| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 49889 | ταχογράφος | τα-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που τοποθετείται σε επαγγελματικά οχήματα και καταγράφει τις ώρες οδήγησης, τη διάρκεια των στάσεων, τη μέση ωριαία ταχύτητα και τη διανυόμενη απόσταση: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. Υποχρεωτική χρήση ~ου από φορτηγά και λεωφορεία. Πβ. κοντέρ. Βλ. ταχόμετρο.|| ~ αμαξοστοιχίας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. tachygraphe , αγγλ. tachograph, 1903] | |
| 49890 | ταχόμετρο | τα-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει την ταχύτητα με την οποία περιστρέφεται ο κινητήρας οχήματος, κοντέρ: ~ αυτοκινήτου/τρένου. ΣΥΝ. ταχύμετρο (1) [< αγγλ. tachometer] | |
| 49891 | τάχος | τά-χος ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ταχύτητα. Μόνο στη ● ΦΡ.: εν τάχει (λόγ.): γρήγορα· εν συντομία, συνοπτικά: Μας είπε ~ ~ τι είχε συμβεί (= βιαστικά). Ας αναφέρουμε ~ ~ τα γεγονότα. [< αρχ. τάχος] | |
| 49892 | ταχταρίζω | τα-χτα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ταχτάρι-σα, -σει} (λαϊκό): χορεύω ένα μωρό στα χέρια ή στα γόνατα, συνήθ. τραγουδώντας του, για να το διασκεδάσω ή να το ηρεμήσω. Βλ. νταχτιρντί. [< ίσως τουρκ. dahtιrι] | |
| 49893 | ταχτάρισμα | τα-χτά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταχταρίζω: Το μικρό κλαίει, θέλει ~.|| (μτφ., κοσκίνισμα:) ~ της μαστίχας, για να καθαρίσει από το χώμα. ● ταχταρίσματα (τα): ΛΑΟΓΡ. παιδικά τραγούδια της λαϊκής παράδοσης που λέει η μητέρα, χορεύοντας στα χέρια το μωρό. Βλ. νανούρισμα. | |
| 49894 | ταχτική | βλ. τακτική | |
| 49895 | ταχτικός | , ή, ό βλ. τακτικός | |
| 49896 | ταχτοποίηση | βλ. τακτοποίηση | |
| 49897 | ταχτοποιώ | βλ. τακτοποιώ | |
| 49898 | ταχύ | τα-χύ ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.-λαϊκό): πρωί. | |
| 49899 | ταχύ | τα-χύ επίρρ. (λαϊκό): ταχιά. | |
| 49900 | ταχυ- & ταχύ- & ταχ- | (λόγ.) α' συνθετικό με τη σημασία 1. του γρήγορου, χωρίς καθυστέρηση: ταχυ-γραφία (πβ. στενο-)/~μεταφορά. Ταχυ-κίνητος (ΑΝΤ. αργο-). Ταχύ-ρυθμος. Ταχ-έως (ΑΝΤ. βραδ-).|| (ΙΑΤΡ., για παθολογική κατάσταση) Ταχυ-καρδία/~παλμία. 2. της ταχύτητας: ταχύ-μετρο. | |
| 49901 | ταχυαρρυθμία | τα-χυ-αρ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρρυθμία που συνδυάζεται με ταχυκαρδία: κοιλιακή ~. Επεισόδιο ~ας. Βλ. βραδυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, πτερυγισμός. [< γαλλ. tachyarythmie, 1912] | |
| 49902 | ταχυαυξής | , ής, ές τα-χυ-αυ-ξής επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: ΒΟΤ. που αναπτύσσεται γρηγορότερα από άλλα: ~ή: φυτά. Αναδάσωση με ~ή δέντρα (βλ. κυπαρίσσι, λεύκα, πεύκο). [< αγγλ. fast-growing] | |
| 49903 | ταχυβολία | τα-χυ-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): η ταχύτητα βολής πυροβόλου όπλου σε ορισμένο χρόνο· ειδικότ. η δυνατότητά του να εκτελεί γρήγορες ριπές: αυτόματο με μεγάλη ~. Βλ. -βολία. | |
| 49904 | ταχυβόλος | , ος, ο τα-χυ-βό-λος επίθ.: (για όπλο) που εκτελεί πολλές βολές σε λίγο χρόνο: ~ο: πυροβόλο. ● Ουσ.: ταχυβόλο (το) (παλαιότ.): πολυβόλο με μεγάλη ταχυβολία: αντιαεροπορικά ~α. [< γαλλ. arme à tir rapide, γερμ. Schnellfeuerwaffe] | |
| 49905 | ταχυβραστήρας | τα-χυ-βρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικροσυσκευή για γρήγορο βράσιμο νερού. Πβ. βραστήρας. [< γερμ. Schnellkocher] | |
| 49906 | ταχυγραφία | τα-χυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ταχύτητα στο γράψιμο. Βλ. -γραφία. 2. (κυρ. παλαιότ.) στενογραφία. [< γαλλ. tachygraphie, αγγλ. tachygraphy] | |
| 49907 | ταχυγραφικός | , ή, ό τα-χυ-γρα-φι-κός επίθ. (σπάν.): που έχει σχέση με την ταχυγραφία: ~ά: σημεία. [< γαλλ. tachygraphique, αγγλ. tachygraphic] | |
| 49908 | ταχυγράφος | τα-χυ-γρά-φος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αυτός που γράφει πολύ γρήγορα. Βλ. -γράφος, στενογράφος. [< μτγν. ταχυγράφος] | |