Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50380-50400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49846ταυρομαχίαταυ-ρο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): είδος λαϊκού θεάματος κυρ. της Ισπανίας, στο οποίο ο ταυρομάχος προκαλεί τον ταύρο, με σκοπό να τον θανατώσει: αγώνες/αρένα ~ας. Βλ. -μαχία. [< μτγν. ταυρομαχία, γαλλ. tauromachie, αγγλ. tauromachy, γερμ. Tauromachie]
49847ταυρομάχοςταυ-ρο-μά-χος ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που αγωνίζεται σε ταυρομαχίες, πεζός ή έφιππος: το (κόκκινο) πανί/η στολή του ~ου. Η χώρα των ~ων (= Ισπανία). Βλ. -μάχος. ΣΥΝ. ματαντόρ, τορέρο [< γαλλ. toréador]
49848ταύρος[ταῦρος] ταύ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. αρσενικό βόδι που προορίζεται για αναπαραγωγή: εκτροφή ~ων. Βλ. αγελάδα.|| (ΑΡΧ.-ΛΑΟΓΡ.) Θυσία ~ου (= ταυροθυσία). 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου· το δεύτερο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Απριλίου-20 Μαΐου) μεταξύ Κριού και Διδύμων· {κ. θηλ. προφ. ταυρίνα} (συνεκδ.) ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. Βλ. Πλειάδες. 3. (μτφ.) δυνατός ή εξοργισμένος άνδρας: Δεν τον φοβάμαι στη δουλειά, είναι ~ (πβ. σκύλος).|| Όρμηξε (καταπάνω του) σαν ~ σε κόκκινο πανί. Κατέφτασε σαν αφηνιασμένος ~. Βλ. τίγρη. ● Υποκ.: ταυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαινόμενος ταύρος (λόγ.): έξαλλoς, εξαγριωμένος άνθρωπος: Όταν νευριάσει γίνεται ~ ~. Όρμησε σαν ~ ~ στον αγωνιστικό χώρο. ● ΦΡ.: πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα: αντιμετωπίζω με ταχύτητα και αποφασιστικότητα μια δύσκολη κατάσταση., σαν ταύρος σε υαλοπωλείο & (λόγ.) ως ταύρος εν υαλοπωλείω: για άτομο που αντιδρά ανεξέλεγκτα και παρορμητικά, προξενώντας καταστροφές σε έναν χώρο: Μπήκε/μπούκαρε μέσα ~ ~. Χίμηξε ~ ~ και τα διέλυσε όλα. [< αρχ. ταῦρος]
49849ταυτ-βλ. ταυτο-
49850ταύτα[ταῦτα] ταύ-τα δεικτ. αντων. {τούτων} (λόγ.): αυτά. Κυρ. στις ● ΦΡ.: διά ταύτα: γι' αυτούς τους λόγους, γι' αυτό: ~ ~, η Βουλή αποφασίζει ... (ΝΟΜ.) Τα στοιχεία είναι συντριπτικά, ~ ~, το δικαστήριο κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο (βλ. διατακτικό)., κατά ταύτα: σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί: Τα μέτρα αποσκοπούν, ~ ~, στην ..., μετά ταύτα: ύστερα από αυτά: Οι αντιδράσεις ήταν μαζικές. ~ ~ (= κατόπιν αυτού/τούτου), εκδόθηκε νέο διάταγμα., το διά ταύτα: το συμπέρασμα, οι διαπιστώσεις: Για να καταλήξουμε/πάμε/περάσουμε στο ~ ~ της υπόθεσης ... Προχωρώντας στο ~ ~, προτείνω ... Και έρχομαι στο ~ ~. Πβ. προκείμενο., παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο [< αρχ. ταῦτα]
49851ταυτάριθμος, ος/η, ο ταυ-τά-ριθ-μος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για επίσημο έγγραφο ή απόφαση) που έχει τον ίδιο αριθμό με προηγούμενο· ειδικότ. που παίρνει τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου με το έγγραφο κοινοποίησης: αντίγραφο, ~ο με το πρωτότυπο.|| ~η: εγκύκλιος. ~ο: πρακτικό συνεδρίασης.|| (ως ουσ.) Το ~ο της υπογραφείσας σύμβασης.
49852ταυτίζωταυ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ταύτι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, ταυτίζ-οντας, -όμενος, ταυτι-σμένος} 1. εκλαμβάνω κάτι ή κάποιον ως όμοιο, ταυτόσημο με άλλο(ν), εξομοιώνω: Το κοινό ~ει τους ηθοποιούς με τους ρόλους τους.|| Μην ~εις τη γνώση με τους βαθμούς στις εξετάσεις (πβ. εξισώνω, μπερδεύω, συγχέω). Πβ. συν~. ΑΝΤ. διακρίνω (2), διαχωρίζω 2. εξακριβώνω την ταυτότητα προσώπου, πιστοποιώ το είδος ή την προέλευση αντικειμένου: Οι Αρχές δεν έχουν ~σει ακόμα τα αποτυπώματα/το DNA. Βλ. αναγνωρίζω. ΣΥΝ. ταυτοποιώ ● Παθ.: ταυτίζομαι 1. υιοθετώ ένα πρότυπο και το αναπαράγω, συνειδητά ή ασυνείδητα: ~ με μουσικά είδωλα/μυθιστορηματικούς ήρωες. Βλ. αντιγράφω.|| (ΨΥΧΟΛ.) Το κορίτσι ~εται με τη μητέρα και το αγόρι με τον πατέρα (βλ. μιμούμαι).|| ~ με μια ιδέα. 2. συμπίπτω, συμφωνώ απολύτα: (ΓΕΩΜ.) Ευθείες που ~ονται.|| ~ μαζί της. ~εται με τις θέσεις του κόμματός του (πβ. ασπάζομαι). Οι απόψεις/στόχοι μας δεν ~ονται. Έννοια ~σμένη (: συνδεδεμένη, συνυφασμένη) με ... [< μτγν. ταὐτίζω, γαλλ. identifier, αγγλ. identify]
49853ταύτισηταύ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ταυτισμός (ο) 1. συσχέτιση, σύνδεση κυρ. εννοιών: ~ του ηθοποιού με τον ρόλο του. ~ του πολιτισμού με την παιδεία.|| Αυθαίρετη/εσφαλμένη ~ της θλίψης με την κατάθλιψη. Πβ. εξίσωση, εξομοίωση, συν~. ΑΝΤ. αποσύνδεση (2), διάκριση (2), διαχωρισμός 2. αναγνώριση, προσδιορισμός ταυτότητας: ~ των αποτυπωμάτων/του DNA του υπόπτου με το δείγμα γενετικού υλικού. Πβ. ταυτοποίηση. Βλ. αντιστοίχιση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ ευρημάτων (: προσδιορισμός κατηγορίας, χρονολόγηση). (Ακριβής/πιθανή) ~ αρχαίου οικισμού. (Γεωγραφική) ~ ομηρικών τόπων.|| (ΦΙΛΟΛ.) Κανόνες για την ~ παλαιών εκδόσεων (: εξακρίβωση της γνησιότητας ή/και της προέλευσής τους). 3. σύμπτωση, συμφωνία: ~ του αφηγητή με τον συγγραφέα.|| Πολιτική ~ (πβ. ευθυγράμμιση). ~ συμφερόντων (ΑΝΤ. σύγκρουση). Απόλυτη/πλήρης/προφανής ~ απόψεων/εκτιμήσεων/θέσεων (πβ. ταυτότητα· ΑΝΤ. διάσταση). Σημεία ~ης (: επαφής, σύγκλισης. ΑΝΤ. απόκλιση). 4. υιοθέτηση ενός προτύπου και συνειδητή ή ασυνείδητη αναπαραγωγή του: (ΨΥΧΟΛ.) αρνητική/θετική/συναισθηματική ~ (βλ. ενσυναίσθηση). Ο μηχανισμός της ~ης. ~ του ομήρου με τον απαγωγέα (βλ. σύνδρομο της Στοκχόλμης). Πολλαπλές ~ίσεις. Βλ. απώθηση, προβολή.|| ~ του αναγνώστη με τον ήρωα του βιβλίου. [< γαλλ.-αγγλ. identification]
49854ταυτο- & ταυτό- & ταυτ-: πρόθημα που δηλώνει ταύτιση, ομοιότητα: ταυτο-ποίηση. Tαυτό-σημος. Ταυτ-ίζομαι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ταυτο-προσωπία (ΑΝΤ. ετερο-).
49855ταυτολογίαταυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μία έννοια διατυπώνεται περισσότερες από μία φορές με ίδια ή συνώνυμα γλωσσικά στοιχεία ("είναι μακριά στην ξενιτιά, είναι μακριά στα ξένα")· κατ' επέκτ. επανάληψη ενός νοήματος με διαφορετική διατύπωση. Βλ. πλεονασμός.|| Η συζήτηση για τα αυτονόητα είναι ~. Βλ. -λογία. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) η επανάληψη σε έναν ορισμό του οριζόμενου στη θέση του ορίζοντος ("ένα άλογο είναι ένα άλογο")· (στον προτασιακό λογισμό) σύνθετη πρόταση που είναι αληθής σε κάθε περίπτωση: η ~ των κυκλικών ορισμών.|| Η ~ στα Μαθηματικά. Η άρνηση μιας ~ας αποτελεί λογική αντίφαση. [< μτγν. ταυτολογία, γαλλ. tautologie, αγγλ. tautology]
49856ταυτολογικός, ή, ό ταυ-το-λο-γι-κός επίθ.: που αποτελεί ταυτολογία: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: ορισμός (βλ. κυκλικός). ~ή: διαπίστωση.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: συνεπαγωγή. ● επίρρ.: ταυτολογικά [< μτγν. ταυτολογικός, γαλλ. tautologique, αγγλ. tautological]
49857ταυτολογώ[ταυτολογῶ] ταυ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ταυτολογ-εί} (λόγ.): λέω τα ίδια πράγματα, χρησιμοποιώντας παρόμοια λόγια, επαναλαμβάνομαι: ~εί και περιττολογεί. Βλ. αναμασώ, -λογώ. [< μτγν. ταυτολογῶ]
49858ταυτομέρειαταυ-το-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. είδος συντακτικής ισομέρειας, κατά την οποία δύο ισομερείς ενώσεις διαφέρουν μόνο ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. [< γερμ. Tautomerie, γαλλ. tautomérie, αγγλ. tautomerism]
49859ταυτομερής, ής, ές ταυ-το-με-ρής επίθ. {ταυτομερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΧΗΜ. (για ένωση) που παρουσιάζει ταυτομέρεια: ~ής: δομή. Ισορροπία ~ών μορφών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ής: μεταβολή/μετατροπή. [< γαλλ. tautomère, αγγλ. tautomeric]
49860ταυτοπάθειαταυ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσταση κατά την οποία βιώνει κανείς την ίδια κατάσταση με κάποιον άλλο, παθαίνει τα ίδια με αυτόν: Η ηθοποιός ενσαρκώνει με αφοπλιστική ~ το θύμα. Bλ. ομοιοπάθεια.|| (συνηθέστ. παλαιότ., ανταποδοτική βία, τιμωρία ενός εγκλήματος με άλλο έγκλημα) Η ~ σε αρχαίους πολιτισμούς. Η βεντέτα είναι μια μορφή ~ας. Βλ. αντεκδίκηση, -πάθεια. [< μτγν. ταυτοπάθεια]
49861ταυτοποίησηταυ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) : προσδιορισμός της ταυτότητας, αναγνώριση, ταύτιση: ~ των ευρημάτων/του προϊόντος (βλ. ιχνηλασιμότητα). Επιβεβαίωση της ~ης. Ψηφιακή ~ (του κατόχου του διαβατηρίου). Ηλεκτρονική ~ (των αδέσποτων ζώων). ~ των αποτυπωμάτων/του προσώπου (του δράστη)/του πτώματος. ~ μέσω DNA.|| ~ των καρτοκινητών τηλεφώνων (με τα στοιχεία του κατόχου τους). Τους πήγαν στο Τμήμα για ~ στοιχείων (πβ. εξακρίβωση· βλ. διασταύρωση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. identification]
49862ταυτοποιητικός, ή, ό ταυ-το-ποι-η-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή βοηθά στην ταυτοποίηση: ~ή: μέθοδος/συσχέτιση. ~ό: (επίσημο) έγγραφο. ~ά: στοιχεία. Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. identificatoire, 1974]
49863ταυτοποιώ[ταυτοποιῶ] ταυ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ταυτοποι-εί ..., -ώντας | ταυτοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: προσδιορίζω, πιστοποιώ την ταυτότητα, συνήθ. ατόμου, αναγνωρίζω: Ηλεκτρονικά ίχνη που ~ούν τους ενόχους. Τα αποτυπώματα των δραστών ~ήθηκαν στο εγκληματολογικό εργαστήριο. ~ήθηκε η σορός του. || Λογότυπο/σήμανση που ~εί μια εταιρεία/ένα προϊόν (βλ. διακρίνω). Δεν ~ήθηκε ο επικίνδυνος ιός στο δείγμα (βλ. ανιχνεύω). Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. ταυτίζω (2) [< μτγν. ταυτοποιῶ ‘κάνω το ίδιο πράγμα’, γαλλ. identifier, αγγλ. identify]
49864ταυτοπροσωπίαταυ-το-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. (στη σύνταξη της αρχαίας Ελληνικής και της Λατινικής) ταύτιση του υποκειμένου του απαρεμφάτου και του ρήματος. ΑΝΤ. ετεροπροσωπία 2. ΓΡΑΜΜ. (στη νέα Ελληνική) σύνταξη κατά την οποία δύο ή περισσότερες προτάσεις έχουν το ίδιο υποκείμενο. 3. (λόγ.) ταυτότητα: έλεγχος ~ας (: των στοιχείων) των επιβατών/των φιλάθλων. Βλ. πλαστοπροσωπία.
49865ταυτοσημίαταυ-το-ση-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ταύτιση των σημασιών λέξεων ή φράσεων, ταυτότητα περιεχομένου: ~ όρων. Πβ. συνωνυμία. ΑΝΤ. αντωνυμία.|| ~ δύο εννοιών. ~ μηνύματος και ερμηνείας. Βλ. -σημία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.