| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49849 | ταυτ- | βλ. ταυτο- | |
| 49850 | ταύτα | [ταῦτα] ταύ-τα δεικτ. αντων. {τούτων} (λόγ.): αυτά. Κυρ. στις ● ΦΡ.: διά ταύτα: γι' αυτούς τους λόγους, γι' αυτό: ~ ~, η Βουλή αποφασίζει ... (ΝΟΜ.) Τα στοιχεία είναι συντριπτικά, ~ ~, το δικαστήριο κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο (βλ. διατακτικό)., κατά ταύτα: σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί: Τα μέτρα αποσκοπούν, ~ ~, στην ..., μετά ταύτα: ύστερα από αυτά: Οι αντιδράσεις ήταν μαζικές. ~ ~ (= κατόπιν αυτού/τούτου), εκδόθηκε νέο διάταγμα., το διά ταύτα: το συμπέρασμα, οι διαπιστώσεις: Για να καταλήξουμε/πάμε/περάσουμε στο ~ ~ της υπόθεσης ... Προχωρώντας στο ~ ~, προτείνω ... Και έρχομαι στο ~ ~. Πβ. προκείμενο., παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο [< αρχ. ταῦτα] | |
| 49851 | ταυτάριθμος | , ος/η, ο ταυ-τά-ριθ-μος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για επίσημο έγγραφο ή απόφαση) που έχει τον ίδιο αριθμό με προηγούμενο· ειδικότ. που παίρνει τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου με το έγγραφο κοινοποίησης: αντίγραφο, ~ο με το πρωτότυπο.|| ~η: εγκύκλιος. ~ο: πρακτικό συνεδρίασης.|| (ως ουσ.) Το ~ο της υπογραφείσας σύμβασης. | |
| 49853 | ταύτιση | ταύ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ταυτισμός (ο) 1. συσχέτιση, σύνδεση κυρ. εννοιών: ~ του ηθοποιού με τον ρόλο του. ~ του πολιτισμού με την παιδεία.|| Αυθαίρετη/εσφαλμένη ~ της θλίψης με την κατάθλιψη. Πβ. εξίσωση, εξομοίωση, συν~. ΑΝΤ. αποσύνδεση (2), διάκριση (2), διαχωρισμός 2. αναγνώριση, προσδιορισμός ταυτότητας: ~ των αποτυπωμάτων/του DNA του υπόπτου με το δείγμα γενετικού υλικού. Πβ. ταυτοποίηση. Βλ. αντιστοίχιση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ ευρημάτων (: προσδιορισμός κατηγορίας, χρονολόγηση). (Ακριβής/πιθανή) ~ αρχαίου οικισμού. (Γεωγραφική) ~ ομηρικών τόπων.|| (ΦΙΛΟΛ.) Κανόνες για την ~ παλαιών εκδόσεων (: εξακρίβωση της γνησιότητας ή/και της προέλευσής τους). 3. σύμπτωση, συμφωνία: ~ του αφηγητή με τον συγγραφέα.|| Πολιτική ~ (πβ. ευθυγράμμιση). ~ συμφερόντων (ΑΝΤ. σύγκρουση). Απόλυτη/πλήρης/προφανής ~ απόψεων/εκτιμήσεων/θέσεων (πβ. ταυτότητα· ΑΝΤ. διάσταση). Σημεία ~ης (: επαφής, σύγκλισης. ΑΝΤ. απόκλιση). 4. υιοθέτηση ενός προτύπου και συνειδητή ή ασυνείδητη αναπαραγωγή του: (ΨΥΧΟΛ.) αρνητική/θετική/συναισθηματική ~ (βλ. ενσυναίσθηση). Ο μηχανισμός της ~ης. ~ του ομήρου με τον απαγωγέα (βλ. σύνδρομο της Στοκχόλμης). Πολλαπλές ~ίσεις. Βλ. απώθηση, προβολή.|| ~ του αναγνώστη με τον ήρωα του βιβλίου. [< γαλλ.-αγγλ. identification] | |
| 49854 | ταυτο- & ταυτό- & ταυτ- | : πρόθημα που δηλώνει ταύτιση, ομοιότητα: ταυτο-ποίηση. Tαυτό-σημος. Ταυτ-ίζομαι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ταυτο-προσωπία (ΑΝΤ. ετερο-). | |
| 49855 | ταυτολογία | ταυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μία έννοια διατυπώνεται περισσότερες από μία φορές με ίδια ή συνώνυμα γλωσσικά στοιχεία ("είναι μακριά στην ξενιτιά, είναι μακριά στα ξένα")· κατ' επέκτ. επανάληψη ενός νοήματος με διαφορετική διατύπωση. Βλ. πλεονασμός.|| Η συζήτηση για τα αυτονόητα είναι ~. Βλ. -λογία. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) η επανάληψη σε έναν ορισμό του οριζόμενου στη θέση του ορίζοντος ("ένα άλογο είναι ένα άλογο")· (στον προτασιακό λογισμό) σύνθετη πρόταση που είναι αληθής σε κάθε περίπτωση: η ~ των κυκλικών ορισμών.|| Η ~ στα Μαθηματικά. Η άρνηση μιας ~ας αποτελεί λογική αντίφαση. [< μτγν. ταυτολογία, γαλλ. tautologie, αγγλ. tautology] | |
| 49856 | ταυτολογικός | , ή, ό ταυ-το-λο-γι-κός επίθ.: που αποτελεί ταυτολογία: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: ορισμός (βλ. κυκλικός). ~ή: διαπίστωση.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: συνεπαγωγή. ● επίρρ.: ταυτολογικά [< μτγν. ταυτολογικός, γαλλ. tautologique, αγγλ. tautological] | |
| 49857 | ταυτολογώ | [ταυτολογῶ] ταυ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ταυτολογ-εί} (λόγ.): λέω τα ίδια πράγματα, χρησιμοποιώντας παρόμοια λόγια, επαναλαμβάνομαι: ~εί και περιττολογεί. Βλ. αναμασώ, -λογώ. [< μτγν. ταυτολογῶ] | |
| 49858 | ταυτομέρεια | ταυ-το-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. είδος συντακτικής ισομέρειας, κατά την οποία δύο ισομερείς ενώσεις διαφέρουν μόνο ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. [< γερμ. Tautomerie, γαλλ. tautomérie, αγγλ. tautomerism] | |
| 49859 | ταυτομερής | , ής, ές ταυ-το-με-ρής επίθ. {ταυτομερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΧΗΜ. (για ένωση) που παρουσιάζει ταυτομέρεια: ~ής: δομή. Ισορροπία ~ών μορφών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ής: μεταβολή/μετατροπή. [< γαλλ. tautomère, αγγλ. tautomeric] | |
| 49860 | ταυτοπάθεια | ταυ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσταση κατά την οποία βιώνει κανείς την ίδια κατάσταση με κάποιον άλλο, παθαίνει τα ίδια με αυτόν: Η ηθοποιός ενσαρκώνει με αφοπλιστική ~ το θύμα. Bλ. ομοιοπάθεια.|| (συνηθέστ. παλαιότ., ανταποδοτική βία, τιμωρία ενός εγκλήματος με άλλο έγκλημα) Η ~ σε αρχαίους πολιτισμούς. Η βεντέτα είναι μια μορφή ~ας. Βλ. αντεκδίκηση, -πάθεια. [< μτγν. ταυτοπάθεια] | |
| 49861 | ταυτοποίηση | ταυ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) : προσδιορισμός της ταυτότητας, αναγνώριση, ταύτιση: ~ των ευρημάτων/του προϊόντος (βλ. ιχνηλασιμότητα). Επιβεβαίωση της ~ης. Ψηφιακή ~ (του κατόχου του διαβατηρίου). Ηλεκτρονική ~ (των αδέσποτων ζώων). ~ των αποτυπωμάτων/του προσώπου (του δράστη)/του πτώματος. ~ μέσω DNA.|| ~ των καρτοκινητών τηλεφώνων (με τα στοιχεία του κατόχου τους). Τους πήγαν στο Τμήμα για ~ στοιχείων (πβ. εξακρίβωση· βλ. διασταύρωση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. identification] | |
| 49862 | ταυτοποιητικός | , ή, ό ταυ-το-ποι-η-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή βοηθά στην ταυτοποίηση: ~ή: μέθοδος/συσχέτιση. ~ό: (επίσημο) έγγραφο. ~ά: στοιχεία. Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. identificatoire, 1974] | |
| 49863 | ταυτοποιώ | [ταυτοποιῶ] ταυ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ταυτοποι-εί ..., -ώντας | ταυτοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: προσδιορίζω, πιστοποιώ την ταυτότητα, συνήθ. ατόμου, αναγνωρίζω: Ηλεκτρονικά ίχνη που ~ούν τους ενόχους. Τα αποτυπώματα των δραστών ~ήθηκαν στο εγκληματολογικό εργαστήριο. ~ήθηκε η σορός του. || Λογότυπο/σήμανση που ~εί μια εταιρεία/ένα προϊόν (βλ. διακρίνω). Δεν ~ήθηκε ο επικίνδυνος ιός στο δείγμα (βλ. ανιχνεύω). Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. ταυτίζω (2) [< μτγν. ταυτοποιῶ ‘κάνω το ίδιο πράγμα’, γαλλ. identifier, αγγλ. identify] | |
| 49864 | ταυτοπροσωπία | ταυ-το-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. (στη σύνταξη της αρχαίας Ελληνικής και της Λατινικής) ταύτιση του υποκειμένου του απαρεμφάτου και του ρήματος. ΑΝΤ. ετεροπροσωπία 2. ΓΡΑΜΜ. (στη νέα Ελληνική) σύνταξη κατά την οποία δύο ή περισσότερες προτάσεις έχουν το ίδιο υποκείμενο. 3. (λόγ.) ταυτότητα: έλεγχος ~ας (: των στοιχείων) των επιβατών/των φιλάθλων. Βλ. πλαστοπροσωπία. | |
| 49865 | ταυτοσημία | ταυ-το-ση-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ταύτιση των σημασιών λέξεων ή φράσεων, ταυτότητα περιεχομένου: ~ όρων. Πβ. συνωνυμία. ΑΝΤ. αντωνυμία.|| ~ δύο εννοιών. ~ μηνύματος και ερμηνείας. Βλ. -σημία. | |
| 49866 | ταυτόσημος | , η, ο ταυ-τό-ση-μος επίθ. 1. που είναι όμοιος, ίδιος με άλλον: ~ος: ρόλος. ~η: εξέλιξη (: παρόμοια)/πορεία (: παράλληλη). ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: απόψεις. ~α: συμπεράσματα. ~ο δίπλωμα/πτυχίο της ημεδαπής (πβ. ισοδύναμος). Πβ. πανομοιότυπος. 2. ΓΛΩΣΣ. (για λέξη ή φράση) που συμπίπτει ως προς τη σημασία ή το περιεχόμενο με άλλη: ~οι: όροι. Πβ. συνώνυμος.|| ~ες: έννοιες. ΑΝΤ. αντίθετος, διαφορετικός. Βλ. -σημος. ● Ουσ.: ταυτόσημα (τα): ΓΛΩΣΣ. απόλυτα συνώνυμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ταυτόσημη διακοίνωση βλ. διακοίνωση [< μεσν. ταυτόσημος] | |
| 49867 | ταυτότητα | ταυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ταυτοτήτων} 1. το σύνολο των ειδικών στοιχείων για την αναγνώριση ατόμου ή αντικειμένου: διαπίστωση/εξακρίβωση της ~ας. Αποδεικνύω την ~ά μου. Πβ. ταυτοπροσωπία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Κωδικοί πρόσβασης για έλεγχο της ~ας των χρηστών. Ηλεκτρονική Υπηρεσία Απόκτησης Ακαδημαϊκής ~ας.|| ~ προϊόντος. Ανταλλακτικά αγνώστου ~ας (= προέλευσης). Δελτίο ενεργειακής ~ας κτιρίου (: έντυπο με την περιγραφή των ενεργειακών του χαρακτηριστικών). 2. επίσημο έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια Αρχή και με το οποίο επιτυγχάνεται η αναγνώριση ατόμου· ειδικότ. βραχιόλι με χαραγμένο συνήθ. το όνομα του κατόχου του: απώλεια/θεώρηση/κλοπή ~ας. Αριθμός/έκδοση/επίδειξη ~ας. Βουλευτική/δημοσιογραφική/στρατιωτική/υπηρεσιακή/φοιτητική (= πάσο) ~. ~ μέλους.|| Ασημένια/χρυσή ~. Φοράει ~ στο χέρι. 3. (κατ' επέκτ.) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ατόμου ή ομάδας: ατομική/γενετική (πβ. DNA)/γλωσσική/εθνική/εθνοτική/έμφυλη/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική/σεξουαλική/συλλογική/τοπική ~. Πολλαπλές ~ες. Εμπορική/εταιρική ~ (: λογότυπο, επαγγελματικές κάρτες, επιγραφές). ~ έργου/έρευνας (: σχέδιο, προφίλ δείγματος, κριτήρια)/εφημερίδας (: ο χώρος όπου αναγράφονται ο ιδιοκτήτης, ο εκδότης, ο διευθυντής)/οργάνωσης. Διαμόρφωση/διατήρηση/επιλογή/κατασκευή/κρίση ~ας. Αποκτώ/χάνω την ~ά μου. Παράγοντες που καθορίζουν την ~ ενός λαού. Κόμμα με ξεκάθαρη/με σαφή/χωρίς (ιδεολογική) ~. Πβ. φυσιογνωμία. Βλ. ιδιαιτερ-, προσωπικ-ότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) Διαταραχή ~ας φύλου (= σεξουαλικής ~ας).|| Άνθρωπος με διπλή ~ (= ζωή). 4. σχέση απόλυτης ομοιότητας, σύμπτωση, ταύτιση: ~ απόψεων/θέσεων/σκοπών/συμφερόντων (ΑΝΤ. διάσταση, σύγκρουση). Πβ. συμφωνία.|| (ΦΙΛΟΣ.) Αρχή της ~ας (: αρχή της Λογικής κατά την οποία κάθε έννοια ταυτίζεται με τον εαυτό της). 5. ΜΑΘ. ισότητα που επαληθεύεται για όλες τις τιμές που είναι δυνατόν να πάρουν οι μεταβλητές της. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική ταυτότητα 1. μικροτσίπ με τα προσωπικά δεδομένα ατόμου για την ταυτοποίησή του: ~ ~ για νεογνά/πολιτών.|| (για ζώα:) ~ ~ κατοικιδίων. 2. ψηφιακή κάρτα χρήστη για την απόδειξη της ταυτότητάς του κυρ. σε ηλεκτρονικές συναλλαγές. Πβ. έξυπνη κάρτα. 3. ειδική διαδικασία ελέγχου των κτιρίων με σκοπό την ορθή συντήρησή τους, την ασφάλεια των κατασκευών, τη φιλική προς το περιβάλλον οικιστική ανάπτυξη και την καταπολέμηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών και της αυθαίρετης δόμησης. [< 1,2: αγγλ. electronic/e- card] , μεταλλική ταυτότητα & πλακέτα από μέταλλο 1. ΣΤΡΑΤ. πάνω στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου και η ομάδα αίματος του οπλίτη και η οποία φοριέται με αλυσίδα στο λαιμό. 2. που στερεώνεται πάνω στο κολάρο σκύλων για την εύκολη αναγνώρισή τους., αστυνομική ταυτότητα βλ. αστυνομικός, δελτίο ταυτότητας βλ. δελτίο ● ΦΡ.: του πήρε την ταυτότητα (κυρ. αθλητική αργκό): τον νίκησε κατά κράτος, τον κατατρόπωσε. Πβ. παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου). [< αρχ. ταυτότης ‘απόλυτη ομοιότητα’, γαλλ. identité 3: αγγλ. identity crisis, 1941] | |
| 49868 | ταυτοτικός | , ή, ό ταυ-το-τι-κός επίθ. 1. που αφορά τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας ατόμου ή ομάδας: ~ή: συνείδηση. ~ά: στοιχεία. 2. ΜΑΘ. που έχει εισαγόμενο και εξαγόμενο με την ίδια τιμή: ~ός: μετασχηματισμός/πίνακας/τελεστής. ~ή: εξίσωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταυτοτική συνάρτηση/απεικόνιση: ΜΑΘ. συνάρτηση με τιμή ίση με την τιμή της μεταβλητής. [< αγγλ. identity function/mapping] [< αγγλ. identical] | |
| 49869 | ταυτοφωνία | ταυ-το-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ταυτόχρονη ήχηση στο ίδιο τονικό ύψος δύο ή περισσότερων φωνών ή μουσικών οργάνων: εκτέλεση ~ας. Η χορωδία τραγουδά σε ~.|| Κιθάρες που παίζουν ~. Βλ. συνήχηση, -φωνία. [< μεσν. ταυτοφωνία, αγγλ. tautophony] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ