| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4109 | ανιστορικότητα | [ἀνιστορικότητα] α-νι-στο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έλλειψη ιστορικότητας. 2. άγνοια της ιστορίας. | |
| 4110 | ανιστορώ | [ἀνιστορῶ] α-νι-στο-ρώ ρ. (μτβ.) {ανιστορ-είς ...| -είται, -ήθηκε} ΣΥΝ. ιστορώ 1. (λογοτ.) αφηγούμαι, εξιστορώ: ~εί θρύλους και μύθους. ΣΥΝ. διηγούμαι 2. (λόγ.) διακοσμώ επιφάνεια με αγιογραφίες: Εκκλησάκια που έχουν ~ηθεί από τον ζωγράφο ... ΣΥΝ. αγιογραφώ (1) [< αρχ. ἀνιστορῶ] | |
| 4111 | ανίσχυρος | , η, ο [ἀνίσχυρος] α-νί-σχυ-ρος επίθ.: που δεν έχει ισχύ, δύναμη: ~ος: αντίπαλος. ~η: διοίκηση/θέληση/μειοψηφία/χώρα. ~ο: επιχείρημα (πβ. σαθρό)/νόμισμα. Μικρός και ~ λαός. ~οι και απροστάτευτοι πολίτες. ~ μπροστά στο κατεστημένο/στα πάθη/στα προβλήματα/στα συμφέροντα. Αισθάνομαι/νιώθω ~. (ως ουσ.) Οι κοινωνικά ~οι. Πβ. αδύναμος, αδύνατος, ασθενής.|| (ΝΟΜ.) ~η: απόφαση/διάταξη (: χωρίς νομική ισχύ). ΑΝΤ. δυνατός (1), ισχυρός (1) [< μτγν. ἀνίσχυρος] | |
| 4112 | ανίσως | [ἀνίσως] α-νί-σως σύνδ. (λογοτ.-παρωχ.): (συχνά προηγείται ή ακολουθεί το "και" ή "κι") αν τυχόν, μήπως. [< μεσν. ανίσως] | |
| 4113 | ανίσωση | [ἀνίσωση] α-νί-σω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. ανισότητα που περιέχει μία ή περισσότερες μεταβλητές: διπλή ~. ~ που αληθεύει για κάθε x>0. ~ώσεις-εξισώσεις α'/β' βαθμού. Επίλυση ~ώσεων. [< μτγν. ἀνίσωσις, γαλλ. inéquation] | |
| 4114 | ανίχνευση | [ἀνίχνευση] α-νί-χνευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εντοπισμός και ταυτοποίηση με τη βοήθεια της τεχνολογίας: αυτόματη ~. ~ αερίων/ακτινοβολίας/δορυφόρων/ιών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/λαθών/πλαστών χαρτονομισμάτων.|| (ΙΑΤΡ.) Μοριακή ~. ~ αίματος στα κόπρανα/αντισωμάτων/DNA/νόσου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ εκρηκτικών/όπλων και χημικών. Βλ. πυρ~, τηλε~. 2. λεπτομερής διερεύνηση, εξέταση: ~ του εδάφους.|| (μτφ.) ~ κινήτρων/μαθησιακών δυσκολιών/προθέσεων. [< μεσν. ανίχνευσις, αγγλ. detection, γαλλ. détection, 1929] | |
| 4115 | ανιχνεύσιμος | , η, ο [ἀνιχνεύσιμος] α-νι-χνεύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να ανιχνευθεί: (μη) ~ος: ιός. ~η: βλάβη. ~ο: σήμα. ~ες: ουσίες (στο αίμα). ~α: επίπεδα (αλλεργιογόνων)/φαινόμενα. Πβ. αναγνωρίσ-, διαπιστώσ-, εντοπίσ-, επαληθεύσ-ιμος. [< αγγλ. detectable] | |
| 4116 | ανιχνευσιμότητα | [ἀνιχνευσιμότητα] α-νι-χνευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ιχνηλασιμότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 4117 | ανιχνευτής | [ἀνιχνευτής] α-νι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. & ανιχνευτήρας: συσκευή ανίχνευσης: ασύρματος/ηλεκτρονικός/θερμοδιαφορικός/φορητός/φωτοηλεκτρικός/ψηφιακός ~. ~ αγωγιμότητας/διαρροών/(ΠΛΗΡΟΦ.) ιών/κίνησης (: σύστημα ασφαλείας, βλ. συναγερμός)/κοριών και ασύρματης κάμερας/μετάλλων/ραντάρ/σωματιδίων/χαρτονομισμάτων (: για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους). ~ές ακτίνων Χ/θερμότητας/ναρκών/πυρκαγιάς (= πυρ~)/ραδιενέργειας/χρυσού. Βλ. εντοπιστής.|| ~ές σώματος (: σε αεροδρόμια). Βλ. φωτο~. 2. (θηλ. ανιχνεύτρια): κάθε μέλος του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων ηλικίας 15-18 ετών, το οποίο δραστηριοποιείται στη διερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής ζωής, καθώς και στην προσφορά προς το σύνολο της κοινωνίας: κλάδος/κοινότητα ~ών. 3. (σπάν.) αυτός που ανιχνεύει: ~ ναρκωτικών ουσιών (: για σκύλο, πβ. ιχνηλάτης). Αλεξιπτωτιστής ~. ~ ταλέντων (πβ. σκάουτερ). ● ΣΥΜΠΛ.: ανιχνευτής καπνού: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα συναγερμού που ενεργοποιείται, όταν παρουσιαστεί καπνός. [< αγγλ. smoke detector, 1927] , ανιχνευτής ψεύδους & (σπάν.) αλήθειας: όργανο καταγραφής των αλλαγών που παρατηρούνται στις φυσιολογικές λειτουργίες ανθρώπου (καρδιακοί παλμοί, πίεση, ιδρώτας), όταν ψεύδεται. Πβ. πολύγραφος. Βλ. ορός της αλήθειας. [< αγγλ. lie detector, 1922] [< μεσν. ανιχνευτής, αγγλ. detector, γαλλ. détecteur] | |
| 4118 | ανιχνευτικός | , ή, ό [ἀνιχνευτικός] α-νι-χνευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανίχνευση: ~ός: έλεγχος/σκύλος (της ΕΜΑΚ). ~ή: εξέταση/συσκευή. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: διατάξεις. ~ά: εργαλεία/εργαστήρια/όργανα/τεστ.|| (μτφ.) Επαφές ~ού χαρακτήρα. Πβ. διερευνητ-, εντοπιστ-ικός. ● Ουσ.: ανιχνευτικό (το): ΣΤΡΑΤ. αεροσκάφος ή (παλαιότ.) πλοίο που ανιχνεύει εχθρικές δυνάμεις ή εντοπίζει χρήσιμα στοιχεία που αφορούν τον αντίπαλο. ● επίρρ.: ανιχνευτικά [< μτγν. ἀνιχνευτικός] | |
| 4119 | ανιχνεύω | [ἀνιχνεύω] α-νι-χνεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανίχνευ-σα, -θηκε κ. -τηκε, -μένος, -οντας} 1. εντοπίζω κάνοντας χρήση τεχνικών μέσων: Το τσεκ-απ ~ει έγκαιρα σοβαρές ασθένειες. ~θηκε αναβολική ουσία στον οργανισμό του αθλητή/γενετική ανωμαλία/ιός (σε αιματολογικές εξετάσεις/σε ιμέιλ)/ραδιενέργεια. Τοξικές/χρωστικές ουσίες ~θηκαν σε τροφές. ~μένες: εικόνες. Ποσοστό μη ~μένων σφαλμάτων. ΣΥΝ. βρίσκω (1) 2. (κυριολ. κ. μτφ.) (δι)ερευνώ, εξετάζω, ανακαλύπτω (κάτι): ~ει την αλήθεια. ~ουν την περιοχή. Πβ. ιχνηλατώ.|| Ερωτηματολόγιο που προσπαθεί να ~σει τις αντιλήψεις των ... [< αρχ. ἀνιχνεύω, αγγλ. detect, γαλλ. détecter, 1923] | |
| 4120 | ανίψι | [ἀνίψι] α-νί-ψι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (οικ.): ανιψιός ή ανιψιά. ● Υποκ.: ανιψάκι & (ιδιωμ.) ανιψούδι (το) | |
| 4121 | ανιψιός, ανιψιά | [ἀνιψιός] α-νι-ψιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λαϊκό) ανεψιός, ανεψιά: γιος ή κόρη του αδελφού/της αδελφής ή του ξαδέλφου/της ξαδέλφης κάποιου. ΣΥΝ. ανίψι || (Στην Κύπρο) ξάδελφος. ● Υποκ.: ανιψούλης, ανιψούλα (ο/η) [< μεσν. ανιψιός, ανιψιά, αρχ. ἀνεψιός ‘πρώτος ξάδελφος’, ἀνεψιά -παλαιότ. ορθογρ. ανηψιός] | |
| 4122 | ανιών | , ούσα, όν [ἀνιών] α-νι-ών επίθ. {ανι-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} ΑΝΤ. κατιών 1. {συνήθ. θηλ.} (επιστ.) που έχει κατεύθυνση προς τα άνω: ~ούσα: γραμμή/κίνηση/φορά. Κατά ~ούσα σειρά. ΣΥΝ. ανοδικός.|| (ΙΑΤΡ. που ακολουθεί πορεία από την περιφέρεια προς το κέντρο:) ~ούσα: αορτή/λοίμωξη.|| (ΜΟΥΣ. με πορεία από τις χαμηλές προς τις υψηλές νότες:) ~ούσα: διαδοχή/κλίμακα. ~ούσες: συγχορδίες. ~όν: διάστημα.|| (ΦΥΣ.) ~ούσα: τάση. 2. ΝΟΜ. από τον οποίο κάποιος κατάγεται άμεσα (δηλ. ο γονέας ή ο παππούς του): ~όντες: συγγενείς (: εξ αίματος/αγχιστείας).|| (ως ουσ.) ~όντες πρώτου/δευτέρου βαθμού. Απευθείας/απώτεροι ~όντες. Προστατευόμενοι/συντηρούμενοι ~όντες. Πβ. πρόγονος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανιόν (κόλον): ΙΑΤΡ. το τμήμα του παχέος εντέρου μεταξύ του τυφλού και του εγκαρσίου: καρκίνος του ~όντος (~ου). Βλ. απευθυσμένο, ορθό(ν). ● ΦΡ.: παίρνει την ανιούσα: για κάτι που ακολουθεί ανοδική πορεία, έχει αυξητική τάση: Οι πωλήσεις/οι τιμές πήραν ~. Ο υδράργυρος έχει πάρει ~ (: για αύξηση της θερμοκρασίας). Πβ. παίρνει την πάνω βόλτα. ΑΝΤ. παίρνει την κατιούσα ● βλ. ανιόν [< αρχ. ἀνιών, γαλλ. ascendant] | |
| 4123 | ανκόρ | [ἀνκόρ] αν-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επανεμφάνιση καλλιτεχνών στη σκηνή μετά το τέλος συναυλίας ύστερα από επίμονη απαίτηση του κοινού. Πβ. μπιζάρισμα. [< γαλλ. encore] | |
| 4124 | ανκορά | βλ. αγκορά | |
| 4125 | άνκορμαν | [ἄνκορμαν] άν-κορ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. | (σπάν.) θηλ. ανκοργούμαν}: ΜΜΕ κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων. [< αγγλ. anchorman, 1958] | |
| 4126 | Άννας | [Ἅννας] Άν-νας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: από τον Άννα στον Καϊάφα (ΚΔ): σε περιπτώσεις συνεχούς παραπομπής κάποιου σε διαφορετικό κάθε φορά πρόσωπο ή φορέα, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία και την κωλυσιεργία στη διεκπεραίωση της υπόθεσής του: Πηγαίνω/με στέλνουν/τρέχω ~ ~. Πβ. από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. | |
| 4127 | ανοδικός | , ή, ό [ἀνοδικός] α-νο-δι-κός επίθ. ΑΝΤ. καθοδικός 1. (μτφ.) που σημειώνει πρόοδο ή αύξηση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κύκλος (των επιτοκίων). ~ή: κίνηση (του χρυσού)/συνεδρίαση (του χρηματιστηρίου). ~ό: άνοιγμα (στις διεθνείς αγορές). ~ές: μετοχές/πιέσεις/τάσεις. Η εταιρεία έχει ~ή πορεία στον τομέα των πωλήσεων. Σε ~ή τροχιά οι τιμές ... Με ~ούς ρυθμούς κινείται η αγορά. Πβ. αυξητικός.|| ~ή: καριέρα. 2. που έχει κατεύθυνση, κίνηση προς τα πάνω: ~ός: αέρας. Πβ. ανιών. ΑΝΤ. κατιών. 3. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την άνοδο: ~ή: οξείδωση/ροή. ~ό: ρεύμα. ● επίρρ.: ανοδικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανοδική προστασία: ΗΛΕΚΤΡ. -ΧΗΜ. τεχνική μείωσης του ρυθμού οξείδωσης μετάλλου που εισάγεται ως άνοδος με εφαρμογή ηλεκτρικού δυναμικού: ~ ~ με ράβδο μαγνησίου. Βλ. καθοδική προστασία. [< 1,2: γαλλ. ascendant 3: γαλλ. anodique, αγγλ. anodic] | |
| 4128 | ανοδίωση | [ἀνοδίωση] α-νο-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία δημιουργίας στρώματος οξειδίου στην επιφάνεια μετάλλων μέσω ηλεκτρόλυσης, η οποία στοχεύει στην ενίσχυση της αντοχής τους και τη βελτίωση της εμφάνισής τους: ~ αλουμινίου. Βλ. γαλβανισμός, ηλεκτροστατική βαφή. [< γαλλ. anodisation, περ. 1950, αγγλ. anodization, 1952] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ