάρταρα | Τάρ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΥΘ. ο κάτω κόσμος, τα έγκατα του Άδη. ● ΦΡ.: στα τάρταρα (μτφ.): στο έσχατο σημείο ή στην ολοκληρωτική καταστροφή: H δημοτικότητά τους έπεσε ~ ~ (= έπιασε πάτο). Η μετοχή της εταιρείας βυθίστηκε/πήγε ~ ~.|| Τον έριξαν ~ ~ (: τον καταβαράθρωσαν). Πβ. στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής. [< αρχ. Τάρταρος ‘καταχθόνια άβυσσος’] | |
| 49826 | ταρταρούγα | ταρ-τα-ρού-γα ουσ. (θηλ.) 1. το κέλυφος της θαλάσσιας χελώνας που χρησιμοποιείται ως υλικό κατασκευής διάφορων αντικειμένων· συνεκδ. καθετί που κατασκευάζεται από αυτό: σκουλαρίκια/χτένα από ~. Κοκάλινος σκελετός (γυαλιών) ~ας. 2. ΖΩΟΛ. ράτσα γάτας με τρία χρώματα, πορτοκαλί, άσπρο και μαύρο. [< ιταλ. tartaruga < μτγν. λατ. tartarūchu(m) ‘δαίμονας’ < μτγν. ταρταροῦχος ‘αυτός που κυβερνά τον Άδη’] | |
| 49827 | ταρτουφισμός | ταρ-του-φι-σμός ουσ. (αρσ.): υποκριτική, επιτηδευμένη, προσποιητή συμπεριφορά: δήθεν ευγένειες και ~. Πβ. διπροσωπία, θεατριν-, ιησουιτ-ισμός, φαρισαϊσμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. tartuferie] | |
| 49828 | ταρτούφος | [ταρτοῦφος] ταρ-τού-φος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άνθρωπος που υποκρίνεται, συνήθ. για να εξυπηρετήσει τους δόλιους σκόπους του. Πβ. θεατρίνος, Ιησουίτης, φαρισαίος. [< γαλλ. Tartufe, πρωταγωνιστής της ομώνυμης κωμωδίας του Μολιέρου] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ