Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50540-50560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50008τεκτονικός, ή, ό τε-κτο-νι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη δομή του φλοιού της Γης ή με την τεκτονική: ~ός: σεισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση/δομή/δραστηριότητα/θέση/καταπόνηση/λεκάνη/χαρτογράφηση. ~ό: βύθισμα/περιβάλλον/ρήγμα. ~ές: ενότητες/κινήσεις/μεταβολές/παραμορφώσεις/πιέσεις. Η ~ή ιστορία του νησιού. ~ή Γεωλογία (βλ. στρωματογραφία). Τα ~ά χαρακτηριστικά της λιθόσφαιρας. Βλ. νεο~. || ~ές: αλλαγές/ανακατατάξεις (= κοσμοϊστορικές). 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον τεκτονισμό ή τους τέκτονες: ~ή: αδελφότητα/μύηση/στοά. ~ό: κίνημα/τάγμα/τυπικό. ~ά: μυστήρια/σημεία/σύμβολα. ~ές: τελετές. ΣΥΝ. μασονικός (1) 3. (παρωχ.) που αναφέρεται σε κατασκευή ή τεχνίτη. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική τάφρος βλ. τάφρος, τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα βλ. λιθοσφαιρικός, τεκτονικό κάλυμμα βλ. κάλυμμα, τεκτονικό κέρας βλ. κέρας, τεκτονικό παράθυρο βλ. παράθυρο [< 1: γερμ. tektonisch, γαλλ. tectonique, αγγλ. tectonic 2: ιταλ. massonico 3: αρχ. τεκτονικός]
50009τεκτονισμόςτε-κτο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μασονία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ελευθεροτεκτονισμός
50010τέκτωνβλ. τέκτονας
50011τελαγγειεκτασίατε-λαγ-γει-ε-κτα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διεύρυνση λεπτών αιμοφόρων αγγείων. Πβ. ευρυαγγεία. [< αγγλ. telangiectasis]
50012τελάληςβλ. ντελάλης
50013τελαλίζωβλ. ντελαλίζω
50014τελαμώναςτε-λα-μώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. υφασμάτινη θήκη μέσα στην οποία τοποθετούνται γεμιστήρες με σφαίρες. 2. (παλαιότ.) ιμάντας από τον οποίο κρεμόταν συνήθ. στον ώμο σπαθί, όπλο ή ασπίδα. Πβ. αορτήρας. [< 2: αρχ. τελαμών, γαλλ. baudrier]
50015τελάρο

τε-λά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό κιβώτιο, συνήθ. ξύλινο ή πλαστικό, ανοιχτό επάνω και με διάκενα στις πλευρές του, για τη μεταφορά οπωρολαχανικών, ψαριών ή άλλων ειδών· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ~ με μπίρες/φρούτα.|| Ένα ~ μήλα. ΣΥΝ. καφάσι 2. σκελετός από ξύλο για τη στερέωση του μουσαμά ζωγραφικής: καρφωτό ~.|| Ανατομικά ~α κρεβατιών. 3. ξύλινο στεφάνι κεντήματος, που κρατά τον καμβά ή το ύφασμα τεντωμένο: εργόχειρο δουλεμένο σε ~. 4. πλαίσιο πόρτας ή παραθύρου. ΣΥΝ. κάσα (2), κούφωμα (1) [< τελάρο, 16ος αι. < βεν. tellaro, ιταλ. telaro]

50016τελατίνιτε-λα-τί-νι ουσ. (ουδ.): κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού: μπότες/παπούτσια από ~. Βλ. πετσί. ● ΦΡ.: έχω γίνει τελατίνι (σπάν.-μτφ.-λαϊκό): έχω αδυνατίσει πολύ ή έχω εξαντληθεί., κάνω κάποιον τελατίνι (σπάν.-μτφ.-λαϊκό) 1. τον χτυπώ πολύ άγρια, τον σαπίζω στο ξύλο. ΣΥΝ. κάνω κάποιον φέτες/τ' αλατιού (1) 2. τον φέρνω στα όριά του, τον εξαντλώ. [< τουρκ. telâtin]
50017τελείατε-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης (.) που συνήθ. δηλώνει το τέλος περιόδου λόγου ή αποτελεί σύμβολο σε ειδικές γλώσσες· γενικότ. κουκκίδα: (ΓΡΑΜΜ.) χρήση της ~ας στα ακρωνύμια/στις συντομογραφίες. ΣΥΝ. στιγμή. Βλ. αποσιωπητικά, εισαγωγικά, ερωτηματικό, θαυμαστικό, κόμμα, παρένθεση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ., σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις:) ... ~ com. Πβ. ντοτ κομ.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικές ~ες (: μικροσκοπικοί σβόλοι ημιαγωγών).|| (μτφ.) Το νησί μου, μια ~ στον χάρτη. 2. ΜΟΥΣ. σύμβολο της βυζαντινής παρασημαντικής, που χρησιμοποιείται στην απαγγελία του Ευαγγελίου και του Αποστόλου και γράφεται με κόκκινο μελάνι. ● Υποκ.: τελίτσα (η) 1. στη σημ. 1. 2. {στον πληθ.} είδος παιχνιδιού σε έντυπο (όπως περιοδικό με σταυρόλεξα) με αριθμημένες τελείες που ενώνονται για να σχηματίσουν μια εικόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία & διπλή τελεία & άνω και κάτω στιγμή: ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (:) που δηλώνει είτε ότι ακολουθεί αυτούσιο απόσπασμα άλλου κειμένου είτε ότι τα επόμενα επεξηγούν τα προηγούμενα., άνω τελεία: σημείο στίξης (·) που δηλώνει παύση μεγαλύτερης διάρκειας από το κόμμα και μικρότερης από την τελεία. Βλ. ημιπερίοδος1., τρεις τελείες: αποσιωπητικά (...). ● ΦΡ.: βάζω μια (άνω) τελεία (μτφ.-προφ.): διακόπτω προσωρινά: Έχουν βάλει ~ ~ στην υπόθεση., βάζω τελεία (μτφ.-προφ.): δίνω οριστικό τέλος σε ένα θέμα: Βάλε ~ και προχώρα παρακάτω., μέχρι τελείας: πιστά, επακριβώς: εφαρμογή της νομοθεσίας ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι κεραίας, τελεία και παύλα (μτφ.-εμφατ.-προφ.): για δήλωση οριστικού τέλους, οριστικής απόφασης χωρίς περιθώρια υπαναχώρησης: Δεν θα πας πουθενά, ~ ~! ΣΥΝ. τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε, τελίτσες τελίτσες (προφ.): αποσιωπητικά· λέγεται ή γράφεται για να μην αναφερθεί κάτι απρεπές. [< μτγν. τελεία (στιγμή), γαλλ. point, αγγλ. dot]
50018τέλειατέ-λει-α επίρρ. 1. πάρα πολύ καλά, θαυμάσια, άριστα: Περάσαμε ~ (= υπέροχα)! Όλα ήταν ~ (= άψογα)! -Έρχομαι κι εγώ. -~ (: για ενίσχυση της κατάφασης)!|| Το σχέδιο ήταν ~ οργανωμένο. 2. απολύτως, εντελώς: Λοσιόν που καθαρίζει ~ την επιδερμίδα (πβ. σε βάθος). ● βλ. τελείως
50019τελειοθήραςτε-λει-ο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): τελειομανής, περφεξιονιστής. Βλ. -θήρας.
50020τελειοθηρίατε-λει-ο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): τελειομανία, περφεξιονισμός. Βλ. -θηρία.
50021τελειοθηρικός, ή, ό τε-λει-ο-θη-ρι-κός επίθ. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει σχέση με τον τελειοθήρα και την συμπεριφορά του: ~ή: προσωπικότητα. ΣΥΝ. περφεξιονιστικός
50022τελειομανής, ής, ές τε-λει-ο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): που επιζητεί την τελειότητα, συνήθ. μέχρι υπερβολής: ~ής: άνθρωπος/επαγγελματίας. ~ής: προσωπικότητα. Πβ. σχολαστικός. Βλ. υποχόνδριος.|| (ως ουσ.) Οι ~είς συνήθως έχουν υψηλές επιδόσεις στη δουλειά τους. Πβ. περφεξιονιστής. Βλ. -μανής. ΣΥΝ. τελειοθήρας [< γαλλ. perfectionniste]
50023τελειομανίατε-λει-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνεχής επιδίωξη του τέλειου: αισθητική ~.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Παθολογική ~. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. περφεξιονισμός (1), τελειοθηρία [< αγγλ. perfectionism, 1937, γαλλ. perfectionnisme, 1955]
50024τελειόμηνος, η/ος, ο τε-λει-ό-μη-νος επίθ. (για έγκυο γυναίκα ή νεογνό): ΙΑΤΡ. που έχει συμπληρώσει τους απαραίτητους μήνες κυοφορίας: ~η: εγκυμοσύνη.|| ~ο: βρέφος (ANT. πρόωρο). [< μεσν. τελειόμηνος]
50025τελειοποιημένος, η, ο τε-λει-ο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: βελτιωμένος στον μέγιστο δυνατό βαθμό: ~ος: εξοπλισμός. ~η: θεραπεία/τεχνική. Προϊόν ~ο τεχνολογικά. Πβ. βελτιστοποιημένος. ● βλ. τελειοποιώ
50026τελειοποίησητε-λει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τελειοποιώ: αισθητική ~. ~ του προϊόντος/των υπηρεσιών (πβ. αριστο-, βελτιστο-ποίηση). ~ της γνώσης των Αγγλικών/της τεχνικής.|| Πνευματική ~. ~ της προσωπικότητας του ατόμου. Πβ. τελείωση. [< γαλλ. perfectionnement]
50027τελειοποιήσιμος, η, ο τε-λει-ο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που έχει περιθώρια βελτίωσης, τελειοποίησης. [< γαλλ. perfectible]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.