| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4117 | ανιχνευτής | [ἀνιχνευτής] α-νι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. & ανιχνευτήρας: συσκευή ανίχνευσης: ασύρματος/ηλεκτρονικός/θερμοδιαφορικός/φορητός/φωτοηλεκτρικός/ψηφιακός ~. ~ αγωγιμότητας/διαρροών/(ΠΛΗΡΟΦ.) ιών/κίνησης (: σύστημα ασφαλείας, βλ. συναγερμός)/κοριών και ασύρματης κάμερας/μετάλλων/ραντάρ/σωματιδίων/χαρτονομισμάτων (: για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους). ~ές ακτίνων Χ/θερμότητας/ναρκών/πυρκαγιάς (= πυρ~)/ραδιενέργειας/χρυσού. Βλ. εντοπιστής.|| ~ές σώματος (: σε αεροδρόμια). Βλ. φωτο~. 2. (θηλ. ανιχνεύτρια): κάθε μέλος του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων ηλικίας 15-18 ετών, το οποίο δραστηριοποιείται στη διερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής ζωής, καθώς και στην προσφορά προς το σύνολο της κοινωνίας: κλάδος/κοινότητα ~ών. 3. (σπάν.) αυτός που ανιχνεύει: ~ ναρκωτικών ουσιών (: για σκύλο, πβ. ιχνηλάτης). Αλεξιπτωτιστής ~. ~ ταλέντων (πβ. σκάουτερ). ● ΣΥΜΠΛ.: ανιχνευτής καπνού: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα συναγερμού που ενεργοποιείται, όταν παρουσιαστεί καπνός. [< αγγλ. smoke detector, 1927] , ανιχνευτής ψεύδους & (σπάν.) αλήθειας: όργανο καταγραφής των αλλαγών που παρατηρούνται στις φυσιολογικές λειτουργίες ανθρώπου (καρδιακοί παλμοί, πίεση, ιδρώτας), όταν ψεύδεται. Πβ. πολύγραφος. Βλ. ορός της αλήθειας. [< αγγλ. lie detector, 1922] [< μεσν. ανιχνευτής, αγγλ. detector, γαλλ. détecteur] | |
| 4118 | ανιχνευτικός | , ή, ό [ἀνιχνευτικός] α-νι-χνευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανίχνευση: ~ός: έλεγχος/σκύλος (της ΕΜΑΚ). ~ή: εξέταση/συσκευή. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: διατάξεις. ~ά: εργαλεία/εργαστήρια/όργανα/τεστ.|| (μτφ.) Επαφές ~ού χαρακτήρα. Πβ. διερευνητ-, εντοπιστ-ικός. ● Ουσ.: ανιχνευτικό (το): ΣΤΡΑΤ. αεροσκάφος ή (παλαιότ.) πλοίο που ανιχνεύει εχθρικές δυνάμεις ή εντοπίζει χρήσιμα στοιχεία που αφορούν τον αντίπαλο. ● επίρρ.: ανιχνευτικά [< μτγν. ἀνιχνευτικός] | |
| 4119 | ανιχνεύω | [ἀνιχνεύω] α-νι-χνεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανίχνευ-σα, -θηκε κ. -τηκε, -μένος, -οντας} 1. εντοπίζω κάνοντας χρήση τεχνικών μέσων: Το τσεκ-απ ~ει έγκαιρα σοβαρές ασθένειες. ~θηκε αναβολική ουσία στον οργανισμό του αθλητή/γενετική ανωμαλία/ιός (σε αιματολογικές εξετάσεις/σε ιμέιλ)/ραδιενέργεια. Τοξικές/χρωστικές ουσίες ~θηκαν σε τροφές. ~μένες: εικόνες. Ποσοστό μη ~μένων σφαλμάτων. ΣΥΝ. βρίσκω (1) 2. (κυριολ. κ. μτφ.) (δι)ερευνώ, εξετάζω, ανακαλύπτω (κάτι): ~ει την αλήθεια. ~ουν την περιοχή. Πβ. ιχνηλατώ.|| Ερωτηματολόγιο που προσπαθεί να ~σει τις αντιλήψεις των ... [< αρχ. ἀνιχνεύω, αγγλ. detect, γαλλ. détecter, 1923] | |
| 4120 | ανίψι | [ἀνίψι] α-νί-ψι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (οικ.): ανιψιός ή ανιψιά. ● Υποκ.: ανιψάκι & (ιδιωμ.) ανιψούδι (το) | |
| 4121 | ανιψιός, ανιψιά | [ἀνιψιός] α-νι-ψιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λαϊκό) ανεψιός, ανεψιά: γιος ή κόρη του αδελφού/της αδελφής ή του ξαδέλφου/της ξαδέλφης κάποιου. ΣΥΝ. ανίψι || (Στην Κύπρο) ξάδελφος. ● Υποκ.: ανιψούλης, ανιψούλα (ο/η) [< μεσν. ανιψιός, ανιψιά, αρχ. ἀνεψιός ‘πρώτος ξάδελφος’, ἀνεψιά -παλαιότ. ορθογρ. ανηψιός] | |
| 4122 | ανιών | , ούσα, όν [ἀνιών] α-νι-ών επίθ. {ανι-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} ΑΝΤ. κατιών 1. {συνήθ. θηλ.} (επιστ.) που έχει κατεύθυνση προς τα άνω: ~ούσα: γραμμή/κίνηση/φορά. Κατά ~ούσα σειρά. ΣΥΝ. ανοδικός.|| (ΙΑΤΡ. που ακολουθεί πορεία από την περιφέρεια προς το κέντρο:) ~ούσα: αορτή/λοίμωξη.|| (ΜΟΥΣ. με πορεία από τις χαμηλές προς τις υψηλές νότες:) ~ούσα: διαδοχή/κλίμακα. ~ούσες: συγχορδίες. ~όν: διάστημα.|| (ΦΥΣ.) ~ούσα: τάση. 2. ΝΟΜ. από τον οποίο κάποιος κατάγεται άμεσα (δηλ. ο γονέας ή ο παππούς του): ~όντες: συγγενείς (: εξ αίματος/αγχιστείας).|| (ως ουσ.) ~όντες πρώτου/δευτέρου βαθμού. Απευθείας/απώτεροι ~όντες. Προστατευόμενοι/συντηρούμενοι ~όντες. Πβ. πρόγονος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανιόν (κόλον): ΙΑΤΡ. το τμήμα του παχέος εντέρου μεταξύ του τυφλού και του εγκαρσίου: καρκίνος του ~όντος (~ου). Βλ. απευθυσμένο, ορθό(ν). ● ΦΡ.: παίρνει την ανιούσα: για κάτι που ακολουθεί ανοδική πορεία, έχει αυξητική τάση: Οι πωλήσεις/οι τιμές πήραν ~. Ο υδράργυρος έχει πάρει ~ (: για αύξηση της θερμοκρασίας). Πβ. παίρνει την πάνω βόλτα. ΑΝΤ. παίρνει την κατιούσα ● βλ. ανιόν [< αρχ. ἀνιών, γαλλ. ascendant] | |
| 4123 | ανκόρ | [ἀνκόρ] αν-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επανεμφάνιση καλλιτεχνών στη σκηνή μετά το τέλος συναυλίας ύστερα από επίμονη απαίτηση του κοινού. Πβ. μπιζάρισμα. [< γαλλ. encore] | |
| 4124 | ανκορά | βλ. αγκορά | |
| 4125 | άνκορμαν | [ἄνκορμαν] άν-κορ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. | (σπάν.) θηλ. ανκοργούμαν}: ΜΜΕ κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων. [< αγγλ. anchorman, 1958] | |
| 4126 | Άννας | [Ἅννας] Άν-νας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: από τον Άννα στον Καϊάφα (ΚΔ): σε περιπτώσεις συνεχούς παραπομπής κάποιου σε διαφορετικό κάθε φορά πρόσωπο ή φορέα, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία και την κωλυσιεργία στη διεκπεραίωση της υπόθεσής του: Πηγαίνω/με στέλνουν/τρέχω ~ ~. Πβ. από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. | |
| 4127 | ανοδικός | , ή, ό [ἀνοδικός] α-νο-δι-κός επίθ. ΑΝΤ. καθοδικός 1. (μτφ.) που σημειώνει πρόοδο ή αύξηση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κύκλος (των επιτοκίων). ~ή: κίνηση (του χρυσού)/συνεδρίαση (του χρηματιστηρίου). ~ό: άνοιγμα (στις διεθνείς αγορές). ~ές: μετοχές/πιέσεις/τάσεις. Η εταιρεία έχει ~ή πορεία στον τομέα των πωλήσεων. Σε ~ή τροχιά οι τιμές ... Με ~ούς ρυθμούς κινείται η αγορά. Πβ. αυξητικός.|| ~ή: καριέρα. 2. που έχει κατεύθυνση, κίνηση προς τα πάνω: ~ός: αέρας. Πβ. ανιών. ΑΝΤ. κατιών. 3. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την άνοδο: ~ή: οξείδωση/ροή. ~ό: ρεύμα. ● επίρρ.: ανοδικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανοδική προστασία: ΗΛΕΚΤΡ. -ΧΗΜ. τεχνική μείωσης του ρυθμού οξείδωσης μετάλλου που εισάγεται ως άνοδος με εφαρμογή ηλεκτρικού δυναμικού: ~ ~ με ράβδο μαγνησίου. Βλ. καθοδική προστασία. [< 1,2: γαλλ. ascendant 3: γαλλ. anodique, αγγλ. anodic] | |
| 4128 | ανοδίωση | [ἀνοδίωση] α-νο-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία δημιουργίας στρώματος οξειδίου στην επιφάνεια μετάλλων μέσω ηλεκτρόλυσης, η οποία στοχεύει στην ενίσχυση της αντοχής τους και τη βελτίωση της εμφάνισής τους: ~ αλουμινίου. Βλ. γαλβανισμός, ηλεκτροστατική βαφή. [< γαλλ. anodisation, περ. 1950, αγγλ. anodization, 1952] | |
| 4129 | άνοδος | [ἄνοδος] ά-νο-δος ουσ. (θηλ.) {ανόδ-ου} 1. (μτφ.) ποσοτική αύξηση: αισθητή/απότομη/εκρηκτική/εντυπωσιακή/θεαματική/κατακόρυφη/ξαφνική/οριακή/σταδιακή/συγκρατημένη ~ των πωλήσεων. ~ της απασχόλησης/των εξαγωγών/των κερδών/του πληθωρισμού. ~ στις τιμές του πετρελαίου. ~ κατά/μόλις/της τάξης του ...%. Κούρσα/πορεία ~ου (των επιτοκίων). Ο δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου έκλεισε με/παρουσίασε/κατέγραψε/σημείωσε σημαντική ~ο (πβ. ανέβασμα).|| Επικίνδυνη ~ της στάθμης του νερού. Αναμένεται/προβλέπεται (μεγάλη/μικρή) ~ των βάσεων/της θερμοκρασίας.|| ~ του βιοτικού επιπέδου (= βελτίωση, καλυτέρευση). ΑΝΤ. κάθοδος (3), μείωση (1), πτώση (2) 2. κίνηση προς τα άνω: σκάλα ~ου. Ράμπες για τη διευκόλυνση ~ου-καθόδου ατόμων με κινητικές δυσκολίες.|| (ανοδική κατεύθυνση:) Τροχαίο ατύχημα στο ρεύμα ~ου προς ... Οδός που είναι μόνο ~. ΑΝΤ. κάθοδος (1) 3. (μτφ.) μετάβαση σε ανώτερη θέση: επαγγελματική/κοινωνική ~. ~ κόμματος (στην εξουσία). ~ στον θρόνο. Άλμα/προοπτικές/προσδοκίες ~ου. Πβ. ανάρρηση, αναρρίχηση, ανέλιξη.|| (ΑΘΛ.) Το κυνήγι/η μάχη της ~ου στην Α1 κατηγορία. Η ομάδα εξασφάλισε την ~ό της στη Β' Εθνική. ΑΝΤ. κατάρρευση (1), πτώση (5) 4. ΦΥΣ. συλλέκτης αρνητικά φορτισμένων ιόντων· θετικό ηλεκτρόδιο: το δυναμικό της ~ου. ΑΝΤ. κάθοδος (4) 5. ΠΛΗΡΟΦ. ανέβασμα αρχείων στον σέρβερ. [< 1: γαλλ. montée 2: αρχ. ἄνοδος 3: γαλλ. ascension 4: αγγλ.-γαλλ. anode 5: αγγλ. upload, 1979] | |
| 4130 | ανοησία | [ἀνοησία] α-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη λογικής σκέψης, εξυπνάδας: ανθρώπινη ~. Μέχρι πού φτάνει η ~ τους; Είναι μεγάλη ~ να μιλάμε για ... Πβ. αβελτηρία, αμυαλιά, απερισκεψία, βλακεία, ευήθεια, ηλιθιότητα, κουταμάρα, χαζομάρα. ΑΝΤ. ευφυΐα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) λόγος ή πράξη που αντιβαίνει στη λογική: Κάνει/λέει ~ες. Άσε τις ~ες! Πβ. αρλούμπα, κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)!, κουραφέξαλα, μπαρούφα, μπούρδα, σαχλαμάρα. [< μτγν. ἀνοησία] | |
| 4131 | ανοηταίνω | [ἀνοηταίνω] α-νο-η-ταί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.): γίνομαι ανόητος, λέω ή κάνω ανοησίες. Πβ. μωρολογώ, σαχλαμαρίζω. ΣΥΝ. ξεκουτιαίνω [< αρχ. ἀνοηταίνω] | |
| 4132 | ανόητος | , η, ο [ἀνόητος] α-νό-η-τος επίθ.: που στερείται λογικής: ~η: απόφαση/ενέργεια/ερώτηση/ιδέα/σπατάλη (= αλόγιστη)/συμπεριφορά. ~ες: συζητήσεις. ~α: αστεία/λάθη (= απερίσκεπτα, επιπόλαια)/σχόλια. Μπορεί να ακούγεται/φαίνεται ~ο, αλλά ... Θα ήταν ~ο να ...|| (για πρόσ.) Πόσο ~η (= αφελής, εύπιστη) ήμουν που σε πίστεψα. Πβ. ευήθης, κουτός, μωρός, χαζός.|| (ως ουσ.) Τι έκανε πάλι ο ~; Μόνο ένας ~ θα ... Πβ. ζωντόβολο, μπουμπούνας, μπουνταλάς. ΣΥΝ. βλάκας ΑΝΤ. έξυπνος (1), ευφυής, νοήμων ● επίρρ.: ανόητα & (λόγ.) -ήτως [< αρχ. ἀνόητος] | |
| 4133 | ανόθευτος | , η, ο [ἀνόθευτος] α-νό-θευ-τος επίθ. 1. που δεν νοθεύτηκε: ~η: βενζίνη. ~ο: κρασί. ~α: προϊόντα. Πβ. αυθεντικός, γνήσιος, καθαρός, πούρος. ΣΥΝ. αγνός (2) 2. (μτφ.) που δεν έχει αλλοιωθεί ή παραποιηθεί: ~η: έκφραση (της λαϊκής βούλησης). ~ες: εκλογές. ΑΝΤ. νόθος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ ανταγωνισμός. ● επίρρ.: ανόθευτα [< μτγν. ἀνόθευτος] | |
| 4134 | άνοια | [ἄνοια] ά-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαθμιαία και συνήθ. μη αναστρέψιμη απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: αγγειακή (: ως αποτέλεσμα αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων)/αλκοολική/μετωποκροταφική/πρώιμη ~. Πβ. μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεροντική άνοια: απώλεια των νοητικών λειτουργιών λόγω βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος στα ηλικιωμένα άτομα. Βλ. μαλάκυνση (του) εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< γαλλ. démence sénile] [< αρχ. ἄνοια ‘ανοησία, τρέλα, μανία’, γαλλ. démence] | |
| 4135 | άνοιγμα | [ἄνοιγμα] ά-νοιγ-μα ουσ. (ουδ.) {ανοίγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανοίγω: ~ της πόρτας με το κλειδί (= ξεκλείδωμα). ~ των παραθύρων. Σύστημα αυτόματου ~ατος θυρών.|| ~ της κονσέρβας (με το ανοιχτήρι)/του μπουκαλιού.|| ~ του φερμουάρ (πβ. ξεκούμπωμα).|| ~ των δώρων/πακέτων (= ξετύλιγμα).|| ~ του γράμματος/φακέλου. ~ της διαθήκης (= αποσφράγιση).|| ~ του βιβλίου/της εφημερίδας (στη σελίδα ...).|| ~ του στόματος.|| (ΟΠΤ.) ~ φακού ... mm (= διάμετρος).|| ~ του λιμανιού/της χωματερής μετά την απεργία. ~ (και πάλι) των σχολείων μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Πβ. επαναλειτουργία. ΑΝΤ. κλείσιμο (1) 2. άπλωμα (διπλωμένου ή πτυσσόμενου αντικειμένου), ξεδίπλωμα: ~ της ομπρέλας/του χάρτη. ΑΝΤ. κλείσιμο.|| ~ φύλλου για πίτα.|| (σε γυμναστικές κυρ. ασκήσεις:) ~ των ποδιών/των χεριών (πβ. διάταση).|| (σπάν.) ~ των λουλουδιών (= άνθισμα). 3. έναρξη της λειτουργίας συσκευής (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης/του υπολογιστή. (ΑΝΤ. κλείσιμο, σβήσιμο). 4. απελευθέρωση της ροής ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, μέσω περιστροφής ή πατήματος του μηχανισμού που εμποδίζει την παροχή του: ~ του διακόπτη/της λάμπας (ΑΝΤ. σβήσιμο). ~ της βρύσης. (ΑΝΤ. κλείσιμο). 5. δημιουργία εσοχής, κενού (συνήθ. στην επιφάνεια της γης)· κατ' επέκτ. η σχισμή που δημιουργείται: ~ λάκκου/λακκούβας (= σκάψιμο). ~ διώρυγας (= διάνοιξη).|| Το ~ της σπηλιάς (= η είσοδος). ~ του εδάφους (πβ. ρήγμα, ρωγμή).|| Φόρεμα με μεγάλο ~ στο στήθος (= ντεκολτέ).|| Τα ~ατα ενός κτιρίου (= παράθυρα, φεγγίτες). 6. απελευθέρωση χώρου από οτιδήποτε καθιστά δύσκολο το πέρασμά του ή δημιουργεί στενότητα· κατ' επέκτ. δίοδος, πέρασμα: ~ του δρόμου από τα χιόνια (= αποχιονισμός, καθαρισμός).|| ~ των συνόρων.|| Στενό ~. 7. έναρξη, ξεκίνημα: (επαγγελματικής δραστηριότητας:) ~ νέου καταστήματος (= ίδρυση).|| (μτφ.) ~ της συζήτησης. ~ συνεργασίας με τους γειτονικούς λαούς. ~ μιας νέας περιόδου/ενός νέου κεφαλαίου στον τομέα της ... ~ μιας νέας σελίδας στην ιστορία του τόπου. ~ του συνεδρίου με ομιλία του ... ΑΝΤ. λήξη 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφάνιση των περιεχομένων αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ του εγγράφου. 9. διεύρυνση, επέκταση των δραστηριοτήτων κάποιου· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) υπερβολικά έξοδα ή επενδύσεις με μεγάλο ρίσκο: οικονομικό ~ (σε νέες αγορές). Πολιτικό ~ του κόμματος (στη νεολαία). Η Κυβέρνηση κάνει ~ και σε άλλους πολιτικούς χώρους. ~ της εκπαίδευσης στις ανάγκες της κοινωνίας. ~ τραπεζών σε καταθέτες.|| Εμπορικά ~ατα σε χώρες του εξωτερικού. Μη εξυπηρετούμενα ~ατα (= δάνεια). Αποφύγετε τα μεγάλα ~ατα. 10. διαπλάτυνση και κατ' επέκτ. το σημείο όπου κάτι γίνεται πιο πλατύ: εργασίες για ~ του δρόμου (κοντά στα διόδια). Πβ. διεύρυνση, πλάτυνση. ΑΝΤ. στένεμα.|| Το ~ του κόλπου.|| (μτφ.) Κλείνει το ~ της ψαλίδας (: μειώνεται η διαφορά). 11. γραφή του πρώτου από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: ~ εισαγωγικών/παρένθεσης. 12. ΙΑΤΡ. ρήξη, σχίσιμο αγγείου ή ιστού (του ανθρώπινου σώματος): ~ της μύτης (= ρινορραγία). 13. (για χρώμα) ξάνοιγμα: ~ των μαλλιών. 14. άρση του απορρήτου: ~ των χρηματιστηριακών κωδικών. ● ΣΥΜΠΛ.: άνοιγμα (του) λογαριασμού ΟΙΚΟΝ. 1. δημιουργία λογαριασμού σε τράπεζα: ελάχιστο ποσό για ~ ~. 2. άρση του απορρήτου τραπεζικού λογαριασμού (στα πλαίσια εισαγγελικής έρευνας). [< μτγν. ἄνοιγμα] | |
| 4136 | ανοιγμένος | , η, ο [ἀνοιγμένος] α-νοιγ-μέ-νος επίθ.: που έχει ανοιχτεί: ~η: συσκευασία. ~ο: πακέτο. ~α: πανιά/φτερά. Πίτες με φύλλο ~ο στο χέρι.|| (ΙΑΤΡ.) ~η: μύτη (: που αιμορραγεί).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες: (ιστο)σελίδες ~α: αρχεία/προγράμματα (= ενεργοποιημένα). Πβ. ανοιχτός. ● ΦΡ.: ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ