Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50420-50440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49885ταχίνιτα-χί-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός αλεσμένου σουσαμιού: χαλβάς από ~. ΣΥΝ. σησαμοπολτός [< τουρκ. tahin]
49886ταχινόπιτατα-χι-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πίτα με ταχίνι: ~ με μέλι. Βλ. -πιτα.
49887ταχινόσουπατα-χι-νό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με βασικό συστατικό το ταχίνι: ~ με λαχανικά/πλιγούρι. Βλ. -σουπα.
49888τάχιστος, η, ο τά-χι-στος επίθ. (λόγ.): που γίνεται πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς καμία χρονοτριβή: ~η: αντιμετώπιση (του προβλήματος)/βοήθεια/διερεύνηση (της υπόθεσης)/παράδοση (των εμπορευμάτων). Πβ. άμεσος.|| (για πρόσ.) Αποτελεσματικός και ~ (= ταχύτατος) στη δουλειά του. ● επίρρ.: τάχιστα: Πβ. αμέσως, ευθύς, πάραυτα, ταχύτατα. [< αρχ. τάχιστος]
49889ταχογράφοςτα-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που τοποθετείται σε επαγγελματικά οχήματα και καταγράφει τις ώρες οδήγησης, τη διάρκεια των στάσεων, τη μέση ωριαία ταχύτητα και τη διανυόμενη απόσταση: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. Υποχρεωτική χρήση ~ου από φορτηγά και λεωφορεία. Πβ. κοντέρ. Βλ. ταχόμετρο.|| ~ αμαξοστοιχίας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. tachygraphe , αγγλ. tachograph, 1903]
49890ταχόμετροτα-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει την ταχύτητα με την οποία περιστρέφεται ο κινητήρας οχήματος, κοντέρ: ~ αυτοκινήτου/τρένου. ΣΥΝ. ταχύμετρο (1) [< αγγλ. tachometer]
49891τάχοςτά-χος ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ταχύτητα. Μόνο στη ● ΦΡ.: εν τάχει (λόγ.): γρήγορα· εν συντομία, συνοπτικά: Μας είπε ~ ~ τι είχε συμβεί (= βιαστικά). Ας αναφέρουμε ~ ~ τα γεγονότα. [< αρχ. τάχος]
49892ταχταρίζωτα-χτα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ταχτάρι-σα, -σει} (λαϊκό): χορεύω ένα μωρό στα χέρια ή στα γόνατα, συνήθ. τραγουδώντας του, για να το διασκεδάσω ή να το ηρεμήσω. Βλ. νταχτιρντί. [< ίσως τουρκ. dahtιrι]
49893ταχτάρισματα-χτά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταχταρίζω: Το μικρό κλαίει, θέλει ~.|| (μτφ., κοσκίνισμα:) ~ της μαστίχας, για να καθαρίσει από το χώμα.ταχταρίσματα (τα): ΛΑΟΓΡ. παιδικά τραγούδια της λαϊκής παράδοσης που λέει η μητέρα, χορεύοντας στα χέρια το μωρό. Βλ. νανούρισμα.
49894ταχτικήβλ. τακτική
49895ταχτικός, ή, ό βλ. τακτικός
49896ταχτοποίησηβλ. τακτοποίηση
49897ταχτοποιώβλ. τακτοποιώ
49898ταχύτα-χύ ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.-λαϊκό): πρωί.
49899ταχύτα-χύ επίρρ. (λαϊκό): ταχιά.
49900ταχυ- & ταχύ- & ταχ-(λόγ.) α' συνθετικό με τη σημασία 1. του γρήγορου, χωρίς καθυστέρηση: ταχυ-γραφία (πβ. στενο-)/~μεταφορά. Ταχυ-κίνητος (ΑΝΤ. αργο-). Ταχύ-ρυθμος. Ταχ-έως (ΑΝΤ. βραδ-).|| (ΙΑΤΡ., για παθολογική κατάσταση) Ταχυ-καρδία/~παλμία. 2. της ταχύτητας: ταχύ-μετρο.
49901ταχυαρρυθμίατα-χυ-αρ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρρυθμία που συνδυάζεται με ταχυκαρδία: κοιλιακή ~. Επεισόδιο ~ας. Βλ. βραδυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, πτερυγισμός. [< γαλλ. tachyarythmie, 1912]
49902ταχυαυξής, ής, ές τα-χυ-αυ-ξής επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: ΒΟΤ. που αναπτύσσεται γρηγορότερα από άλλα: ~ή: φυτά. Αναδάσωση με ~ή δέντρα (βλ. κυπαρίσσι, λεύκα, πεύκο). [< αγγλ. fast-growing]
49903ταχυβολίατα-χυ-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): η ταχύτητα βολής πυροβόλου όπλου σε ορισμένο χρόνο· ειδικότ. η δυνατότητά του να εκτελεί γρήγορες ριπές: αυτόματο με μεγάλη ~. Βλ. -βολία.
49904ταχυβόλος, ος, ο τα-χυ-βό-λος επίθ.: (για όπλο) που εκτελεί πολλές βολές σε λίγο χρόνο: ~ο: πυροβόλο. ● Ουσ.: ταχυβόλο (το) (παλαιότ.): πολυβόλο με μεγάλη ταχυβολία: αντιαεροπορικά ~α. [< γαλλ. arme à tir rapide, γερμ. Schnellfeuerwaffe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.