Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5020-5040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4097άνισος, η, ο [ἄνισος] ά-νι-σος επίθ. 1. που δεν γίνεται μεταξύ ίσων μερών, που δεν είναι ίδιος για όλους: ~ος: αγώνας/καταμερισμός (π.χ. της εργασίας). ~η: αμοιβή/αναμέτρηση/ανάπτυξη/αντιμετώπιση/επίδοση (λ.χ. στο σχολείο)/κατανομή (= ανισοκατανομή)/μάχη (με τον καρκίνο/με τη φωτιά)/μεταχείριση/σύγκριση/συμμετοχή. ~ο: παιχνίδι. ~οι: όροι. ~ες: ευκαιρίες. Συνθήκες ~ου ανταγωνισμού. Πβ. άδικος, ανισομερής. ΑΝΤ. δίκαιος (1) 2. που δεν είναι ίσος με άλλον: ~ες: αποστάσεις/δυνάμεις/πλευρές. ~α: μεγέθη/ποσά. ΑΝΤ. ισομεγέθης, ίσος (1) 3. που δεν έχει σταθερή ποιότητα ή εξέλιξη: ~η: ταινία. ~ο: ύφος. ● επίρρ.: άνισα [< αρχ. ἄνισος, γαλλ. inégal]
4098ανισοσκέλεια[ἀνισοσκέλεια] α-νι-σο-σκέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. απουσία ισοσκελισμού ή γενικότ. ισορροπίας, ισότητας: ~ εσόδων και εξόδων/του ισοζυγίου (πληρωμών). || Οι κατά φύλο ~ες στην κατανομή των επαγγελμάτων. Πβ. ανισορροπία, ανισότητα, δυσ-αναλογία, -αρμονία. 2. ΙΑΤΡ. & ανισοσκελία: δυσμορφία κατά την οποία το ένα πόδι είναι κοντύτερο από το άλλο. Βλ. βλαισο-, πλατυ-, ραιβο-ποδία. [< 1: αγγλ. disequilibrium, 1923]
4099ανισοσκελής, ής, ές [ἀνισοσκελής] α-νι-σο-σκε-λής επίθ. (επιστ.): που έχει άνισα σκέλη, μέρη ή πλευρές: (ΜΑΘ.) ~ής: γωνία. ~ές: τρίγωνο (ΣΥΝ. σκαληνό).|| ~ής: βραχίονας/σταυρός. ~ής: αψίδα. Πβ. ανισομερής.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: προϋπολογισμός (: του οποίου τα έσοδα και τα έξοδα δεν έχουν ισοσκελιστεί). ΑΝΤ. ισοσκελής [< μτγν. ἀνισοσκελής]
4100ανισοσύλλαβος, η, ο [ἀνισοσύλλαβος] α-νι-σο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα ή ποίημα) που δεν έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις ή τους στίχους αντίστοιχα. Βλ. ανομοιοκατάληκτος. ΑΝΤ. ισοσύλλαβος [< γαλλ. imparisyllabique, αγγλ. imparisyllabic]
4101ανισότητα[ἀνισότητα] α-νι-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ανισοτήτ-ων} 1. έλλειψη ισότητας: οικονομική/ταξική/φορολογική ~. Εισοδηματικές/μισθολογικές/περιφερειακές ~ες. ~ ευκαιριών/των δύο φύλων. ~ στην εκπαίδευση/εργασία. ~ εις/σε βάρος των ... Άμβλυνση/άρση/διεύρυνση/καταπολέμηση των ~ων. Μάχη ενάντια στη φτώχεια και την ~. Πβ. ανισο-μέρεια, -ρροπία, -σκέλεια. 2. ΜΑΘ. σχέση μεταξύ δύο ποσοτήτων (αριθμών ή μεταβλητών) που συνδέονται με τα σύμβολα ">", "<" ή "≠", τα οποία σημαίνουν "μεγαλύτερο από", "μικρότερο από" ή "διάφορο του" αντίστοιχα (π.χ. 4 > 3, x < 5, y ≠ 2): αλγεβρικές/γεωμετρικές/τριγωνομετρικές ~ες. Πβ. ανίσωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ανισότητα: άνιση κατανομή των κοινωνικών αγαθών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων: ~ ~ και κοινωνικός αποκλεισμός. [< γαλλ. inégalité sociale] [< αρχ. ἀνισότης, γαλλ. inégalité]
4102ανισοτιμία[ἀνισοτιμία] α-νι-σο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): έλλειψη ισότητας στην αξία, τα δικαιώματα ή το κύρος: κοινωνική ~. ~ στις σχέσεις μεταξύ κρατών/των δύο φύλων. ΑΝΤ. ισοτιμία (3)
4103ανισότιμος, η, ο [ἀνισότιμος] α-νι-σό-τι-μος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει την ίδια αξία ή δεν εξασφαλίζει συνθήκες ισότητας: ~η: αντιμετώπιση/θέση (μιας χώρας)/κατανομή (πβ. ανισομερής)/μεταχείριση/πρόσβαση (π.χ. σε κοινωνικά αγαθά). ~οι: όροι. ~ες: σχέσεις. Πβ. άνισος. ΑΝΤ. ίσος (1), ισότιμος (2) ● επίρρ.: ανισότιμα [< μτγν. ἀνισότιμος]
4104ανισοτροπία[ἀνισοτροπία] α-νι-σο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ή κατάσταση ανισότροπου σώματος: μαγνητική κρυσταλλική ~. Συντελεστής ~ας. ΑΝΤ. ισοτροπία [< γαλλ. anisotropie , αγγλ. anisotropy]
4105ανισότροπος, η, ο [ἀνισότροπος] α-νι-σό-τρο-πος επίθ. & ανισοτροπικός: ΦΥΣ. που έχει μεταβλητές ιδιότητες ανάλογα με την κατεύθυνση της μέτρησης: ~α: υλικά. ΑΝΤ. ισότροπος [< γαλλ. anisotrope, αγγλ. anisotropic]
4106ανισοϋψής, ής, ές [ἀνισοϋψής] α-νι-σο-ϋ-ψής επίθ. {ανισοϋψ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που διαφέρει ως προς το ύψος σε σχέση με κάποιον άλλο ή που τα μέρη του έχουν διαφορετικό ύψος: ~ή: επίπεδα. Βλ. ανισο-βαρής, -μεγέθης. ΑΝΤ. ισοϋψής [< μτγν. ἀνισοϋψής]
4107ανιστόρητος, η, ο [ἀνιστόρητος] α-νι-στό-ρη-τος επίθ. 1. (μειωτ.) που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια ή (για πρόσ.) που την αγνοεί: ~η: πράξη/προσέγγιση. ~ο: βιβλίο. ~οι: ισχυρισμοί. ~ες: απόψεις/διεκδικήσεις. ~α: επιχειρήματα (βλ. αβάσιμος, αστήρικτος)/μυθεύματα.|| (ως ουσ.-προφ.) Ακόμη και ο πιο ~ το ξέρει αυτό! Τόσο ~ είσαι; Βλ. ανίδεος, αστοιχείωτος, άσχετος. 2. (σπάν.-για ναό, χειρόγραφο) που δεν διακοσμήθηκε με αγιογραφίες, ιερές παραστάσεις. ΑΝΤ. ιστορημένος ● επίρρ.: ανιστόρητα [< μτγν. ἀνιστόρητος ‘απληροφόρητος’]
4108ανιστορικός, ή, ό [ἀνιστορικός] α-νι-στο-ρι-κός επίθ.: που δεν σχετίζεται με την ιστορία: ~ή: αντίληψη/θεώρηση/προσέγγιση. ~ές: ερμηνείες. ΑΝΤ. ιστορικός (6) [< αγγλ. unhistorical, γαλλ. non-historique]
4109ανιστορικότητα[ἀνιστορικότητα] α-νι-στο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έλλειψη ιστορικότητας. 2. άγνοια της ιστορίας.
4110ανιστορώ[ἀνιστορῶ] α-νι-στο-ρώ ρ. (μτβ.) {ανιστορ-είς ...| -είται, -ήθηκε} ΣΥΝ. ιστορώ 1. (λογοτ.) αφηγούμαι, εξιστορώ: ~εί θρύλους και μύθους. ΣΥΝ. διηγούμαι 2. (λόγ.) διακοσμώ επιφάνεια με αγιογραφίες: Εκκλησάκια που έχουν ~ηθεί από τον ζωγράφο ... ΣΥΝ. αγιογραφώ (1) [< αρχ. ἀνιστορῶ]
4111ανίσχυρος, η, ο [ἀνίσχυρος] α-νί-σχυ-ρος επίθ.: που δεν έχει ισχύ, δύναμη: ~ος: αντίπαλος. ~η: διοίκηση/θέληση/μειοψηφία/χώρα. ~ο: επιχείρημα (πβ. σαθρό)/νόμισμα. Μικρός και ~ λαός. ~οι και απροστάτευτοι πολίτες. ~ μπροστά στο κατεστημένο/στα πάθη/στα προβλήματα/στα συμφέροντα. Αισθάνομαι/νιώθω ~. (ως ουσ.) Οι κοινωνικά ~οι. Πβ. αδύναμος, αδύνατος, ασθενής.|| (ΝΟΜ.) ~η: απόφαση/διάταξη (: χωρίς νομική ισχύ). ΑΝΤ. δυνατός (1), ισχυρός (1) [< μτγν. ἀνίσχυρος]
4112ανίσως[ἀνίσως] α-νί-σως σύνδ. (λογοτ.-παρωχ.): (συχνά προηγείται ή ακολουθεί το "και" ή "κι") αν τυχόν, μήπως. [< μεσν. ανίσως]
4113ανίσωση[ἀνίσωση] α-νί-σω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. ανισότητα που περιέχει μία ή περισσότερες μεταβλητές: διπλή ~. ~ που αληθεύει για κάθε x>0. ~ώσεις-εξισώσεις α'/β' βαθμού. Επίλυση ~ώσεων. [< μτγν. ἀνίσωσις, γαλλ. inéquation]
4114ανίχνευση[ἀνίχνευση] α-νί-χνευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εντοπισμός και ταυτοποίηση με τη βοήθεια της τεχνολογίας: αυτόματη ~. ~ αερίων/ακτινοβολίας/δορυφόρων/ιών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/λαθών/πλαστών χαρτονομισμάτων.|| (ΙΑΤΡ.) Μοριακή ~. ~ αίματος στα κόπρανα/αντισωμάτων/DNA/νόσου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ εκρηκτικών/όπλων και χημικών. Βλ. πυρ~, τηλε~. 2. λεπτομερής διερεύνηση, εξέταση: ~ του εδάφους.|| (μτφ.) ~ κινήτρων/μαθησιακών δυσκολιών/προθέσεων. [< μεσν. ανίχνευσις, αγγλ. detection, γαλλ. détection, 1929]
4115ανιχνεύσιμος, η, ο [ἀνιχνεύσιμος] α-νι-χνεύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να ανιχνευθεί: (μη) ~ος: ιός. ~η: βλάβη. ~ο: σήμα. ~ες: ουσίες (στο αίμα). ~α: επίπεδα (αλλεργιογόνων)/φαινόμενα. Πβ. αναγνωρίσ-, διαπιστώσ-, εντοπίσ-, επαληθεύσ-ιμος. [< αγγλ. detectable]
4116ανιχνευσιμότητα[ἀνιχνευσιμότητα] α-νι-χνευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ιχνηλασιμότητα. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.