| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49905 | ταχυβραστήρας | τα-χυ-βρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικροσυσκευή για γρήγορο βράσιμο νερού. Πβ. βραστήρας. [< γερμ. Schnellkocher] | |
| 49906 | ταχυγραφία | τα-χυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ταχύτητα στο γράψιμο. Βλ. -γραφία. 2. (κυρ. παλαιότ.) στενογραφία. [< γαλλ. tachygraphie, αγγλ. tachygraphy] | |
| 49907 | ταχυγραφικός | , ή, ό τα-χυ-γρα-φι-κός επίθ. (σπάν.): που έχει σχέση με την ταχυγραφία: ~ά: σημεία. [< γαλλ. tachygraphique, αγγλ. tachygraphic] | |
| 49908 | ταχυγράφος | τα-χυ-γρά-φος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αυτός που γράφει πολύ γρήγορα. Βλ. -γράφος, στενογράφος. [< μτγν. ταχυγράφος] | |
| 49909 | ταχυδακτυλουργία | τα-χυ-δα-κτυ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιεί ένας ταχυδακτυλουργός· (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) τέχνασμα, τρικ: η τέχνη της ~ας. Βλ. μαγεία.|| ~ες με ζωάκια/μαντίλια που εξαφανίζονται.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Δικονομικές/πολιτικές ~ες (: αλχημείες, μαγειρέματα). Κάνω ~ες (= εξαπατώ, ξεγελώ, παραπλανώ). [< γαλλ. prestidigitation] | |
| 49910 | ταχυδακτυλουργικός | , ή, ό τα-χυ-δα-κτυ-λουρ-γι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την ταχυδακτυλουργία ή τον ταχυδακτυλουργό· κατ' επέκτ. που γίνεται με γρήγορο και επιδέξιο τρόπο, για να εντυπωσιάσει και να παραπλανήσει: ~ή: παράσταση. ~ό: τέχνασμα. ~ά: κόλπα (με τράπουλα)/μυστικά/νούμερα. Βλ. μαγικός.|| (μτφ.) ~ός: χειρισμός. ~ές: ενέργειες. Πβ. ακροβατ-, ζογκλερ-ικός. ● Ουσ.: ταχυδακτυλουργικά (τα): ταχυδακτυλουργίες, τρικ. | |
| 49911 | ταχυδακτυλουργός | τα-χυ-δα-κτυ-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επαγγελματίας που παρουσιάζει τρικ, χρησιμοποιώντας κυρ. την τεχνική της οφθαλμαπάτης: ~-ζογκλέρ.|| Ερασιτέχνης ~. Βλ. -ουργός1. ΣΥΝ. θαυματοποιός (2), μάγος (3) 2. (μτφ.) πονηρός άνθρωπος που καταφεύγει σε παραπλανητικά τεχνάσματα, για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. [< γαλλ. prestidigitateur] | |
| 49912 | ταχυδιανομέας | τα-χυ-δι-α-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): υπάλληλος εταιρείας που εκτελεί ταχυδιανομές. ΣΥΝ. κούριερ, ταχυμεταφορέας | |
| 49913 | ταχυδιανομή | τα-χυ-δι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ταχεία παράδοση αντικειμένων ή εγγράφων: ~ές δεμάτων. Διεθνείς/εθνικές υπηρεσίες ~ής. Πβ. ταχυμεταφορά. ΣΥΝ. κούριερ | |
| 49914 | ταχυδρομείο | [ταχυδρομεῖο] τα-χυ-δρο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): υπηρεσία που παραλαμβάνει και διανέμει επιστολές και δέματα ή διεκπεραιώνει συγκεκριμένες οικονομικές συναλλαγές· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζεται ή οτιδήποτε διακινείται μέσω αυτής· η αποστολή τους μέσω της αντίστοιχης υπηρεσίας: συμβατικό ~. Διανομείς/θυρίδα/τέλη ~ου. Γραμματόσημα με σφραγίδα ~ου. Βλ. ΕΛ.ΤΑ.|| Κεντρικό ~. Πώληση ειδών κινητής τηλεφωνίας/συλλεκτικών αντικειμένων στο ~. Παραλαβή γράμματος από το ~. Πληρωμή λογαριασμού στο ~. Μεταφορά χρημάτων μέσω ~ου (βλ. ταχυδρομική επιταγή).|| (επίσ.) Διαφημιστικό/διασυνοριακό/επιστολικό ~. Επείγον ~. Παράδοση ~ου.|| Στέλνω το βιβλίο με απλό/ιδιωτικό/συστημένο ~ (βλ. κούριερ). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: ΔΙΑΔΙΚΤ. σύστημα επικοινωνίας μέσω ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων: ασφαλές ~ ~. Κεντρικός διακομιστής ~ού ~ου (= σέρβερ). Λογαριασμός/προστασία/χρήστης ~ού ~ου. Πβ. ηλεκτρονική αλληλογραφία. [< αγγλ. electronic mail, email, 1979] , πνευματικό/σωληνωτό ταχυδρομείο: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα διακίνησης εγγράφων και αντικειμένων εντός κτιρίου ή μεταξύ κτιρίων μέσω δικτύου σωληνώσεων., υβριδικό ταχυδρομείο: ΔΙΑΔΙΚΤ. ηλεκτρονική αποστολή εγγράφων σε ταχυδρομική υπηρεσία, για να τα προωθήσει σε συγκεκριμένους παραλήπτες. [< αγγλ. hybrid mail] , φωνητικό ταχυδρομείο & (σπάν.) ταχυδρομείο φωνής: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία για την αποθήκευση τηλεφωνικών μηνυμάτων σε θυρίδα του χρήστη: εκτροπή/προώθηση κλήσης στο ~ ~. Πρόσβαση στο ~ ~ μέσω υπολογιστή. Πβ. προσωπικός τηλεφωνητής. [< αγγλ. voice mail, 1980, voice messaging, 1981] [< γερμ. Post, γαλλ. poste] | |
| 49915 | ταχυδρόμηση | τα-χυ-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): αποστολή μέσω ταχυδρομείου: ~ αίτησης/αλληλογραφίας/γράμματος/δέματος/ενημερωτικού υλικού/επιστολής/επιταγής/λογαριασμού/πρόσκλησης/φορολογικής δήλωσης. Έξοδα/(ειδικός) φάκελος ~ης.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονική ~. | |
| 49916 | ταχυδρομικός | , ή, ό τα-χυ-δρο-μι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται ή ανήκει στο ταχυδρομείο: ~ός: κατάλογος/σάκος/φάκελος. ~ή: ατέλεια/διεύθυνση/λίστα/σφραγίδα/υπηρεσία. ~ό: αντικείμενο/γραφείο/δίκτυο/κατάστημα/κόστος/κουτί (= γραμματοκιβώτιο). ~ά: έξοδα/στοιχεία.|| ~ός: διανομέας (= ταχυδρόμος). 2. που αποστέλλεται ή διεκπεραιώνεται μέσω ταχυδρομείου: ~ός: λογαριασμός. ~ή: επιστολή. ~ό: δελτάριο (= κάρτα· πβ. καρτ ποστάλ)/δέμα.|| (επίσ.) Μη αποδεκτά ~ά αντικείμενα.|| (ΝΟΜ.) Κλήτευση με ~ή επίδοση.|| ~ή: (αντι)καταβολή/αποστολή/διανομή/ειδοποίηση/εντολή/επικοινωνία/παραγγελία. ~ό: έμβασμα. ● Ουσ.: ταχυδρομικά (τα): ενν. τέλη. Βλ. μεταφορικά (τα)., ταχυδρομικός (ο/η): υπάλληλος ταχυδρομείου. ● επίρρ.: ταχυδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Νέο Ταχυδρομικό Tαμιευτήριο: ΟΙΚΟΝ. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Ελλάδας., ταχυδρομικός κώδικας/κωδικός (ακρ. ΤΚ): πενταψήφιος αριθμός που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη περιοχή και σημειώνεται μαζί με τη διεύθυνση του παραλήπτη, για διευκόλυνση της διανομής επιστολών, δεμάτων., ταχυδρομική επιταγή βλ. επιταγή, ταχυδρομική θυρίδα βλ. θυρίδα, ταχυδρομικό περιστέρι βλ. περιστέρι | |
| 49917 | ταχυδρόμος | τα-χυ-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος του ταχυδρομείου που κάνει διανομή της αλληλογραφίας και παράδοση μικρών δεμάτων, ταχυδρομικός διανομέας· κατ' επέκτ. αυτός που μεταφέρει μηνύματα ή αντικείμενα σε κάποιον εκ μέρους άλλου: η τσάντα του ~ου. Βλ. γραμματοκομιστής, -δρόμος. [< μτγν. ταχυδρόμος ‘που τρέχει γρήγορα, γραμματοκομιστής’] | |
| 49918 | ταχυδρομώ | [ταχυδρομῶ] τα-χυ-δρο-μώ ρ. (μτβ.) {ταχυδρομ-είς ..., -ώντας | ταχυδρόμ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} : αποστέλλω κάτι μέσω ταχυδρομείου: ~ ένα γράμμα/ένα δέμα/διαφημιστικά έντυπα/μια επιστολή. ~ημένα: φυλλάδια/ψηφοδέλτια. [< μτγν. ταχυδρομῶ 'τρέχω γρήγορα', γαλλ. poster] | |
| 49919 | ταχυδύναμη | τα-χυ-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. η ικανότητα επίτευξης όσο το δυνατόν υψηλότερων τιμών δύναμης στη μονάδα χρόνου από έναν αθλητή: ασκήσεις/βελτίωση/προπόνηση ~ης. | |
| 49920 | ταχυεστιατόριο | τα-χυ-ε-στι-α-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-επίσ.): φαστφουντάδικο. ΣΥΝ. ταχυφαγείο | |
| 49921 | ταχυθερμοσίφωνας | τα-χυ-θερ-μο-σί-φω-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμοσίφωνας μικρού μεγέθους που παρέχει άμεσα ζεστό νερό στην απαιτούμενη ποσότητα και θερμοκρασία: ηλεκτρικός ~. ~ αερίου. | |
| 49922 | ταχυκαρδία | τα-χυ-καρ-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του καρδιακού ρυθμού πάνω από τα φυσιολογικά όρια: κοιλιακή/παροξυσμική/(φλεβο)κομβική ~.|| Τον έπιασε ~ (= ταχυπαλμία) από την αγωνία. Βλ. αρρυθμία. ΑΝΤ. βραδυκαρδία [< γαλλ. tachycardie, αγγλ. tachycardia] | |
| 49923 | ταχυκίνητος | , η, ο τα-χυ-κί-νη-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με ταχύτητα, πολύ γρήγορα: ~ο: ιστιοφόρο/όχημα/σκάφος (= ταχύπλοο). Πβ. γοργοκίνητος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~η: μονάδα/ταξιαρχία. ΑΝΤ. αργοκίνητος, βραδυκίνητος [< μτγν. ταχυκίνητος] | |
| 49924 | ταχυμεταφορά | τα-χυ-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γρήγορη αποστολή εγγράφων ή δεμάτων και η αντίστοιχη υπηρεσία: ασφαλής ~. (Συνοδευτικό) δελτίο/έξοδα/μέσο ~ας. Πβ. ταχυδιανομή.|| Ιδιωτική ~. Διεθνείς/τοπικές ~ές. ~ές εξωτερικού/εσωτερικού. ~ές ΕΛ.ΤΑ. Δίκτυο ~ών. ΣΥΝ. κούριερ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ