| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49826 | ταρταρούγα | ταρ-τα-ρού-γα ουσ. (θηλ.) 1. το κέλυφος της θαλάσσιας χελώνας που χρησιμοποιείται ως υλικό κατασκευής διάφορων αντικειμένων· συνεκδ. καθετί που κατασκευάζεται από αυτό: σκουλαρίκια/χτένα από ~. Κοκάλινος σκελετός (γυαλιών) ~ας. 2. ΖΩΟΛ. ράτσα γάτας με τρία χρώματα, πορτοκαλί, άσπρο και μαύρο. [< ιταλ. tartaruga < μτγν. λατ. tartarūchu(m) ‘δαίμονας’ < μτγν. ταρταροῦχος ‘αυτός που κυβερνά τον Άδη’] | |
| 49827 | ταρτουφισμός | ταρ-του-φι-σμός ουσ. (αρσ.): υποκριτική, επιτηδευμένη, προσποιητή συμπεριφορά: δήθεν ευγένειες και ~. Πβ. διπροσωπία, θεατριν-, ιησουιτ-ισμός, φαρισαϊσμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. tartuferie] | |
| 49828 | ταρτούφος | [ταρτοῦφος] ταρ-τού-φος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άνθρωπος που υποκρίνεται, συνήθ. για να εξυπηρετήσει τους δόλιους σκόπους του. Πβ. θεατρίνος, Ιησουίτης, φαρισαίος. [< γαλλ. Tartufe, πρωταγωνιστής της ομώνυμης κωμωδίας του Μολιέρου] | |
| 49829 | τας κεμπάπ | τας κε-μπάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στην ανατολίτικη κουζίνα) σoταρισμένα κομματάκια από φιλέτο μοσχαριού ή χοιρινού με πικάντικη σάλτσα ντομάτας, που σερβίρονται συνήθ. με ρύζι ή μακαρόνια. [< τουρκ. tas kebabι] | |
| 49830 | τασάκι | τα-σά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. ρηχό δοχείο διαφόρων σχημάτων, για τη στάχτη και τις γόπες των τσιγάρων: γυάλινο/κεραμικό/κρυστάλλινο/μεταλλικό/μπρούντζινο/πορσελάνινο ~. ~ με κάλυμμα. Αδειάζω/καθαρίζω το ~.|| ~ τσέπης.|| (κατ' επέκτ.) ~ δαπέδου (: μακρόστενο, κυλινδρικό, με κάδο, συχνά σε δημόσιους χώρους).|| (μτφ.) Η παραλία έχει γίνει ένα τεράστιο ~ (= έχει γεμίσει αποτσίγαρα). ΣΥΝ. σταχτοδοχείο | |
| 49831 | τάση | τά-ση ουσ. (θηλ.) 1. συλλογικός προσανατολισμός, κατεύθυνση, δυναμική: ανανεωτικές/ιδεολογικές/κοινωνικές/πολιτικές τάσεις. (Παγκόσμια) ~ προς ήπιες μορφές ανάπτυξης (πβ. στροφή). Γενική/ισχυρή ~ για επενδύσεις (βλ. κίνηση). Νέες διεθνείς τάσεις και πρακτικές στην εκπαίδευση. Στο Συμβούλιο εκπροσωπούνται όλες οι τάσεις (= πλευρές). Διερεύνηση των τάσεων του εκλογικού σώματος.|| Κράτος με επεκτατικές τάσεις (= βλέψεις, επιδιώξεις).|| Οι σύγχρονες τάσεις στη γλωσσολογία (= εξελίξεις). Οι κυρίαρχες/κύριες τάσεις στον χώρο της τέχνης (= ρεύματα).|| Οι τελευταίες τάσεις της μόδας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αυξητικές/διορθωτικές/θετικές/πληθωριστικές/σταθεροποιητικές τάσεις. ~ για ανάκαμψη. Μικτές τάσεις στα επιτόκια. Τάσεις περιορισμού της ζήτησης. Η αγορά παρουσιάζει (ελαφρά/έντονα) καθοδική/πτωτική ~ (πβ. πορεία). Ανοδικές τάσεις αναμένεται να σημειωθούν/επικρατούν στο Χρηματιστήριο. Παράγοντας που διαμορφώνει/καθορίζει τις τάσεις στις επιχειρήσεις. 2. προδιάθεση, προτίμηση ή κλίση: (ΙΑΤΡ.) ~ για παχυσαρκία. ~ για/προς εμετό. Λιποθυμικές τάσεις. Βλ. υπέρ-, υπό-ταση.|| Ερωτική/καταναλωτική ~ (βλ. μανία, παρόρμηση). ~ προς την τελειομανία (= ροπή). ~ ενός ατόμου για επιβολή. Έχει την ~ να λέει ψέματα (πβ. ρέπω). Τάσεις αυτοκτονίας/φυγής. Διακατέχεται από ανταγωνιστικές/αυτοκαταστροφικές/επιθετικές τάσεις.|| Άνθρωπος με καλλιτεχνικές τάσεις. Πβ. έφεση, ταλέντο, φλέβα. 3. ΗΛΕΚΤΡ. η διαφορά δυναμικού μεταξύ των δύο άκρων ενός αγωγού, στην οποία οφείλεται η ροή του ηλεκτρικού ρεύματος: ηλεκτρική/σταθερή/συμβατική/συνεχής/χαμηλή ~. ~ (λειτουργίας) 220 βολτ. ~ εξόδου της γεννήτριας/τροφοδοσίας του κυκλώματος. Δίκτυο/παροχή ~ης. Μετασχηματιστής/ρυθμιστής ~ης. Μεταβολή/υπολογισμός της ~ης. Διακοπή της ηλεκτροδότησης και πτώση της ~ης. Μετρητικά όργανα/πίνακες/πυλώνες/σύρματα υψηλής ~ης. Αυξάνω την ~. Πβ. βολτάζ. 4. ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. το σύνολο των εσωτερικών δυνάμεων που αναπτύσσει ένα σώμα, για να εξουδετερώσει τις οφειλόμενες σε εξωτερικά αίτια παραμορφώσεις: διατμητική ~. ~ διαρροής/θραύσης/τήξης.|| ~ ατμών (: η πίεση που ασκούν τα μόρια του ατμού πάνω από υγρό που βρίσκεται σε κλειστό δοχείο, όταν έχει αποκατασταθεί η ισορροπία). 5. (λόγ.) έκταση, τράβηγμα: ~ των χεριών προς τα εμπρός (= τέντωμα).|| (ΦΥΣΙΟΛ.) Μυϊκή ~ (= σύσπαση).|| (ΙΑΤΡ.) Αίσθημα ~ης στο κεφάλι/στην κοιλιά. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενη τάση: ΗΛΕΚΤΡ. που η τιμή και η πολικότητά της μεταβάλλονται περιοδικά., επιφανειακή τάση: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. ελκτική δύναμη που ασκείται στην επιφάνεια ενός υγρού, με αποτέλεσμα αυτό να συστέλλεται, αποκτώντας ελαστική υφή., βύθιση τάσης βλ. βύθιση, σταθεροποιητής τάσης βλ. σταθεροποιητής [< 5: αρχ. τάσις, γαλλ.-αγγλ. tension] | |
| 49832 | τάσι | τά-σι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. κύπελλο με πλατύ χείλος· κανάτι: ασημένιο/μεταλλικό ~. Πβ. ποτήρι. Βλ. λαβομάνο. 2. δίσκος ζυγαριάς. ● τάσια (τα) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικά ή πλαστικά διακοσμητικά εξαρτήματα με στρογγυλό σχήμα, που καλύπτουν τα μπουλόνια ή/και ολόκληρη τη ζάντα του τροχού αυτοκινήτου. 2. ΜΟΥΣ. ορειχάλκινα πιατίνια κρουστών οργάνων· συνεκδ. κύμβαλο. [< τάσι, 17ος αι. < τουρκ. tas] | |
| 49833 | τασιενεργός | , ή/ός, ό τα-σι-ε-νερ-γός επίθ.: ΧΗΜ. (για ουσία ή παρασκεύασμα) που έχει την ιδιότητα να μειώνει την επιφανειακή τάση του υγρού στο οποίο διαλύεται: ~ός: αφρός. ~ός/~ή: δράση. Τα καθαριστικά και τα απορρυπαντικά είναι ~ά υλικά. Πβ. επιφανειοδραστικός.|| (ως ουσ.) Κατιονικά ~ά (ενν. σκευάσματα). Βιοδιασπώμενα/οργανικά/συνθετικά/φυσικά ~ά (βλ. σαπούνι). [< γαλλ. tensioactif, 1957] | |
| 49834 | Τασμανία | Τα-σμα-νί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διάβολος της Τασμανίας & δαίμονας της Τασμανίας: ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο μαρσιποφόρο (επιστ. ονομασ. Sarcophilus harrisii) με χαρακτηριστικό μαύρο τρίχωμα, άσπρες κηλίδες και μακριά ουρά, το οποίο βρίσκεται αποκλειστικά στο νησί Τασμανία. || Λύκος/τίγρης της ~ας. [< αγγλ. Tasmanian devil] | |
| 49835 | τάσσω | τάσ-σω ρ. (μτβ.) {έτα-ξα, τά-ξω, -χθηκε (λόγ. ετάχ-θη, -θησαν, ταχ-θείς, -θείσα, -θέν), -χθεί, -γμένος (λόγ.) τεταγμένος, τασσ-όμενος, -οντας} (λόγ.): θέτω, καθορίζω: Το χρονικό πλαίσιο που ~ει το δικαστήριο για ... Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ~ει (= επιτάσσει, ορίζει) ο νόμος ... Εντός της ταχθείσης προθεσμίας/~οντας εύλογη προθεσμία. Βλ. δια~, επι~, κατα~, παρα~, προ~.|| Έμεινε πιστός σ' αυτό που τον ~ξε η μοίρα (: σ' αυτό για το οποίο προοριζόταν). ● Παθ.: τάσσομαι: παίρνω θέση, τοποθετούμαι υπέρ ή εναντίον ατόμου ή ομάδας, πρότασης, άποψης: Η κοινή γνώμη ~χθηκε (= συντάχθηκε) με το μέρος/στο πλευρό των απεργών. Υπέρ της πολιτικής της κυβέρνησης/κατά των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων ~χθηκαν οι βουλευτές. Πβ. συμπαρατάσσομαι. ● ΦΡ.: καθείς/έκαστος εφ' ω ετάχθη βλ. έκαστος ● βλ. ταγμένος [< αρχ. τάσσω] | |
| 49836 | τάστα | τά-στα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τάστο}: ΜΟΥΣ. (σε έγχορδα) μικρά μεταλλικά ελάσματα τοποθετημένα κάθετα κατά μήκος της ταστιέρας, τα οποία οριοθετούν τα διαστήματα των ημιτονίων: τα ~ της κιθάρας/του μπουζουκιού. Το βιολί δεν έχει ~.|| Κινητά ~ (= μπερντές). [< ιταλ. tasto] | |
| 49837 | ταστιέρα | τα-στιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τμήμα του βραχίονα έγχορδου οργάνου με μεταλλικά χωρίσματα (τάστα) για τα διαστήματα των ημιτονίων, πάνω από το οποίο περνούν οι χορδές: η ~, ο ζυγός και τα κλειδιά της κιθάρας. Η ~ του μπουζουκιού. Βλ. -ιέρα. | |
| 49839 | τατουάζ | τα-του-άζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τατού 1. τεχνική χάραξης ανεξίτηλων παραστάσεων ή λέξεων, συνήθ. συμβολικών, στο δέρμα, με ειδικά εργαλεία που εισάγουν χρωστικές ουσίες κάτω από την επιδερμίδα· συνεκδ. το ίδιο το σχέδιο: μελάνια ~.|| (Ημι)μόνιμο ~. Αφαίρεση/σβήσιμο (του) ~ με λέιζερ. Έκανε/(αργκό) χτύπησε (ένα) ~.|| ~ φρυδιών (: για σχηματισμό ή τονισμό των γραμμών). Πβ. δερματοστιξία, διάστιξη. Βλ. πίρσινγκ. 2. (κατ΄επέκτ.) προσωρινό σχέδιο που αποτυπώνεται στο δέρμα χωρίς χρήση βελόνας: αυτοκόλλητο ~. ~ με χένα. Ξεθώριασμα του ~. ~ που φεύγει με το νερό. [< γαλλ. tatouage, αγγλ. tattoo] | |
| 49840 | τάτσι μίτσι κότσι | {άκλ.} (προφ.): μόνο στη ● ΦΡ.: είναι/τα κάνει τάτσι μίτσι κότσι με κάποιον (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): έχει στενές σχέσεις, δοσοληψίες μαζί του: Τα έχει κάνει ~ ~ με το αφεντικό. | |
| 49841 | ταυ | [ταῦ] ουσ. (ουδ.) {άκλ.} [πρόφ. taf] 1. το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Τ). ~ μικρό (τ). Πβ. τ. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε έχει μορφή Τ: βύσμα/διακλαδωτής/εργαλείο/σωλήνωση τύπου ~.|| (όργανο σχεδίασης παράλληλων και κάθετων γραμμών σε σχήμα Τ) Ξύλινο/πλαστικό ~. Πβ. παραλληλογράφος. Βλ. τρίγωνο.|| (ΦΥΣ.) Σωματίδιο ~. Βλ. λεπτ-, μι-όνιο, νετρίνο. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλό ταυ: ΟΙΚΟΔ. είδος μεταλλικών ή ξύλινων δοκαριών διατομής Τ: δοκοί/σύνδεσμοι ~ού ~. [< αρχ. ταῦ, γαλλ.-αγγλ. tau] | |
| 49842 | ταυρί | ταυ-ρί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. νεαρός συνήθ. ταύρος. 2. (μτφ.-εμφατ.) νέος άνδρας με ιδιαίτερη αντοχή, ορμή ή/και φυσική δύναμη: Είναι σκέτο/σωστό ~. | |
| 58774 | ταυρίνη | ταυ-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧΗΜ. αμινοξύ (σύμβ. C2H7NO3S) που συντίθεται στον ανθρώπινο οργανισμό από κυστεΐνη και μεθειονίνη. Βλ. ενεργειακό ποτό. [< γερμ. Taurin, 1827, γαλλ. taurine, 1833 < λατ. taurinus < taurus, αρχ. ταύρος] | |
| 49843 | ταυρίσιος | , ια, ιο ταυ-ρί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με τον ταύρο ή ταιριάζει σε αυτόν: ~ιο: δέρμα. ~ια: κέρατα.|| (μτφ.) ~ιος: σβέρκος (= χοντρός, μονοκόμματος). ~ιο: βλέμμα (= επιθετικό)/πείσμα (πβ. γαϊδουρινό, μουλαρίσιο). Βλ. -ίσιος. | |
| 49844 | ταυροθυσία | ταυ-ρο-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. -ΛΑΟΓΡ. θυσία ταύρου ως προσφορά σε θεότητα ή Άγιο: το τελετουργικό της ~ας. Βλ. κουρμπάνι. [< πβ. αρχ. ταυροθύσια (τα)] | |
| 49845 | ταυροκαθάψια | ταυ-ρο-κα-θά-ψι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΡΧ. (στη μινωική Κρήτη) αγώνισμα τελετουργικού χαρακτήρα κατά το οποίο ο αθλητής έπιανε τα κέρατα του ταύρου, περνούσε πάνω από τη ράχη του και προσγειωνόταν πίσω του, στο έδαφος. [< μτγν. ταυροκαθάψια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ