Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50480-50500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49945ταχυφόρτισητα-χυ-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. γρήγορη φόρτιση: χρόνος ~ης (μπαταρίας). [< αγγλ. quick charging]
49946ταχυφορτιστήςτα-χυ-φορ-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή γρήγορης φόρτισης: διπλός/ενσωματωμένος/εξωτερικός/επιτραπέζιος ~. ~ (επαναφορτιζόμενων) μπαταριών. [< αγγλ. fast charger]
49947ταχυφυλαξίατα-χυ-φυ-λα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανοχή σε φάρμακο, μείωση ή απώλεια της δραστικότητάς του λόγω συχνής ή μακροχρόνιας λήψης. Πβ. απευαισθητοποίηση. [< γαλλ. tachyphylaxie, 1916, αγγλ. tachyphylaxis, 1911]
49948ταχυχάλυβαςτα-χυ-χά-λυ-βας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. σκληρό κράμα χάλυβα, ανθεκτικό στις υψηλές θερμοκρασίες: ελικοειδή τρυπάνια από ~α. [< αγγλ. high-speed steel]
49949ταψίτα-ψί ουσ. (ουδ.): πλατύ, ορθογώνιο ή στρογγυλό μαγειρικό σκεύος με μικρό συνήθ. βάθος, για ψήσιμο στον φούρνο· συνεκδ. το περιεχόμενό του: κεραμικό/μεταλλικό ~. ~ (από) πυρέξ. Αλείφω το ~ με βούτυρο/λάδι.|| (εμφατ.) Έφαγε ένα ~ μουσακά! ● Υποκ.: ταψάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκά (του) ταψιού βλ. γλυκό ● ΦΡ.: χορεύω (κάποιον) στο ταψί/κάνω (κάποιον) να χορέψει στο ταψί (προφ.): τον ταλαιπωρώ, συνήθ. για να τον τιμωρήσω ή να τον υποχρεώσω να κάνει κάτι, του κάνω τη ζωή δύσκολη. Πβ. βγάζω σε κάποιον το λάδι, του έψησε/έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη, τσιγαρ-, τσιτσιρ-, τσουρουφλ-ίζω. [< μεσν. ταψί < τουρκ. tepsi]
49950ταώςτα-ώς ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. (λόγ.) παγόνι. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Τ) μικρός αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου. [< αρχ. ταώς]
49951τεσύνδ. (λόγ.): συμπλεκτικός σύνδεσμος σε παγιωμένες φράσεις της Αρχαίας Ελληνικής: ψυχή ~ και σώματι. [< αρχ. τε· δηλώνει χαλαρότερη σύνδεση σε σχέση με το και]
49953ΤΕ(η): Τεχνολογική Εκπαίδευση.
49954ΤΕΑΔΥ(το): Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων.
49955τεγίδατε-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. καδρόνι στήριξης: μεταλλικές/ξύλινες ~ες. ~ες οροφής/στέγης. Υποστυλώματα και ~ες. ΣΥΝ. τραβέρσα. Βλ. δοκός.
49956ΤΕΕ(το): Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας.
49957τέζατέ-ζα επίρρ. (προφ.) 1. σε ακινησία ή λιπόθυμος· νεκρός: Έμεινε τρεις μέρες ~ (= ξαπλωμένος) στο κρεβάτι με γρίπη.|| Μόλις άκουσε τα νέα έπεσε ~.|| Έπαθε καρδιακή προσβολή και ~ (= τα κακάρωσε). 2. που έχει φτάσει στο τέλος του: ~ η μπαταρία! 3. τελείως τεντωμένος, τσιτωμένος: Το ρούχο ήταν ~ (= τεζαριστό) πάνω της. 4. (για όχημα) με σχεδόν τέρμα το γκάζι ή το φρένο: Πάει ~ (= πατημένος).|| Πέρασε ~ τη στροφή. ● ΦΡ.: έμεινε/τον βρήκαν τέζα: πέθανε ξαφνικά, τον βρήκαν πεθαμένο., την κάνω τέζα: τρώω πολύ. ΣΥΝ. την κάνω ταράτσα, τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι [< ιταλ. tesa]
49958τεζάρισματε-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τέντωμα: ~ της αλυσίδας/του σχοινιού. ΣΥΝ. τσίτωμα 2. ξάπλωμα: ~ και ύπνος! Βλ. -ισμα.
49959τεζαριστός, ή, ό τε-ζα-ρι-στός επίθ. (προφ.): πολύ τεντωμένος, σφιχτός ή εντελώς γεμάτος: ~ό: φουστάνι. Πβ. τσιτωμένος. ● επίρρ.: τεζαριστά
49960τεζάρωτε-ζά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τέζαρ-α κ. τεζάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.) 1. μένω ακίνητος· κατ' επέκτ. καταρρέω από κούραση: Γύρισε ξεθεωμένη και ~ε στον καναπέ. 2. τσιτώνω ή γεμίζω κάτι: Ο κάβος/ο σπάγγος ~ισε. ΑΝΤ. λασκάρω (1) ● ΦΡ.: τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε (προφ.-ειρων.): πέθανε (ξαφνικά). ΣΥΝ. τα κακάρωσε, τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα [< ιταλ. tesare]
49961ΤΕΘ(το): Τμήμα Εντατικής Θεραπείας.
49962τεθείβλ. θέτω, τίθεμαι
49963τέθηκεβλ. θέτω, τίθεμαι
49965τεθλιμμένος, η, ο βλ. θλιμμένος
49966τεθνεώςτε-θνε-ώς ουσ. (αρσ.) {τεθνε-ώτος | -ώτες, -ώτων | σπάν. θηλ. τεθνεώσα, -ώσας (λόγ.) -ώσης} (συνήθ. με οριστικό άρθ.) (αρχαιοπρ.): νεκρός: οι συγγενείς του ~ώτος. ΣΥΝ. αποθανών, εκλιπών, θανών ΑΝΤ. ζων ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< μτχ. παρακ. του ρ. θνῄσκω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.