Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50400-50420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49866ταυτόσημος, η, ο ταυ-τό-ση-μος επίθ. 1. που είναι όμοιος, ίδιος με άλλον: ~ος: ρόλος. ~η: εξέλιξη (: παρόμοια)/πορεία (: παράλληλη). ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: απόψεις. ~α: συμπεράσματα. ~ο δίπλωμα/πτυχίο της ημεδαπής (πβ. ισοδύναμος). Πβ. πανομοιότυπος. 2. ΓΛΩΣΣ. (για λέξη ή φράση) που συμπίπτει ως προς τη σημασία ή το περιεχόμενο με άλλη: ~οι: όροι. Πβ. συνώνυμος.|| ~ες: έννοιες. ΑΝΤ. αντίθετος, διαφορετικός. Βλ. -σημος. ● Ουσ.: ταυτόσημα (τα): ΓΛΩΣΣ. απόλυτα συνώνυμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ταυτόσημη διακοίνωση βλ. διακοίνωση [< μεσν. ταυτόσημος]
49867ταυτότηταταυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ταυτοτήτων} 1. το σύνολο των ειδικών στοιχείων για την αναγνώριση ατόμου ή αντικειμένου: διαπίστωση/εξακρίβωση της ~ας. Αποδεικνύω την ~ά μου. Πβ. ταυτοπροσωπία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Κωδικοί πρόσβασης για έλεγχο της ~ας των χρηστών. Ηλεκτρονική Υπηρεσία Απόκτησης Ακαδημαϊκής ~ας.|| ~ προϊόντος. Ανταλλακτικά αγνώστου ~ας (= προέλευσης). Δελτίο ενεργειακής ~ας κτιρίου (: έντυπο με την περιγραφή των ενεργειακών του χαρακτηριστικών). 2. επίσημο έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια Αρχή και με το οποίο επιτυγχάνεται η αναγνώριση ατόμου· ειδικότ. βραχιόλι με χαραγμένο συνήθ. το όνομα του κατόχου του: απώλεια/θεώρηση/κλοπή ~ας. Αριθμός/έκδοση/επίδειξη ~ας. Βουλευτική/δημοσιογραφική/στρατιωτική/υπηρεσιακή/φοιτητική (= πάσο) ~. ~ μέλους.|| Ασημένια/χρυσή ~. Φοράει ~ στο χέρι. 3. (κατ' επέκτ.) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ατόμου ή ομάδας: ατομική/γενετική (πβ. DNA)/γλωσσική/εθνική/εθνοτική/έμφυλη/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική/σεξουαλική/συλλογική/τοπική ~. Πολλαπλές ~ες. Εμπορική/εταιρική ~ (: λογότυπο, επαγγελματικές κάρτες, επιγραφές). ~ έργου/έρευνας (: σχέδιο, προφίλ δείγματος, κριτήρια)/εφημερίδας (: ο χώρος όπου αναγράφονται ο ιδιοκτήτης, ο εκδότης, ο διευθυντής)/οργάνωσης. Διαμόρφωση/διατήρηση/επιλογή/κατασκευή/κρίση ~ας. Αποκτώ/χάνω την ~ά μου. Παράγοντες που καθορίζουν την ~ ενός λαού. Κόμμα με ξεκάθαρη/με σαφή/χωρίς (ιδεολογική) ~. Πβ. φυσιογνωμία. Βλ. ιδιαιτερ-, προσωπικ-ότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) Διαταραχή ~ας φύλου (= σεξουαλικής ~ας).|| Άνθρωπος με διπλή ~ (= ζωή). 4. σχέση απόλυτης ομοιότητας, σύμπτωση, ταύτιση: ~ απόψεων/θέσεων/σκοπών/συμφερόντων (ΑΝΤ. διάσταση, σύγκρουση). Πβ. συμφωνία.|| (ΦΙΛΟΣ.) Αρχή της ~ας (: αρχή της Λογικής κατά την οποία κάθε έννοια ταυτίζεται με τον εαυτό της). 5. ΜΑΘ. ισότητα που επαληθεύεται για όλες τις τιμές που είναι δυνατόν να πάρουν οι μεταβλητές της. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική ταυτότητα 1. μικροτσίπ με τα προσωπικά δεδομένα ατόμου για την ταυτοποίησή του: ~ ~ για νεογνά/πολιτών.|| (για ζώα:) ~ ~ κατοικιδίων. 2. ψηφιακή κάρτα χρήστη για την απόδειξη της ταυτότητάς του κυρ. σε ηλεκτρονικές συναλλαγές. Πβ. έξυπνη κάρτα. 3. ειδική διαδικασία ελέγχου των κτιρίων με σκοπό την ορθή συντήρησή τους, την ασφάλεια των κατασκευών, τη φιλική προς το περιβάλλον οικιστική ανάπτυξη και την καταπολέμηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών και της αυθαίρετης δόμησης. [< 1,2: αγγλ. electronic/e- card] , μεταλλική ταυτότητα & πλακέτα από μέταλλο 1. ΣΤΡΑΤ. πάνω στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου και η ομάδα αίματος του οπλίτη και η οποία φοριέται με αλυσίδα στο λαιμό. 2. που στερεώνεται πάνω στο κολάρο σκύλων για την εύκολη αναγνώρισή τους., αστυνομική ταυτότητα βλ. αστυνομικός, δελτίο ταυτότητας βλ. δελτίο ● ΦΡ.: του πήρε την ταυτότητα (κυρ. αθλητική αργκό): τον νίκησε κατά κράτος, τον κατατρόπωσε. Πβ. παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου). [< αρχ. ταυτότης ‘απόλυτη ομοιότητα’, γαλλ. identité 3: αγγλ. identity crisis, 1941]
49868ταυτοτικός, ή, ό ταυ-το-τι-κός επίθ. 1. που αφορά τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας ατόμου ή ομάδας: ~ή: συνείδηση. ~ά: στοιχεία. 2. ΜΑΘ. που έχει εισαγόμενο και εξαγόμενο με την ίδια τιμή: ~ός: μετασχηματισμός/πίνακας/τελεστής. ~ή: εξίσωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταυτοτική συνάρτηση/απεικόνιση: ΜΑΘ. συνάρτηση με τιμή ίση με την τιμή της μεταβλητής. [< αγγλ. identity function/mapping] [< αγγλ. identical]
49869ταυτοφωνίαταυ-το-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ταυτόχρονη ήχηση στο ίδιο τονικό ύψος δύο ή περισσότερων φωνών ή μουσικών οργάνων: εκτέλεση ~ας. Η χορωδία τραγουδά σε ~.|| Κιθάρες που παίζουν ~. Βλ. συνήχηση, -φωνία. [< μεσν. ταυτοφωνία, αγγλ. tautophony]
48589ταυτόχρονα

συ-νά-μα επίρρ. (προφ.-λογοτ.): ταυτόχρονα, την ίδια χρονική στιγμή: ιστορία απλή και ~ περίπλοκη. Λόγια απλά και επίκαιρα ~. ΣΥΝ. συγχρόνως [< μτγν. συνάμα 'μαζί']

49870ταυτοχρονισμόςταυ-το-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & ταυτοχρονία (η) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ταυτόχρονη εκτέλεση δύο ή περισσότερων διεργασιών σε ένα σύστημα. 2. σύμπτωση ως προς τη χρονική στιγμή ή τη διάρκεια κινήσεων ή φαινομένων: ~ γεγονότων. Πβ. συγχρονισμός.|| (ΦΥΣ.) ~ ηλεκτρικών φορτίων. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ετεροχρονισμός [< αγγλ. concurrency]
49871ταυτόχρονος, η/ος, ο ταυ-τό-χρο-νος επίθ.: που γίνεται την ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με κάτι άλλο: ~ος: έλεγχος. ~η: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση (= παράλληλη)/εκκίνηση/λήξη. ~α: γεγονότα. ~η λήψη/χορήγηση φαρμάκων. ~η ασφάλιση σε δύο Ταμεία. ~η σύνδεση (στο σύστημα) περισσότερων από έναν χρηστών. Βλ. διαδοχικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: προγραμματισμός (βλ. ταυτοχρονισμός). Βλ. -χρονος. ● Ουσ.: ταυτόχρονο (το): το ~ της ψηφοφορίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) Προτερόχρονο, ~ (= σύγχρονο) και υστερόχρονο. ● επίρρ.: ταυτόχρονα & (λόγ.) -όνως: Μιλούσαν ~. Κάνει πολλά πράγματα ~. Πβ. εκ παραλλήλου, παράλληλα. [< γαλλ. tautochrone, αγγλ. tautochronous]
49872ταφήτα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ενταφιασμός νεκρού σώματος· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τελετή: μυστική/χριστιανική ~. ~ του πτώματος (ΑΝΤ. εκ~). Βλ. καύση νεκρών.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του σκηνώματος του Αγίου. Η σταύρωση και η ~ του Χριστού.|| Σε κλειστό οικογενειακό κύκλο έγινε η ~ του ... Βλ. κηδεία.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βασιλική/παιδική ~ (: αρχαίος τάφος, χώρος με λείψανα και κτερίσματα). Αδιατάρακτη ή πρωτογενής ~ (: που βρέθηκε στην αρχική της θέση· πβ. απόθεση). Δευτερογενής ~ (πβ. ανακομιδή). Προϊστορικές ~ές. Βλ. νεκρόπολη. 2. (γενικότ.) τοποθέτηση κάτω από το έδαφος: ~ σκουπιδιών. Παράνομη ~ αποβλήτων. ΣΥΝ. θάψιμο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική ταφή βλ. υγειονομικός [< αρχ. ταφή]
49873ταφικός, ή, ό τα-φι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην ταφή: ~ή: πλάκα (= ταφόπλακα)/τελετουργία. ~ό: μνημείο (βλ. μαυσωλείο)/παρεκκλήσι. ~ά: έθιμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ός: αμφορέας/θάλαμος/ναός/περίβολος/πίθος/τύμβος. ~ή: αρχιτεκτονική/κρύπτη/λάρνακα/λατρεία/στήλη. ~ό: αγγείο/επίγραμμα/ηρώο. ~ές: προσφορές. ~ά: έθιμα/κτερίσματα.
49874ταφόπετρατα-φό-πε-τρα ουσ. (θηλ.): ταφόπλακα.
49875ταφόπλακατα-φό-πλα-κα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ταφόπετρα 1. μαρμάρινη επιτάφια πλάκα στην οποία συνήθ. χαράσσεται το όνομα του νεκρού και η ημερομηνία του θανάτου του: μνήμα χωρίς ~.|| (μτφ.) Η θλίψη τον πλάκωνε σαν βαριά ~. 2. (μτφ.-προφ.) γεγονός ή πράξη που έχει ως αποτέλεσμα το οριστικό τέλος μιας κατάστασης: Η απόφαση ήταν η ~ για τη λειτουργία της επιχείρησης. Η σύγκρουση έβαλε ~ στη συνεργασία τους.
49876τάφοςτά-φος ουσ. (αρσ.) 1. λάκκος όπου τοποθετείται το φέρετρο με το σώμα του νεκρού και στη συνέχεια σκεπάζεται με χώμα· η λαξευτή κατασκευή ή το κτίσμα που το περιέχει· το σημείο στο οποίο έχουν χαθεί ζωές, η αιτία θανάτου ή ο ίδιος ο θάνατος: οικογενειακός ~. Μαζικοί ~οι. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ιερός ~ και η σαρκοφάγος με τα λείψανα του Αγίου. Η πλάκα του ~ου (= ταφόπλακα). Oι ~οι του νεκροταφείου. Πβ. μνήμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίος/ασύλητος/μεγαλιθικός (βλ. ντολμέν) ~. Υπόγειος κτιστός ~. ~ με επιτύμβια στήλη. Είσοδος/ευρήματα/κτερίσματα/προθάλαμος ~ου. Βλ. νεκρόπολη, τύμβος.|| Μαρμάρινος/μεγαλοπρεπής ~. Πβ. κενοτάφιο.|| Οι εγκαταστάσεις κατέρρευσαν και έγιναν ο ~ για δεκάδες ανθρώπους. 2. (μτφ.) καταστροφή, τέλος: Ανοίγει/σκάβει μόνος τον ~ο του (: υπονομεύει ο ίδιος τον εαυτό του). 3. (μτφ.-προφ.) έμπιστος, εχέμυθος άνθρωπος: Είναι ~, δεν λέει μυστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: ξηρός τάφος: Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών (ακρ. ΧΥΤΡΕ)., Πανάγιος/Άγιος Τάφος: ΕΚΚΛΗΣ. ο τάφος του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα· συνεκδ. ο τόπος και ο ναός στον οποίο βρίσκεται., θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος βλ. θαλαμωτός, ομαδικός τάφος βλ. ομαδικός, υγρός τάφος βλ. υγρός ● ΦΡ.: ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος: τάφος των ξεχωριστών ανδρών είναι ολόκληρη η γη, οι διαπρεπείς άνδρες τιμούνται παντού., θα στριφογυρίζει στον τάφο του (μτφ.-ειρων.): για νεκρό που τα έργα των επιγόνων του προσβάλλουν τη μνήμη του. Πβ. θα τρίζουν τα κόκαλά του. [< γαλλ. se retourner dans sa tombe] , ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο βλ. ακολουθώ, άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο βλ. πόδι, στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια βλ. στέλνω [< αρχ. τάφος, γαλλ. tombe]
49877τάφροςτά-φρος ουσ. (θηλ.): μακρόστενο, βαθύ χαντάκι· τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος: αντιπλημμυρική/αποστραγγιστική/αποχετευτική/αρδευτική/περιφερειακή ~. Πβ. όρυγμα. Βλ. λάκκος.|| (παλαιότ., γύρω από φρούρια:) Αμυντική/μεσαιωνική/υδάτινη ~. Το κάστρο περιβαλλόταν από ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική τάφρος: ΓΕΩΛ. σημείο καταβύθισης δύο τεκτονικών πλακών, που δημιουργείται από δύο παράλληλα ρήγματα. [< αγγλ. rift valley] , ωκεάνια τάφρος: ΩΚΕΑΝ. επίμηκες στενό ρήγμα του θαλάσσιου πυθμένα, με μεγάλο βάθος: οι ~ες ~οι του Ειρηνικού. [< αγγλ. ocean(ic) trench] [< αρχ. τάφρος]
49878ταφταδένιος, ια, ιο τα-φτα-δέ-νιος επίθ. (λαϊκό): που έχει φτιαχτεί από ταφτά: ~ιο: φόρεμα. Βλ. -ένιος.
49879ταφτάςτα-φτάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): γυαλιστερό ύφασμα από λεπτό, πυκνοϋφασμένο μετάξι· συνεκδ. ταφταδένιο ένδυμα: τουαλέτα/φόρεμα από ~ά. Βλ. σατέν. [< τουρκ. tafta]
49880τάχα

τά-χα επίρρ. (προφ.-λογοτ.) & (λαϊκό) τάχατε(ς) 1. ως έκφραση αμφισβήτησης των λεγομένων και της συμπεριφοράς κάποιου, δήθεν: (συνήθ. ειρων.) Κοίταζε με ~ αθώο ύφος (πβ. φαινομενικά). Κόπτονται, ~, για το κοινό συμφέρον. Δεν μου το είπε, για να μην στενοχωρηθώ ~ (πβ. και καλά).|| (σε διήγηση:) Είδε στον ύπνο του πως ήταν τάχατες ... (πβ. λέει). 2. (σε ερώτηση) άραγε, μήπως: ~ θα μείνει (πβ. ποιος ξέρει); Ποιος να 'ναι ~ αυτός; Τι να σκέφτεται ~ για μένα; Πβ. σάμπως. ● ΦΡ.: τάχα μου τάχα μου (προφ.-ειρων.): υποτίθεται: Ήρθε επειδή ~ ~ τους πεθύμησε. Έχει ανοιχτό το βιβλίο μπροστά του ~ ~ ότι μελετά. [< αρχ. τάχα, μεσν. τάχατες]

49881τάχειβλ. τάχος
49882ταχεία[ταχεῖα] τα-χεί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): τρένο εξπρές. Βλ. υπερ~. [< γαλλ. le rapide]
49883ταχέωςτα-χέ-ως επίρρ. (λόγ.) 1. γρήγορα, με ταχύτητα: ~ μεταβαλλόμενες συνθήκες. Χώρα που ανήκει στις ~ αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αυξάνεται ~ η ανεργία. Η νόσος εξαπλώθηκε ~ (πβ. ραγδαία, ταχύτατα). Σπεύδει ~ να ... ΑΝΤ. αργά (1), βραδέως 2. σε σύντομο χρονικό διάστημα: Θα ληφθούν ~ μέτρα για ... Πβ. όπου να 'ναι. [< αρχ. ταχέως]
49884ταχιάτα-χιά επίρρ. (λαϊκό) 1. αύριο νωρίς νωρίς. ΣΥΝ. πουρνό-πουρνό 2. σε λίγο, σύντομα. 3. γρήγορα, αμέσως. ΣΥΝ. ταχύ [< μεσν. ταχιά]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.