| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49992 | τεκμηρίωση | τεκ-μη-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξαγωγή συμπεράσματος με τεκμήρια, υποστήριξη μιας άποψης με επιχειρήματα· συνεκδ. το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα σχετικά στοιχεία: άμεση/αναλυτική/βασική/γενική/διεξοδική/(αν)επαρκής/θεωρητική/ιστορική/λογική/πειστική/πλήρης/πρόχειρη/στατιστική/σύντομη ~. ~ απάντησης/γεγονότων (πβ. θεμελίωση). ~ των δαπανών (πβ. δικαιολόγηση)/μιας μελέτης.|| Νομική ~ μιας υπόθεσης (με πειστήρια· πβ. στοιχειοθέτηση). Έρευνα χωρίς βιβλιογραφική ~ (= χωρίς αναφορές). 2. παροχή ειδικής πληροφορίας, συνήθ. σχετικά με αντικείμενα συλλογής: μουσειακή ~ λαογραφικού υλικού. Διαχειριστική ~ μνημείων. Επιστημονική ~ και ψηφιοποίηση αρχείου. Βάση ~ης δεδομένων. Διεθνής Επιτροπή ~ης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. για οδηγό, εγχειρίδιο χρήσης) λεπτομερής περιγραφή του σχεδιασμού και της λειτουργίας λογισμικού προϊόντος ή υπολογιστικού συστήματος: ενημερωμένη/έντυπη/ηλεκτρονική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ταινία τεκμηρίωσης βλ. ταινία [< μτγν. τεκμηρίωσις ‘απόδειξη, πιστοποίηση’ 2, 3: αγγλ.-γαλλ. documentation] | |
| 49993 | τεκμηριωτικός | , ή, ό τεκ-μη-ρι-ω-τι-κός επίθ.: που λειτουργεί ως τεκμήριο ή έχει σχέση με την τεκμηρίωση: ~ό: υλικό. H ~ή αξία του αρχείου. [< αγγλ. documentary < γαλλ. documentaire] | |
| 49994 | τεκνατζού | τε-κνα-τζού ουσ. (θηλ.) (αργκό) : γυναίκα, συνήθ. ώριμης ηλικίας, με ερωτική προτίμηση σε νεαρότερους άνδρες. Βλ. -ού1 | |
| 49995 | τέκνο | τέ-κνο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. παιδί: άγαμο/αναγνωρισμένο/ανήλικο/εξαρτώμενο/εξώγαμο/θετό/νόθο/νόμιμο/φυσικό ~. Επίδομα ~ου.|| (ως προσφών.) Άκουσε, ~ο(ν) μου (: συνήθ. από κληρικό). 2. (+ γεν.) (μτφ.) άτομο που έχει επηρεαστεί από πολύ μικρή ηλικία από το περιβάλλον του· γενικότ. προϊόν, απότοκο: ~ της γενιάς/της εποχής του. (συχνά ειρων.) Γνήσιο ~ του συστήματος.|| Ο μονόλογος δεν υπήρξε ποτέ ~ της δημοκρατίας. ΣΥΝ. παιδί (6) 3. (μτφ.) για κάποιον που κατάγεται από έναν τόπο: Είναι άξιο ~ της πόλης μας. Πβ. γέννημα θρέμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματικό τέκνο/παιδί 1. βαφτιστήρι. 2. (μτφ.) άτομο που έχει διαμορφωθεί πνευματικά ή/και ηθικά υπό την επίδραση, τη διδασκαλία κάποιου ή σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό ή καλλιτεχνικό περιβάλλον· κατ' επέκτ. δημιούργημα: ~ ~ (= μαθητής) του μεγάλου διανοητή/του ηγούμενου της Μονής.|| Το βιβλίο αποτελεί το ~ ~ της συγγραφέως., γνήσιο τέκνο βλ. γνήσιος, παιδί/τέκνο του λαού βλ. παιδί, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος ● ΦΡ.: αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα βλ. αμαρτία, κι εσύ (τέκνον) Βρούτε; βλ. Βρούτος, συν γυναιξί και τέκνοις βλ. γυνή [< αρχ. τέκνον] | |
| 49996 | τέκνο | τέ-κνο ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής με γρήγορο, έντονο και επαναλαμβανόμενο ρυθμό: σύνθεση με στοιχεία ~-ποπ/-ροκ. Βλ. μπιτ1, ρέιβ.|| (ως επίθ.) ~ ήχος. [< αμερικ. techno, 1987, γαλλ. ~, 1987] | |
| 49997 | τεκνό | τε-κνό ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. όμορφος νέος άνδρας και γενικότ. ελκυστικό άτομο, συνήθ. νεαρής ηλικίας. Πβ. γκόμενος. 2. νεαρός ερωτικός σύντροφος ώριμης γυναίκας ή ομοφυλόφιλου. [< 1: τέκνο 2: τσιγγάνικο tikno] | |
| 49998 | τεκνογονία | τε-κνο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τεκνοποίηση. Βλ. -γονία. [< αρχ. τεκνογονία] | |
| 49999 | τεκνοθεσία | τε-κνο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) ΝΟΜ. υιοθεσία. | |
| 50000 | τεκνοθετώ | τε-κνο-θε-τώ ρ. (μτβ.) ΝΟΜ. υιοθετώ. | |
| 50001 | τεκνοποίηση | τε-κνο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & τεκνοποιία (λόγ.): γέννηση, απόκτηση παιδιού: υποβοηθούμενη ~ (βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση). ~ εκτός γάμου. Αδυναμία/πρόβλημα (βλ. υπογονιμότητα)/προσπάθεια ~ης. Γυναίκα σε ηλικία ~ης. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. παιδοποιία, τεκνογονία [< μτγν. τεκνοποίησις, αρχ. τεκνοποιΐα] | |
| 50002 | τεκνοποιητικός | , ή, ό τε-κνο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τεκνοποίηση: ~ή: ηλικία/λειτουργία. Βλ. -ποιητικός. | |
| 50003 | τεκνοποιώ | [τεκνοποιῶ] τε-κνο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.) {τεκνοποι-είς ... | τεκνοποί-ησε, -ήσει} (λόγ.): γεννώ, αποκτώ παιδί: Ζευγάρι που προσπαθεί να ~ήσει.|| (κυρ. για τη γυναίκα:) ~ησε με εξωσωματική γονιμοποίηση. Είναι σε ηλικία που μπορεί να ~ήσει (= να μείνει έγκυος). Βλ. -ποιώ. [< αρχ. τεκνοποιῶ] | |
| 50004 | τεκταίνεται | τε-κταί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {στον ενεστ.} (λόγ.): συμβαίνει, σχεδιάζεται, μεθοδεύεται: Έχει πλήρη ενημέρωση για ό,τι ~ (= γίνεται). Δεν γνωρίζει τι ~ εις βάρος του/στα παρασκήνια/υπογείως. Πβ. διαδραματίζεται. [< αρχ. τεκταίνομαι] | |
| 50005 | τεκταινόμενα | τε-κται-νό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {τεκταινομέν-ων} (απαιτ. λεξιλόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): τρέχουσες εξελίξεις: Παρακολουθώ τα κοινωνικά/πολιτικά ~ (βλ. δρώμενα). Σχολίασε τα ~ στο εσωτερικό του κόμματος (βλ. ζυμώσεις). Έχει πλήρη γνώση των ~ων. Είναι απολύτως ενήμερος επί των ~ων. Πβ. διαδραματιζόμενα, συμβαίνοντα, τελούμενα. [< αρχ. τεκταινόμενα 'αυτά που σχεδιάζονται κρυφά'] | |
| 50006 | τέκτονας | τέ-κτο-νας ουσ. (αρσ.) {τεκτόν-ων} & (λόγ.) τέκτων 1. μέλος τεκτονικής στοάς, μασόνος: ελεύθεροι ~ες (= ελευθεροτέκτονες). Οι βαθμοί των ~ων. 2. (παρωχ.) τεχνίτης και κατ' επέκτ. δημιουργός. [< αρχ. τέκτων 'ξυλουργός'] | |
| 50007 | τεκτονική | τε-κτο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που εξετάζει τις κινήσεις και τις μεταβολές του στερεού φλοιού της Γης: ενεργός ~. ~ των πλακών. Βλ. λιθόσφαιρα, νεο~. [< αρχ. τεκτονική ΄οικοδομική, ξυλουργική΄, γερμ. Tektonik, γαλλ. tectonique, αγγλ. tectonics] | |
| 50008 | τεκτονικός | , ή, ό τε-κτο-νι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη δομή του φλοιού της Γης ή με την τεκτονική: ~ός: σεισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση/δομή/δραστηριότητα/θέση/καταπόνηση/λεκάνη/χαρτογράφηση. ~ό: βύθισμα/περιβάλλον/ρήγμα. ~ές: ενότητες/κινήσεις/μεταβολές/παραμορφώσεις/πιέσεις. Η ~ή ιστορία του νησιού. ~ή Γεωλογία (βλ. στρωματογραφία). Τα ~ά χαρακτηριστικά της λιθόσφαιρας. Βλ. νεο~. || ~ές: αλλαγές/ανακατατάξεις (= κοσμοϊστορικές). 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον τεκτονισμό ή τους τέκτονες: ~ή: αδελφότητα/μύηση/στοά. ~ό: κίνημα/τάγμα/τυπικό. ~ά: μυστήρια/σημεία/σύμβολα. ~ές: τελετές. ΣΥΝ. μασονικός (1) 3. (παρωχ.) που αναφέρεται σε κατασκευή ή τεχνίτη. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική τάφρος βλ. τάφρος, τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα βλ. λιθοσφαιρικός, τεκτονικό κάλυμμα βλ. κάλυμμα, τεκτονικό κέρας βλ. κέρας, τεκτονικό παράθυρο βλ. παράθυρο [< 1: γερμ. tektonisch, γαλλ. tectonique, αγγλ. tectonic 2: ιταλ. massonico 3: αρχ. τεκτονικός] | |
| 50009 | τεκτονισμός | τε-κτο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μασονία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ελευθεροτεκτονισμός | |
| 50010 | τέκτων | βλ. τέκτονας | |
| 50011 | τελαγγειεκτασία | τε-λαγ-γει-ε-κτα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διεύρυνση λεπτών αιμοφόρων αγγείων. Πβ. ευρυαγγεία. [< αγγλ. telangiectasis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ