| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49885 | ταχίνι | τα-χί-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός αλεσμένου σουσαμιού: χαλβάς από ~. ΣΥΝ. σησαμοπολτός [< τουρκ. tahin] | |
| 49886 | ταχινόπιτα | τα-χι-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πίτα με ταχίνι: ~ με μέλι. Βλ. -πιτα. | |
| 49887 | ταχινόσουπα | τα-χι-νό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με βασικό συστατικό το ταχίνι: ~ με λαχανικά/πλιγούρι. Βλ. -σουπα. | |
| 49888 | τάχιστος | , η, ο τά-χι-στος επίθ. (λόγ.): που γίνεται πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς καμία χρονοτριβή: ~η: αντιμετώπιση (του προβλήματος)/βοήθεια/διερεύνηση (της υπόθεσης)/παράδοση (των εμπορευμάτων). Πβ. άμεσος.|| (για πρόσ.) Αποτελεσματικός και ~ (= ταχύτατος) στη δουλειά του. ● επίρρ.: τάχιστα: Πβ. αμέσως, ευθύς, πάραυτα, ταχύτατα. [< αρχ. τάχιστος] | |
| 49889 | ταχογράφος | τα-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που τοποθετείται σε επαγγελματικά οχήματα και καταγράφει τις ώρες οδήγησης, τη διάρκεια των στάσεων, τη μέση ωριαία ταχύτητα και τη διανυόμενη απόσταση: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. Υποχρεωτική χρήση ~ου από φορτηγά και λεωφορεία. Πβ. κοντέρ. Βλ. ταχόμετρο.|| ~ αμαξοστοιχίας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. tachygraphe , αγγλ. tachograph, 1903] | |
| 49890 | ταχόμετρο | τα-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει την ταχύτητα με την οποία περιστρέφεται ο κινητήρας οχήματος, κοντέρ: ~ αυτοκινήτου/τρένου. ΣΥΝ. ταχύμετρο (1) [< αγγλ. tachometer] | |
| 49891 | τάχος | τά-χος ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ταχύτητα. Μόνο στη ● ΦΡ.: εν τάχει (λόγ.): γρήγορα· εν συντομία, συνοπτικά: Μας είπε ~ ~ τι είχε συμβεί (= βιαστικά). Ας αναφέρουμε ~ ~ τα γεγονότα. [< αρχ. τάχος] | |
| 49892 | ταχταρίζω | τα-χτα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ταχτάρι-σα, -σει} (λαϊκό): χορεύω ένα μωρό στα χέρια ή στα γόνατα, συνήθ. τραγουδώντας του, για να το διασκεδάσω ή να το ηρεμήσω. Βλ. νταχτιρντί. [< ίσως τουρκ. dahtιrι] | |
| 49893 | ταχτάρισμα | τα-χτά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταχταρίζω: Το μικρό κλαίει, θέλει ~.|| (μτφ., κοσκίνισμα:) ~ της μαστίχας, για να καθαρίσει από το χώμα. ● ταχταρίσματα (τα): ΛΑΟΓΡ. παιδικά τραγούδια της λαϊκής παράδοσης που λέει η μητέρα, χορεύοντας στα χέρια το μωρό. Βλ. νανούρισμα. | |
| 49894 | ταχτική | βλ. τακτική | |
| 49895 | ταχτικός | , ή, ό βλ. τακτικός | |
| 49896 | ταχτοποίηση | βλ. τακτοποίηση | |
| 49897 | ταχτοποιώ | βλ. τακτοποιώ | |
| 49898 | ταχύ | τα-χύ ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.-λαϊκό): πρωί. | |
| 49899 | ταχύ | τα-χύ επίρρ. (λαϊκό): ταχιά. | |
| 49900 | ταχυ- & ταχύ- & ταχ- | (λόγ.) α' συνθετικό με τη σημασία 1. του γρήγορου, χωρίς καθυστέρηση: ταχυ-γραφία (πβ. στενο-)/~μεταφορά. Ταχυ-κίνητος (ΑΝΤ. αργο-). Ταχύ-ρυθμος. Ταχ-έως (ΑΝΤ. βραδ-).|| (ΙΑΤΡ., για παθολογική κατάσταση) Ταχυ-καρδία/~παλμία. 2. της ταχύτητας: ταχύ-μετρο. | |
| 49901 | ταχυαρρυθμία | τα-χυ-αρ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρρυθμία που συνδυάζεται με ταχυκαρδία: κοιλιακή ~. Επεισόδιο ~ας. Βλ. βραδυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, πτερυγισμός. [< γαλλ. tachyarythmie, 1912] | |
| 49902 | ταχυαυξής | , ής, ές τα-χυ-αυ-ξής επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: ΒΟΤ. που αναπτύσσεται γρηγορότερα από άλλα: ~ή: φυτά. Αναδάσωση με ~ή δέντρα (βλ. κυπαρίσσι, λεύκα, πεύκο). [< αγγλ. fast-growing] | |
| 49903 | ταχυβολία | τα-χυ-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): η ταχύτητα βολής πυροβόλου όπλου σε ορισμένο χρόνο· ειδικότ. η δυνατότητά του να εκτελεί γρήγορες ριπές: αυτόματο με μεγάλη ~. Βλ. -βολία. | |
| 49904 | ταχυβόλος | , ος, ο τα-χυ-βό-λος επίθ.: (για όπλο) που εκτελεί πολλές βολές σε λίγο χρόνο: ~ο: πυροβόλο. ● Ουσ.: ταχυβόλο (το) (παλαιότ.): πολυβόλο με μεγάλη ταχυβολία: αντιαεροπορικά ~α. [< γαλλ. arme à tir rapide, γερμ. Schnellfeuerwaffe] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ