| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48589 | ταυτόχρονα | συ-νά-μα επίρρ. (προφ.-λογοτ.): ταυτόχρονα, την ίδια χρονική στιγμή: ιστορία απλή και ~ περίπλοκη. Λόγια απλά και επίκαιρα ~. ΣΥΝ. συγχρόνως [< μτγν. συνάμα 'μαζί'] | |
| 49870 | ταυτοχρονία | ταυ-το-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & ταυτοχρονία (η) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ταυτόχρονη εκτέλεση δύο ή περισσότερων διεργασιών σε ένα σύστημα. 2. σύμπτωση ως προς τη χρονική στιγμή ή τη διάρκεια κινήσεων ή φαινομένων: ~ γεγονότων. Πβ. συγχρονισμός.|| (ΦΥΣ.) ~ ηλεκτρικών φορτίων. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ετεροχρονισμός [< αγγλ. concurrency] | |
| 49871 | ταυτόχρονος | , η/ος, ο ταυ-τό-χρο-νος επίθ.: που γίνεται την ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με κάτι άλλο: ~ος: έλεγχος. ~η: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση (= παράλληλη)/εκκίνηση/λήξη. ~α: γεγονότα. ~η λήψη/χορήγηση φαρμάκων. ~η ασφάλιση σε δύο Ταμεία. ~η σύνδεση (στο σύστημα) περισσότερων από έναν χρηστών. Βλ. διαδοχικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: προγραμματισμός (βλ. ταυτοχρονισμός). Βλ. -χρονος. ● Ουσ.: ταυτόχρονο (το): το ~ της ψηφοφορίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) Προτερόχρονο, ~ (= σύγχρονο) και υστερόχρονο. ● επίρρ.: ταυτόχρονα & (λόγ.) -όνως: Μιλούσαν ~. Κάνει πολλά πράγματα ~. Πβ. εκ παραλλήλου, παράλληλα. [< γαλλ. tautochrone, αγγλ. tautochronous] | |
| 49873 | ταφικός | , ή, ό τα-φι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην ταφή: ~ή: πλάκα (= ταφόπλακα)/τελετουργία. ~ό: μνημείο (βλ. μαυσωλείο)/παρεκκλήσι. ~ά: έθιμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ός: αμφορέας/θάλαμος/ναός/περίβολος/πίθος/τύμβος. ~ή: αρχιτεκτονική/κρύπτη/λάρνακα/λατρεία/στήλη. ~ό: αγγείο/επίγραμμα/ηρώο. ~ές: προσφορές. ~ά: έθιμα/κτερίσματα. | |
| 49874 | ταφόπετρα | τα-φό-πε-τρα ουσ. (θηλ.): ταφόπλακα. | |
| 49875 | ταφόπλακα | τα-φό-πλα-κα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ταφόπετρα 1. μαρμάρινη επιτάφια πλάκα στην οποία συνήθ. χαράσσεται το όνομα του νεκρού και η ημερομηνία του θανάτου του: μνήμα χωρίς ~.|| (μτφ.) Η θλίψη τον πλάκωνε σαν βαριά ~. 2. (μτφ.-προφ.) γεγονός ή πράξη που έχει ως αποτέλεσμα το οριστικό τέλος μιας κατάστασης: Η απόφαση ήταν η ~ για τη λειτουργία της επιχείρησης. Η σύγκρουση έβαλε ~ στη συνεργασία τους. | |
| 49876 | τάφος | τά-φος ουσ. (αρσ.) 1. λάκκος όπου τοποθετείται το φέρετρο με το σώμα του νεκρού και στη συνέχεια σκεπάζεται με χώμα· η λαξευτή κατασκευή ή το κτίσμα που το περιέχει· το σημείο στο οποίο έχουν χαθεί ζωές, η αιτία θανάτου ή ο ίδιος ο θάνατος: οικογενειακός ~. Μαζικοί ~οι. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ιερός ~ και η σαρκοφάγος με τα λείψανα του Αγίου. Η πλάκα του ~ου (= ταφόπλακα). Oι ~οι του νεκροταφείου. Πβ. μνήμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίος/ασύλητος/μεγαλιθικός (βλ. ντολμέν) ~. Υπόγειος κτιστός ~. ~ με επιτύμβια στήλη. Είσοδος/ευρήματα/κτερίσματα/προθάλαμος ~ου. Βλ. νεκρόπολη, τύμβος.|| Μαρμάρινος/μεγαλοπρεπής ~. Πβ. κενοτάφιο.|| Οι εγκαταστάσεις κατέρρευσαν και έγιναν ο ~ για δεκάδες ανθρώπους. 2. (μτφ.) καταστροφή, τέλος: Ανοίγει/σκάβει μόνος τον ~ο του (: υπονομεύει ο ίδιος τον εαυτό του). 3. (μτφ.-προφ.) έμπιστος, εχέμυθος άνθρωπος: Είναι ~, δεν λέει μυστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: ξηρός τάφος: Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών (ακρ. ΧΥΤΡΕ)., Πανάγιος/Άγιος Τάφος: ΕΚΚΛΗΣ. ο τάφος του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα· συνεκδ. ο τόπος και ο ναός στον οποίο βρίσκεται., θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος βλ. θαλαμωτός, ομαδικός τάφος βλ. ομαδικός, υγρός τάφος βλ. υγρός ● ΦΡ.: ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος: τάφος των ξεχωριστών ανδρών είναι ολόκληρη η γη, οι διαπρεπείς άνδρες τιμούνται παντού., θα στριφογυρίζει στον τάφο του (μτφ.-ειρων.): για νεκρό που τα έργα των επιγόνων του προσβάλλουν τη μνήμη του. Πβ. θα τρίζουν τα κόκαλά του. [< γαλλ. se retourner dans sa tombe] , ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο βλ. ακολουθώ, άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο βλ. πόδι, στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια βλ. στέλνω [< αρχ. τάφος, γαλλ. tombe] | |
| 49877 | τάφρος | τά-φρος ουσ. (θηλ.): μακρόστενο, βαθύ χαντάκι· τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος: αντιπλημμυρική/αποστραγγιστική/αποχετευτική/αρδευτική/περιφερειακή ~. Πβ. όρυγμα. Βλ. λάκκος.|| (παλαιότ., γύρω από φρούρια:) Αμυντική/μεσαιωνική/υδάτινη ~. Το κάστρο περιβαλλόταν από ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική τάφρος: ΓΕΩΛ. σημείο καταβύθισης δύο τεκτονικών πλακών, που δημιουργείται από δύο παράλληλα ρήγματα. [< αγγλ. rift valley] , ωκεάνια τάφρος: ΩΚΕΑΝ. επίμηκες στενό ρήγμα του θαλάσσιου πυθμένα, με μεγάλο βάθος: οι ~ες ~οι του Ειρηνικού. [< αγγλ. ocean(ic) trench] [< αρχ. τάφρος] | |
| 49878 | ταφταδένιος | , ια, ιο τα-φτα-δέ-νιος επίθ. (λαϊκό): που έχει φτιαχτεί από ταφτά: ~ιο: φόρεμα. Βλ. -ένιος. | |
| 49879 | ταφτάς | τα-φτάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): γυαλιστερό ύφασμα από λεπτό, πυκνοϋφασμένο μετάξι· συνεκδ. ταφταδένιο ένδυμα: τουαλέτα/φόρεμα από ~ά. Βλ. σατέν. [< τουρκ. tafta] | |
| 36404 | τάχα | [ὁμόσταυλος] ο-μό-σταυ-λος ουσ. (αρσ.) {θηλ. ομόσταυλη} & ομόσταβλος (μτφ.): (κυρ. στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) αυτός που ανήκει στην ίδια εργοστασιακή ομάδα με κάποιον άλλο: Υπήρξε ~ός του για έξι συναπτά έτη.|| (κατ' επέκτ.-ως επίθ.) ~α: μοντέλα (του γκρουπ). | |
| 49880 | τάχα | τά-χα επίρρ. (προφ.-λογοτ.) & (λαϊκό) τάχατε(ς) 1. ως έκφραση αμφισβήτησης των λεγομένων και της συμπεριφοράς κάποιου, δήθεν: (συνήθ. ειρων.) Κοίταζε με ~ αθώο ύφος (πβ. φαινομενικά). Κόπτονται, ~, για το κοινό συμφέρον. Δεν μου το είπε, για να μην στενοχωρηθώ ~ (πβ. και καλά).|| (σε διήγηση:) Είδε στον ύπνο του πως ήταν τάχατες ... (πβ. λέει). 2. (σε ερώτηση) άραγε, μήπως: ~ θα μείνει (πβ. ποιος ξέρει); Ποιος να 'ναι ~ αυτός; Τι να σκέφτεται ~ για μένα; Πβ. σάμπως. ● ΦΡ.: τάχα μου τάχα μου (προφ.-ειρων.): υποτίθεται: Ήρθε επειδή ~ ~ τους πεθύμησε. Έχει ανοιχτό το βιβλίο μπροστά του ~ ~ ότι μελετά. [< αρχ. τάχα, μεσν. τάχατες] | |
| 49881 | τάχει | βλ. τάχος | |
| 49882 | ταχεία | [ταχεῖα] τα-χεί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): τρένο εξπρές. Βλ. υπερ~. [< γαλλ. le rapide] | |
| 49883 | ταχέως | τα-χέ-ως επίρρ. (λόγ.) 1. γρήγορα, με ταχύτητα: ~ μεταβαλλόμενες συνθήκες. Χώρα που ανήκει στις ~ αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αυξάνεται ~ η ανεργία. Η νόσος εξαπλώθηκε ~ (πβ. ραγδαία, ταχύτατα). Σπεύδει ~ να ... ΑΝΤ. αργά (1), βραδέως 2. σε σύντομο χρονικό διάστημα: Θα ληφθούν ~ μέτρα για ... Πβ. όπου να 'ναι. [< αρχ. ταχέως] | |
| 49884 | ταχιά | τα-χιά επίρρ. (λαϊκό) 1. αύριο νωρίς νωρίς. ΣΥΝ. πουρνό-πουρνό 2. σε λίγο, σύντομα. 3. γρήγορα, αμέσως. ΣΥΝ. ταχύ [< μεσν. ταχιά] | |
| 49885 | ταχίνι | τα-χί-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός αλεσμένου σουσαμιού: χαλβάς από ~. ΣΥΝ. σησαμοπολτός [< τουρκ. tahin] | |
| 49886 | ταχινόπιτα | τα-χι-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πίτα με ταχίνι: ~ με μέλι. Βλ. -πιτα. | |
| 49887 | ταχινόσουπα | τα-χι-νό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με βασικό συστατικό το ταχίνι: ~ με λαχανικά/πλιγούρι. Βλ. -σουπα. | |
| 49888 | τάχιστος | , η, ο τά-χι-στος επίθ. (λόγ.): που γίνεται πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς καμία χρονοτριβή: ~η: αντιμετώπιση (του προβλήματος)/βοήθεια/διερεύνηση (της υπόθεσης)/παράδοση (των εμπορευμάτων). Πβ. άμεσος.|| (για πρόσ.) Αποτελεσματικός και ~ (= ταχύτατος) στη δουλειά του. ● επίρρ.: τάχιστα: Πβ. αμέσως, ευθύς, πάραυτα, ταχύτατα. [< αρχ. τάχιστος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ