| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49967 | τέθριππο | τέ-θριπ-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίππου}: ΑΡΧ. δίτροχο άρμα συρόμενο από τέσσερα άλογα· συνεκδ. αγώνισμα με τα συγκεκριμένα άρματα: πομπή με ~α.|| Αρματοδρομία ~ίππου. [< αρχ. τέθριππον] | |
| 49968 | τεθωρακισμένος | , η, ο τε-θω-ρα-κι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που είναι εφοδιασμένος με προστατευτικό εξοπλισμό, θωρακισμένος· ειδικότ. που έχει σχέση με τα Τεθωρακισμένα: ~η: λιμουζίνα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~η: μεραρχία/μονάδα/ταξιαρχία/φάλαγγα. ● Ουσ.: Τεθωρακισμένα (τα) (συντομ. ΤΘ): ΣΤΡΑΤ. Όπλο του Στρατού Ξηράς στο οποίο υπάγονται τα άρματα μάχης και τα θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού: αξιωματικός/δόκιμος στα ~. Βλ. επιλαρχία., τεθωρακισμένο (το): ΣΤΡΑΤ. όχημα με ερπύστριες και συνήθ. χαλύβδινη επένδυση, που φέρει οπλισμό: βαρύ/ελαφρύ ~. Βλ. τανκς. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. θωρακίζω, γαλλ. blindé, αγγλ. armoured] | |
| 49969 | ΤΕΙ | (το): Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Πβ. ΑΤΕΙ. | |
| 49970 | τεϊλορισμός | τε-ϊ-λο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. σύστημα επιστημονικής διοίκησης και οργάνωσης της εργασίας. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. taylorism, 1928] | |
| 49971 | τεινεσμός | τει-νε-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη, ατελής κένωση ή ούρηση. Βλ. δυσκοιλιότητα. [< αρχ. τεινεσμός, γαλλ. ténesme, αγγλ. tenesmus] | |
| 49972 | τεΐνη | τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διεγερτική ουσία που υπάρχει στα φύλλα του τσαγιού. Πβ. καφεΐνη. Βλ. αλκαλοειδή. [< γαλλ. théine] | |
| 49973 | τείνω | τεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. έτεινα, τείνει, τάθηκε, ταθεί, τείν-οντας, τεταμένος} (λόγ.) 1. τεντώνω: ~ τη χορδή.|| Του έτεινε (= έδωσε) ευγενικά το χέρι. Πβ. εκ~, προτάσσω, προ~. Βλ. δια~, επι~. 2. (μτφ.) έχω την τάση ή την προδιάθεση, κλίνω ή προσανατολίζομαι σε κάτι: ~ σε άλλη κατεύθυνση/στην άποψη ότι ... ~ει να πιστέψει πως ... Η κατάσταση ~ει (= βαίνει) προς αποκλιμάκωση. ~ει στην υπερβολή (πβ. ρέπω). Προστατευόμενο είδος που ~ει προς εξαφάνιση.|| (ΜΑΘ.) Στη συνάρτηση το χ ~ει στο μηδέν. Βλ. παρα~. 3. (μτφ.) αποσκοπώ, αποβλέπω, στοχεύω: Οι προσπάθειές του ~ουν στην επίτευξη του στόχου. ΣΥΝ. κατατείνω ● ΦΡ.: τείνει ευήκοον ους βλ. ους, τείνω/απλώνω/δίνω/παρέχω χείρα βλ. χειρ ● βλ. τεταμένος [< 1, 3: αρχ. τείνω] | |
| 49974 | τέιο | τέ-ι-ο ουσ. (ουδ.) & τέιον (λόγ.): τσάι. [< γαλλ. thé] | |
| 49975 | τεϊόδεντρο | τε-ϊ-ό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αειθαλές τροπικό φυτό (γένος Camellia, είδη Thea assamica και T. sinensis) από τα φύλλα του οποίου παρασκευάζεται το τσάι: απόσταγμα/εκχύλισμα ~ου. [< γαλλ. arbre à thé] | |
| 49976 | Τειρεσίας | Τει-ρε-σί-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. διατραπεζική εταιρεία πληροφορικών συστημάτων που συγκεντρώνει και διαθέτει στοιχεία σχετικά με την οικονομική συμπεριφορά επιχειρήσεων και ιδιωτών, με σκοπό τον έλεγχο της φερεγγυότητάς τους και την αποτροπή απάτης στις τραπεζικές συναλλαγές: ενημέρωση του ~α. Τα αρχεία/το μητρώο του ~α. Επαγγελματίας που είναι/μπήκε στον ~α.|| (ειρων.) Η μαύρη λίστα του ~α. 2. (μετωνυμ.-συχνά ειρων.) αυτός που μαντεύει σωστά ή παριστάνει τον μάντη: Σε όλες τις προβλέψεις του πέφτει μέσα, ~ είναι; Βλ. Πυθία. [< αρχ. Τειρεσίας] | |
| 49977 | τειχίζω | τει-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τείχι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): περικλείω ή αποκλείω με τείχος μια έκταση: ~σαν την πόλη. ΣΥΝ. οχυρώνω (1), περιτειχίζω [< αρχ. τειχίζω] | |
| 49978 | τειχίο | τει-χί-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. τοιχίο από μπετόν, κυρ. για αντισεισμική ενίσχυση κτίσματος: ~ σκυροδέματος. [< αρχ. τειχίον] | |
| 49979 | τείχιση | τεί-χι-ση ουσ. (θηλ.): κατασκευή οχυρώματος· συνεκδ. τείχος: ~ μιας πόλης. Πβ. οχύρωση.|| (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) Η ~ της ακρόπολης/του κάστρου. Πβ. τείχισμα. [< αρχ. τείχισις] | |
| 49980 | τείχισμα | τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.) {τειχίσμ-ατα}: οχυρωματικό τείχος: χαμηλό ~. Πβ. οχύρωμα, ρπομαχώνας, τάπια. Βλ. δια~, προ~. [< αρχ. τείχισμα] | |
| 49981 | τειχοδομία | τει-χο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική οικοδόμησης τείχους· συνεκδ. τείχος: (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) πολυγωνική ~. Δείγμα ελληνιστικής ~ας.|| Η ~ του αρχαίου οικισμού. ΣΥΝ. τειχοποιία [< μτγν. τειχοδομία] | |
| 49982 | τειχοποιία | τει-χο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική κατασκευής τείχους· (κυρ. συνεκδ.) τείχος: εξωτερική/εσωτερική ~. (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) Η ~ του μεσαιωνικού οχυρού. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. τειχοδομία [< μτγν. τειχοποιία] | |
| 49983 | τείχος | [τεῖχος] τεί-χος ουσ. (ουδ.) {τείχ-ους | -η, -ών} 1. κτιστό οχυρωματικό έργο, ψηλό και μακρόστενο, που περικλείει μια πόλη ή περιοχή: αμυντικό/απόρθητο/διαχωριστικό/θαλάσσιο/περιμετρικό/προστατευτικό/χερσαίο ~. Το ~ των συνόρων. Ανέγερση/ενίσχυση/θεμελίωση/κατάρρευση/κατεδάφιση ~ους. Κατασκευή ~ους ασφαλείας. (παλαιότ.) Τάφρος γύρω από τα ~η. Ο λαός κλείστηκε μέσα στα ~η. Τα ~η άντεξαν την πολιορκία.|| Το Σινικό ή Μέγα ~. Το ~ των δακρύων/θρήνων (: τόπος προσευχής των Εβραίων στα Ιεροσόλυμα).|| (ΑΡΧ.) Τα Μακρά ~η (: που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά και το Φάληρο).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ενετικά/μεσαιωνικά ~η. Το ~ της ακρόπολης/του κάστρου/του λιμανιού. Ερείπια ~ους αρχαίου οικισμού. Πβ. τείχιση. 2. (μτφ.) προστατευτικός ή αμυντικός σχηματισμός· κατ' επέκτ. συλλογική κίνηση: ~ από διαδηλωτές (πβ. ζώνη, κλοιός).|| (στο ποδόσφαιρο, πριν από την εκτέλεση φάουλ:) Το ~ των παικτών μπροστά από το τέρμα.|| Ανθρώπινο ~ αλληλεγγύης. 3. (μτφ.) εμπόδιο: ~ αδιαφορίας/ασυνεννοησίας/σιωπής. Πολιτισμικά/φυλετικά ~η. Ανυπέρβλητα ~η μεταξύ των ... Γκρεμίζω/ρίχνω τα ~η. Έχει ορθώσει/υψώσει/φτιάξει/χτίσει ~η γύρω της. Πβ. φραγμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Τείχος (του Βερολίνου): ΙΣΤ. μέρος των συνόρων που χώριζαν (1961-1989) τη Γερμανία σε δύο κράτη και το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό: η πτώση του ~ους., τείχος προστασίας: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό το οποίο εντοπίζει τους χάκερ και τους ιούς που επιχειρούν να εισβάλουν στον υπολογιστή μέσω ίντερνετ. [< αγγλ. firewall, 1974] , κυκλώπεια τείχη βλ. κυκλώπειος ● ΦΡ.: εκτός/εντός των τειχών (λόγ.): έξω από ή μέσα σε μια περιοχή: κινηματογράφοι εκτός ~ ~ (: έξω από την πόλη).|| (μτφ.) Ο εχθρός βρίσκεται εντός ~ ~ (: κοντά, στο στενό περιβάλλον). [< αρχ. τεῖχος] | |
| 49984 | τέκελ | τέ-κελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. γερμανικό κυνηγόσκυλο με μακρόστενο κορμό, κοντά πόδια και μακριά αυτιά: ~, γνωστό και ως λουκάνικο. Βλ. μπασέ. [< γερμ. Teckel, Dackel] | |
| 49985 | τεκές | τε-κές ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ντεκές 1. χώρος όπου μαζεύονται χρήστες ναρκωτικών, καταγώγιο· κατ' επέκτ. μικρό δωμάτιο γεμάτο καπνό από τσιγάρα: Εγκαταλειμμένο σπίτι/παράγκα που έχει γίνει ~.|| (παλαιότ., στέκι χασικλήδων:) Ρεμπέτικα του ~έ.|| Υπόγειοι ~έδες που μαζεύουν υπόκοσμο. Βλ. χαμαιτυπείο.|| Κάπνιζαν σαν φουγάρα, είχαν κάνει τη αίθουσα ~έ! 2. μουσουλμανικό μοναστήρι δερβίσηδων. Βλ. -ές, τέμενος. [< τεκές, 16ος αι. < τουρκ. tekke] | |
| 49986 | τεκίλα | τε-κί-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μεξικάνικο αλκοολούχο ποτό που παράγεται από το χυμό της μπλε αγαύης: κίτρινη/λευκή ~. ~ με αλάτι και λάιμ. ~ με λεμόνι (βλ. μαργαρίτα). [< αγγλ. tequila, γαλλ. téquila, 1933, από την ομώνυμη πόλη του Μεξικού] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ