Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50460-50480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49925ταχυμεταφορέαςτα-χυ-με-τα-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): υπάλληλος ταχυμεταφορικής· κατ' επέκτ. εταιρεία ταχυμεταφορών: πληρωμή κατά την παράδοση, στον ~α. ΣΥΝ. ταχυδιανομέας.|| Διεθνείς ~είς. Αποστολή παραγγελιών μέσω ~α. ΣΥΝ. κούριερ
49926ταχυμεταφορικός, ή, ό τα-χυ-με-τα-φο-ρι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τις ταχυμεταφορές: ~ές: υπηρεσίες.|| ~ές: επιχειρήσεις. ● Ουσ.: ταχυμεταφορική (η): ενν. εταιρεία: διεθνής ~. Στέλνω το δέμα με την ~. ΣΥΝ. κούριερ
49927ταχυμετρίατα-χυ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. μέθοδος για τον ακριβή υπολογισμό της θέσης ενός σημείου. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. tachymétrie, αγγλ. tachymetry]
49928ταχυμετρικός, ή, ό τα-χυ-με-τρι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που έχει σχέση με την ταχυμετρία ή υπολογίζεται με ταχύμετρο: ~ή: αποτύπωση/μέθοδος. ● επίρρ.: ταχυμετρικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. αγγλ. tachymetric]
49929ταχύμετροτα-χύ-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ταχόμετρο: ~ αεροπλάνου/αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας. Αναλογικό ~ και στροφόμετρο. Πβ. κοντέρ, χιλιομετρητής. Βλ. καντράν, ταμπλό. 2. ΤΟΠΟΓΡ. όργανο υπολογισμού γωνιών, αποστάσεων και υψομετρικών διαφορών: ηλεκτρονικό ~. ~-αποστασιόμετρο. Πβ. θεοδόλιχος. Βλ. γεωδαισία, σταδία, χωροβάτης. 3. ΝΑΥΤ. δρομόμετρο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. tachymètre, αγγλ. tachymeter]
49930τάχυνσητά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): επιτάχυνση.
49931ταχύνωτα-χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τάχυ-να, -νει} (σπάν.-λόγ.): επιταχύνω. [< αρχ. ταχύνω]
49932ταχυόνιοτα-χυ-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ταχυονί-ου | -ων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. υποθετικό σωματίδιο που κινείται ταχύτερα από το φως. [< αγγλ. tachyon, 1967, γαλλ. ~, 1970]
49933ταχυπαλμίατα-χυ-παλ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ταχυκαρδία. Πβ. ταχυσφυγμία. [< αγγλ. palpitation]
49934ταχυπιεστήριοτα-χυ-πι-ε-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. κυλινδρικό πιεστήριο με μεγάλη ταχύτητα εκτύπωσης: ~ όφσετ. [< γερμ. Schnellpresse]
49935ταχυπληρωμήτα-χυ-πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.): αποπληρωμή οφειλών μέσω ειδικής υπηρεσίας του ταχυδρομείου: απόδειξη/αποστολή/δελτίο/έκδοση/έντυπο ~ής. Εξόφληση λογαριασμών/καταβολή ασφαλιστικών εισφορών με ~.
49936ταχυπλοΐατα-χυ-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. ναυσιπλοΐα με μηχανοκίνητα σκάφη μεγάλης ταχύτητας: αγώνες ~ας. Βλ. ιστιοπλοΐα. 2. γρήγορη πορεία, πλεύση. Βλ. -πλοΐα. [< 2: μτγν. ταχυπλοΐα]
49937ταχύπλοος, η, ο τα-χύ-πλο-ος επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με την ταχυπλοΐα ή (για πλεούμενο) που κινείται γρήγορα: ~η: σύνδεση.|| ~η: βάρκα. ~ο: καράβι/πλοίο (= ταχυκίνητο). ● Ουσ.: ταχύπλοο (το): σκάφος ταχείας πλεύσης, ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης. Βλ. θαλάσσιο ταξί, καταμαράν, κρις-κραφτ. [< αρχ. ταχύπλοος]
49938ταχύπνοιατα-χύ-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του αριθμού των αναπνοών ανά λεπτό: ταχυπαλμία και ~. Βλ. ά-, δύσ-, υπέρ-πνοια. ΑΝΤ. βραδύπνοια [< αρχ. ταχύπνοια, αγγλ. tachypnea]
49939ταχύρυθμος, η/ος, ο τα-χύ-ρυθ-μος επίθ. & ταχύρρυθμος : που γίνεται με ταχείς, εντατικούς ρυθμούς ή σε σύντομο χρόνο: ~η: ανάπτυξη/αύξηση (της παραγωγής)/διαδικασία/εξέλιξη. ΑΝΤ. αργός, βραδύς.|| (συνήθ. ΠΑΙΔΑΓ.) ~η: διδασκαλία/εκπαίδευση/επιμόρφωση. ~ο: φροντιστήριο. ~α: μαθήματα/σεμινάρια. ~ο πρόγραμμα εκμάθησης Η/Υ. Κανονικά και ~α τμήματα σπουδών. ● επίρρ.: ταχύρυθμα
49940ταχύς, εία, ύ τα-χύς επίθ. {ταχ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων, (θηλ. -ειών) | ταχύτ-ερος, -ατος (λογιότ.) τάχιστος} (λόγ.) ΣΥΝ. γρήγορος. ΑΝΤ. αργός, βραδύς 1. που γίνεται με ταχύτητα ή σύντομα, χωρίς καθυστέρηση: ~ύς: έλεγχος/εντοπισμός/(ΜΑΘ.) μετασχηματισμός/πολλαπλασιασμός/υπολογισμός. ~εία: αναζήτηση/ανάρρωση/βελτίωση/(ΙΑΤΡ.) βιοψία/διακίνηση/διεκπεραίωση/έκδοση/εναλλαγή/ενημέρωση/εξυπηρέτηση/επέκταση/(ΧΗΜ.) καύση/κινητοποίηση/κλήση/λήξη/λήψη (αποφάσεων)/πορεία (ανάπτυξης)/πρόοδος (πβ. αλματώδης). ~εία διάδοση των ευρυζωνικών υπηρεσιών. ~εία μέθοδος εκμάθησης (ξένων γλωσσών)/ολοκλήρωση του έργου (ΑΝΤ. προοδευτική). ~εία πλοήγηση/πρόσβαση στο ίντερνετ. Δυνάμεις ~είας επέμβασης. Λόγω των ταχειών (συχνότ. εσφαλμ. ταχέων) εξελίξεων. Βλ. υπερ~.|| (ειδικότ., γρηγορότερος από το κανονικό:) ~ύς: σφυγμός. ~εία: αναπνοή.|| (μτφ.) Με βήμα ~ύ (= γοργό) προχωρούν τα έργα. 2. που συμβαίνει βιαστικά ή/και ξαφνικά: ~εία: αλλαγή/αντίδραση (= αστραπιαία, εσπευσμένη)/απώλεια (βάρους)/εξέλιξη. ΣΥΝ. αιφνίδιος 3. που κινείται ή εκτελεί μια ενέργεια με ταχύτητα: ο πιο ~ παίκτης. ~ύ: μέσο/όχημα.|| ~ύ: δίκτυο. ● ΣΥΜΠΛ.: οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, ταχύ περιπολικό κατευθυνόμενων βλημάτων βλ. περιπολικό ● ΦΡ.: το ταχύτερο (ως επίρρ.): το γρηγορότερο δυνατό: Να έρθεις ~ ~! [< αρχ. επίρρ. ταχύτερον, γαλλ. le plus tôt ] [< αρχ. ταχύς]
49941ταχυστέγνωτος, η, ο τα-χυ-στέ-γνω-τος επίθ. (επίσ.): που στεγνώνει γρήγορα: ~ο: αστάρι/βερνίκι/χρώμα.
49942ταχυσφυγμίατα-χυ-σφυγ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση της συχνότητας του σφυγμού, που οφείλεται σε ταχυκαρδία. Πβ. ταχυπαλμία.
49943ταχύτητα

τα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ταχυτήτων} 1. ΦΥΣ. ο ρυθμός μεταβολής της θέσης ενός κινούμενου σώματος ως προς τη μονάδα του χρόνου: αργή/αρχική/ασύλληπτη/διαστημική/κανονική/μεγάλη/μέγιστη/μέση/οριακή/πραγματική/σταθερή/στιγμιαία/υπερηχητική ~. ~ διάδοσης κύματος/εκκίνησης/εκτόξευσης/περιστροφής/πτήσης/ροής. Η ~ του ανέμου/ήχου. Διπλασιασμός/μέτρηση/υπολογισμός της ~ας. Βλ. επιτάχυνση.|| (για όχημα) Όριο ~ας. Μειωτές ~ας (= σαμαράκια). Κλήση για υπερβολική ~. Η ~ ελέγχεται με ραντάρ. Η ~ αυξάνεται/μειώνεται/πέφτει στα ... χιλιόμετρα την ώρα. Ο οδηγός αναπτύσσει/ελαττώνει/κατεβάζει ~. Το αυτοκίνητο κινείται/τρέχει με ~ ... χιλιομέτρων.|| (προφ.) Το αμάξι πιάνει τρελές ~ες.|| Με την ~ του φωτός (= πολύ γρήγορα).|| (ΧΗΜ.) ~ καύσης. Βλ. -ύτητα. 2. (γενικότ.) ο ρυθμός με τον οποίο γίνεται κάτι· γρήγορη κίνηση: ιλιγγιώδης ~. Η ~ της αντίδρασης (πβ. αμεσότητα, γρηγορ-, σβελτ-άδα). Στην εποχή της ~ας. Ο κόσμος αλλάζει με απίστευτη ~. ΑΝΤ. βραδύτητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) Υψηλή/χαμηλή ~. ~ εκτύπωσης/μεταφοράς δεδομένων. Αναβάθμιση/βελτίωση ~ας ΑDSL. Αύξηση της ~ας πρόσβασης/σύνδεσης στο ίντερνετ.|| Αγώνες ~ας (βλ. ράλι). Ρεκόρ ~ας από αμφίβιο όχημα.|| (ΑΘΛ., στον στίβο) Δρόμος ~ας (πβ. σπριντ). 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. σύστημα σχέσεων οχήματος, που προσαρμόζει τη ροπή και τις στροφές του κινητήρα στις ανάγκες της κίνησης και κυρ. καθένας από τους συνδυασμούς του συστήματος αυτού· (συνεκδ.-στον πληθ.) κιβώτιο ή μοχλός ταχυτήτων: αυτόματες/χειροκίνητες ~ες. Αλλάζω/βάζω/βγάζω ~. Ποδήλατο με/χωρίς ~ες. Βλ. πρώτη, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβιέ(ς)/μοχλός ταχυτήτων: ΜΗΧΑΝΟΛ. όργανο αλλαγής ταχυτήτων: δερμάτινος ~ ~. Κάλυμμα ~έ ~. [< γαλλ. levier de vitesse ] , γωνιακή ταχύτητα βλ. γωνιακός, κεκτημένη ταχύτητα βλ. κεκτημένος, κιβώτιο (ταχυτήτων) βλ. κιβώτιο, νεκρή ταχύτητα βλ. νεκρός, ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) βλ. καθίζηση, χύτρα ταχύτητας βλ. χύτρα ● ΦΡ.: δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων: για άνιση μεταχείριση ή εξέλιξη: εργαζόμενοι/κοινωνία/πολίτες/πρωτάθλημα/σχολεία ~ ~. Αμοιβές/μισθολόγιο πολλών ταχυτήτων. Βλ. κατηγορία. [< γαλλ. à deux vitesses] , ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, κόβω ταχύτητα βλ. κόβω, με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής βλ. αστραπή, με κινηματογραφική ταχύτητα βλ. κινηματογραφικός [< αρχ. ταχύτης 2,3: γαλλ. vitesse]

49944ταχυφαγείο[ταχυφαγεῖο] τα-χυ-φα-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): φαστφουντάδικο. ΣΥΝ. ταχυεστιατόριο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.