| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49971 | τεινεσμός | τει-νε-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη, ατελής κένωση ή ούρηση. Βλ. δυσκοιλιότητα. [< αρχ. τεινεσμός, γαλλ. ténesme, αγγλ. tenesmus] | |
| 49972 | τεΐνη | τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διεγερτική ουσία που υπάρχει στα φύλλα του τσαγιού. Πβ. καφεΐνη. Βλ. αλκαλοειδή. [< γαλλ. théine] | |
| 49973 | τείνω | τεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. έτεινα, τείνει, τάθηκε, ταθεί, τείν-οντας, τεταμένος} (λόγ.) 1. τεντώνω: ~ τη χορδή.|| Του έτεινε (= έδωσε) ευγενικά το χέρι. Πβ. εκ~, προτάσσω, προ~. Βλ. δια~, επι~. 2. (μτφ.) έχω την τάση ή την προδιάθεση, κλίνω ή προσανατολίζομαι σε κάτι: ~ σε άλλη κατεύθυνση/στην άποψη ότι ... ~ει να πιστέψει πως ... Η κατάσταση ~ει (= βαίνει) προς αποκλιμάκωση. ~ει στην υπερβολή (πβ. ρέπω). Προστατευόμενο είδος που ~ει προς εξαφάνιση.|| (ΜΑΘ.) Στη συνάρτηση το χ ~ει στο μηδέν. Βλ. παρα~. 3. (μτφ.) αποσκοπώ, αποβλέπω, στοχεύω: Οι προσπάθειές του ~ουν στην επίτευξη του στόχου. ΣΥΝ. κατατείνω ● ΦΡ.: τείνει ευήκοον ους βλ. ους, τείνω/απλώνω/δίνω/παρέχω χείρα βλ. χειρ ● βλ. τεταμένος [< 1, 3: αρχ. τείνω] | |
| 49974 | τέιο | τέ-ι-ο ουσ. (ουδ.) & τέιον (λόγ.): τσάι. [< γαλλ. thé] | |
| 49975 | τεϊόδεντρο | τε-ϊ-ό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αειθαλές τροπικό φυτό (γένος Camellia, είδη Thea assamica και T. sinensis) από τα φύλλα του οποίου παρασκευάζεται το τσάι: απόσταγμα/εκχύλισμα ~ου. [< γαλλ. arbre à thé] | |
| 49976 | Τειρεσίας | Τει-ρε-σί-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. διατραπεζική εταιρεία πληροφορικών συστημάτων που συγκεντρώνει και διαθέτει στοιχεία σχετικά με την οικονομική συμπεριφορά επιχειρήσεων και ιδιωτών, με σκοπό τον έλεγχο της φερεγγυότητάς τους και την αποτροπή απάτης στις τραπεζικές συναλλαγές: ενημέρωση του ~α. Τα αρχεία/το μητρώο του ~α. Επαγγελματίας που είναι/μπήκε στον ~α.|| (ειρων.) Η μαύρη λίστα του ~α. 2. (μετωνυμ.-συχνά ειρων.) αυτός που μαντεύει σωστά ή παριστάνει τον μάντη: Σε όλες τις προβλέψεις του πέφτει μέσα, ~ είναι; Βλ. Πυθία. [< αρχ. Τειρεσίας] | |
| 49977 | τειχίζω | τει-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τείχι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): περικλείω ή αποκλείω με τείχος μια έκταση: ~σαν την πόλη. ΣΥΝ. οχυρώνω (1), περιτειχίζω [< αρχ. τειχίζω] | |
| 49978 | τειχίο | τει-χί-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. τοιχίο από μπετόν, κυρ. για αντισεισμική ενίσχυση κτίσματος: ~ σκυροδέματος. [< αρχ. τειχίον] | |
| 49979 | τείχιση | τεί-χι-ση ουσ. (θηλ.): κατασκευή οχυρώματος· συνεκδ. τείχος: ~ μιας πόλης. Πβ. οχύρωση.|| (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) Η ~ της ακρόπολης/του κάστρου. Πβ. τείχισμα. [< αρχ. τείχισις] | |
| 49980 | τείχισμα | τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.) {τειχίσμ-ατα}: οχυρωματικό τείχος: χαμηλό ~. Πβ. οχύρωμα, ρπομαχώνας, τάπια. Βλ. δια~, προ~. [< αρχ. τείχισμα] | |
| 49981 | τειχοδομία | τει-χο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική οικοδόμησης τείχους· συνεκδ. τείχος: (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) πολυγωνική ~. Δείγμα ελληνιστικής ~ας.|| Η ~ του αρχαίου οικισμού. ΣΥΝ. τειχοποιία [< μτγν. τειχοδομία] | |
| 49982 | τειχοποιία | τει-χο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική κατασκευής τείχους· (κυρ. συνεκδ.) τείχος: εξωτερική/εσωτερική ~. (κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) Η ~ του μεσαιωνικού οχυρού. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. τειχοδομία [< μτγν. τειχοποιία] | |
| 49983 | τείχος | [τεῖχος] τεί-χος ουσ. (ουδ.) {τείχ-ους | -η, -ών} 1. κτιστό οχυρωματικό έργο, ψηλό και μακρόστενο, που περικλείει μια πόλη ή περιοχή: αμυντικό/απόρθητο/διαχωριστικό/θαλάσσιο/περιμετρικό/προστατευτικό/χερσαίο ~. Το ~ των συνόρων. Ανέγερση/ενίσχυση/θεμελίωση/κατάρρευση/κατεδάφιση ~ους. Κατασκευή ~ους ασφαλείας. (παλαιότ.) Τάφρος γύρω από τα ~η. Ο λαός κλείστηκε μέσα στα ~η. Τα ~η άντεξαν την πολιορκία.|| Το Σινικό ή Μέγα ~. Το ~ των δακρύων/θρήνων (: τόπος προσευχής των Εβραίων στα Ιεροσόλυμα).|| (ΑΡΧ.) Τα Μακρά ~η (: που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά και το Φάληρο).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ενετικά/μεσαιωνικά ~η. Το ~ της ακρόπολης/του κάστρου/του λιμανιού. Ερείπια ~ους αρχαίου οικισμού. Πβ. τείχιση. 2. (μτφ.) προστατευτικός ή αμυντικός σχηματισμός· κατ' επέκτ. συλλογική κίνηση: ~ από διαδηλωτές (πβ. ζώνη, κλοιός).|| (στο ποδόσφαιρο, πριν από την εκτέλεση φάουλ:) Το ~ των παικτών μπροστά από το τέρμα.|| Ανθρώπινο ~ αλληλεγγύης. 3. (μτφ.) εμπόδιο: ~ αδιαφορίας/ασυνεννοησίας/σιωπής. Πολιτισμικά/φυλετικά ~η. Ανυπέρβλητα ~η μεταξύ των ... Γκρεμίζω/ρίχνω τα ~η. Έχει ορθώσει/υψώσει/φτιάξει/χτίσει ~η γύρω της. Πβ. φραγμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Τείχος (του Βερολίνου): ΙΣΤ. μέρος των συνόρων που χώριζαν (1961-1989) τη Γερμανία σε δύο κράτη και το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό: η πτώση του ~ους., τείχος προστασίας: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό το οποίο εντοπίζει τους χάκερ και τους ιούς που επιχειρούν να εισβάλουν στον υπολογιστή μέσω ίντερνετ. [< αγγλ. firewall, 1974] , κυκλώπεια τείχη βλ. κυκλώπειος ● ΦΡ.: εκτός/εντός των τειχών (λόγ.): έξω από ή μέσα σε μια περιοχή: κινηματογράφοι εκτός ~ ~ (: έξω από την πόλη).|| (μτφ.) Ο εχθρός βρίσκεται εντός ~ ~ (: κοντά, στο στενό περιβάλλον). [< αρχ. τεῖχος] | |
| 49984 | τέκελ | τέ-κελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. γερμανικό κυνηγόσκυλο με μακρόστενο κορμό, κοντά πόδια και μακριά αυτιά: ~, γνωστό και ως λουκάνικο. Βλ. μπασέ. [< γερμ. Teckel, Dackel] | |
| 49985 | τεκές | τε-κές ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ντεκές 1. χώρος όπου μαζεύονται χρήστες ναρκωτικών, καταγώγιο· κατ' επέκτ. μικρό δωμάτιο γεμάτο καπνό από τσιγάρα: Εγκαταλειμμένο σπίτι/παράγκα που έχει γίνει ~.|| (παλαιότ., στέκι χασικλήδων:) Ρεμπέτικα του ~έ.|| Υπόγειοι ~έδες που μαζεύουν υπόκοσμο. Βλ. χαμαιτυπείο.|| Κάπνιζαν σαν φουγάρα, είχαν κάνει τη αίθουσα ~έ! 2. μουσουλμανικό μοναστήρι δερβίσηδων. Βλ. -ές, τέμενος. [< τεκές, 16ος αι. < τουρκ. tekke] | |
| 49986 | τεκίλα | τε-κί-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μεξικάνικο αλκοολούχο ποτό που παράγεται από το χυμό της μπλε αγαύης: κίτρινη/λευκή ~. ~ με αλάτι και λάιμ. ~ με λεμόνι (βλ. μαργαρίτα). [< αγγλ. tequila, γαλλ. téquila, 1933, από την ομώνυμη πόλη του Μεξικού] | |
| 49987 | τεκμαίρεται | τεκ-μαί-ρε-ται ρ. (αμτβ.) {τεκμαιρ-όμενος} (επίσ.): βγαίνει το συμπέρασμα βάσει στοιχείων, αποδεικνύεται: Όπως ~ από τα δεδομένα/την έρευνα/τα ευρήματα ... (ΝΟΜ.) Με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας, ~ η αποδοχή του αιτήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκμαιρόμενη μητέρα βλ. μητέρα [< αρχ. τεκμαίρομαι] | |
| 49988 | τεκμαρτός | , ή, ό τεκ-μαρ-τός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. που αποδεικνύεται, βεβαιώνεται με στοιχεία: ~ός: μισθός/υπολογισμός ΦΠΑ/φόρος. ~ή: αμοιβή/αξία/δαπάνη/έκπτωση/τιμή. ~ό: κέρδος/κόστος/μίσθωμα/ποσό. Πβ. αποδεδειγ-, πιστοποιη-μένος. ● επίρρ.: τεκμαρτώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τεκμαρτό εισόδημα: που υπολογίζεται με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης (δαπάνες) και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων: το δηλωθέν/πραγματικό και το ~ ~. Βλ. πόθεν έσχες., τεκμαρτό ενοίκιο: που καταβάλλεται υποθετικά για ιδιοκατοίκηση, με βάση ορισμένα στοιχεία. [< αρχ. τεκμαρτός < αρχ. τεκμαίρομαι] | |
| 49989 | τεκμήριο | τεκ-μή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίου | -ίων} 1. αποδεικτικό στοιχείο για την εξαγωγή συμπερασμάτων· ειδικότ. ντοκουμέντο: ~ γνώσης μιας γλώσσας (βλ. πιστοποιητικό, πτυχίο). Αδιάψευστα/ακαταμάχητα ~α. Πβ. απόδειξη, μαρτύριο.|| Γραπτά/ηχητικά/ιστορικά/σπάνια/φωτογραφικά/ψηφιακά ~α. Αναζήτηση/αξιολόγηση ~ίων. Φύλαξη και συντήρηση ~ίων (αρχειακού υλικού). 2. ΝΟΜ. συμπέρασμα που προκύπτει από γνωστά στοιχεία για κάτι άγνωστο, έμμεση απόδειξη και ειδικότ. πειστήριο: αντικειμενικά/δικαστικά (: που συνάγονται από τον δικαστή)/νόμιμα (: που ορίζονται από τον νόμο) ~α. ~ αθωότητας/εγκυρότητας/ενοχής/νομιμότητας/πιστότητας/υπαιτιότητας. Παραβίαση ~ίου. Κατέθεσε ως ~. 3. ΟΙΚΟΝ. κριτήριο για τον υπολογισμό του τεκμαρτού εισοδήματος του φορολογούμενου: αύξηση/εφαρμογή/κατάργηση ~ίου. Το ~ απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (= πόθεν έσχες)/(δαπανών) διαβίωσης. ~ αγοράς ακινήτου/ανέγερσης κατοικίας/αυτοκινήτου/κυριότητας του Δημοσίου. Επαναφορά του ~ίου στα σκάφη. Αλλαγές στα φορολογικά ~α. Το ~ αυξάνεται/μειώνεται κατά ... %. ● ΣΥΜΠΛ.: αμάχητο τεκμήριο βλ. αμάχητος, μαχητό τεκμήριο βλ. μαχητός ● ΦΡ.: κατά τεκμήριο (επίσ.): όπως μπορεί να συμπεράνει κάποιος από τα δεδομένα: ~ ~ (= αποδεδειγμένα), η νόσος προσβάλλει άτομα άνω των ...|| (ΝΟΜ.) Ο κατηγορούμενος είναι ~ ~ αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. [< αρχ. τεκμήριον ‘ένδειξη, απόδειξη’] | |
| 49990 | τεκμηριωμένος | , η, ο τεκ-μη-ρι-ω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βασίζεται σε αποδείξεις, τεκμήρια: ~ος: αντίλογος/διάλογος/έλεγχος/συλλογισμός. ~η: ανάλυση/απόφαση/άποψη/έκθεση/γνώμη/γνώση/ερμηνεία/κριτική/πρόταση. ~ο: επιχείρημα/στοιχείο/συμπέρασμα. ~ πολιτικός λόγος. Είναι επιστημονικά ~ο. ΣΥΝ. αποδεδειγμένος ΑΝΤ. αβασάνιστος (1), αβάσιμος, αναπόδεικτος, ατεκμηρίωτος ● επίρρ.: τεκμηριωμένα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ