Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50580-50600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50048τελεσιδικεί[τελεσιδικεῖ] τε-λε-σι-δι-κεί ρ. (αμτβ.) {τελεσιδίκ-ησε, -ήσει}: ΝΟΜ. (για δικαστική υπόθεση) κλείνει με τελεσίδικη απόφαση.
50049τελεσιδικίατε-λε-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τελική δικαστική απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί περαιτέρω· τυπικό δεδικασμένο: βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ας. Η ~ της υπόθεσης. Πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να υπάρξει ~. [< γερμ. Rechtskraft]
50050τελεσίδικος, η, ο τε-λε-σί-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν μπορεί να αλλάξει ή να ανακληθεί· οριστικός: ~η: απόφαση (= τετελεσμένη)/καταδίκη/κρίση (: με ισχύ δεδικασμένου). ~η επιδίκαση απαίτησης. ~η πράξη χαρακτηρισμού μιας έκτασης ως δασικής. Παραπομπή σε δίκη με ~ο βούλευμα. ΑΝΤ. ακυρώσιμος.|| ~η: απόρριψη/τοποθέτηση. Πβ. ανέκκλητος, τελικός. ΣΥΝ. αμετάκλητος ● Ουσ.: τελεσίδικο & τελεσίδικον (το) (λόγ.): το μη αναστρέψιμο: (NOM.) Το ~ (= η τελεσιδικία) της δικαστικής απόφασης.|| Το ~ του αποτελέσματος/του θανάτου. ● επίρρ.: τελεσίδικα & (λόγ.) -ίκως [< γερμ. rechtskräftig]
50051τελεσινέτε-λε-σι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. μηχάνημα για προβολή κινηματογραφικής ταινίας από την τηλεόραση· η αντίστοιχη διαδικασία: μεταφορά του φιλμ σε βίντεο με ~. || Στούντιο ~. [< γαλλ. téléciné(ma), 1933]
50052τελεσκίτε-λε-σκί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τηλεσκί: (σε χιονοδρομικό κέντρο) μηχανικό σύστημα που έλκει με συρματόσχοινο τους σκιέρ, για να τους μεταφέρει σε πίστα· συρόμενη άγκυρα. ΣΥΝ. λιφτ. Βλ. τελεφερίκ, τηλε-καθίσματα, -καμπίνα. [< γαλλ. téléski, 1935]
50053τελεστέοςτε-λε-στέ-ος ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. -ΠΛΗΡΟΦ. δεδομένο επί του οποίου εφαρμόζεται μαθηματική ή λογική πράξη ή εντολή γλώσσας προγραμματισμού: δυαδικοί/πηγαίοι/ρητοί ~. Προσδιοριστής ~ου. Τιμές ~ων. Βλ. μεταβλητή, σταθερά, τελεστής, -τέος. [< αγγλ. operand]
50054τελεστήριοτε-λε-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. χώρος τέλεσης μυστηρίων: το ~ του ναού. Βλ. -τήριο. [< αρχ. τελεστήριον]
50055τελεστήςτε-λε-στής ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. σύμβολο που εφαρμόζεται σε τιμές και δίνει ένα αποτέλεσμα: διαφορικός/μοναδιαίος ~. Αριθμητικοί ~ές. Στην πρόταση "1+2=3" το σύμβολο "+" είναι ~ σύνδεσης των αριθμών "1" και "2". Βλ. μεταβλητή, μετασχηματισμός, συνάρτηση, συν~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Υποθετικός ~. ~ αντικατάστασης/αύξησης/μείωσης. ~ αναζήτησης στο ίντερνετ/σύνδεσης συμβολοσειρών. Λογικοί ~ές.|| (στη Λογική) ~ άρνησης/σύγκρισης. [< πβ. αρχ. τελεστής ‘μυσταγωγός’, αγγλ. operator, γαλλ. opérateur]
50056τελεστικός, ή, ό τε-λε-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε μυστηριακή λειτουργία ή σε τέλεση πράξης: ~ά: δρώμενα (= τελετουργικά). Ο χορός ως ~ή τέχνη.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: ρήμα (= επιτελεστικό· βλ. γλωσσική πράξη). 2. ΜΑΘ. που σχετίζεται με την εφαρμογή τελεστή: ~ές: εξισώσεις.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ός: ενισχυτής. [< 1: αρχ. τελεστικός ‘αυτός που φέρνει σε πέρας ή πραγματοποιεί, μυστηριακός, μυσταγωγικός’, αγγλ. performative 2: αγγλ. operational, 1927, γαλλ. operationell, 1956]
50057τελεσφορεί[τελεσφορεῖ] τε-λε-σφο-ρεί ρ. (αμτβ.) {τελεσφόρ-ησε, -ήσει} (λόγ.): φέρνει αποτέλεσμα, πετυχαίνει: Το σχέδιο μάλλον δεν θα ~ήσει (= θα αποτύχει). Οι προσπάθειες ~ησαν (= απέδωσαν καρπούς, βρήκαν ανταπόκριση, ευδοκίμησαν, ευοδόθηκαν, καρποφόρησαν, στέφθηκαν με επιτυχία). Τέτοιου είδους μέτρα αποκλείεται να ~ήσουν. [< μτγν. τελεσφορῶ]
50058τελεσφόρησητε-λε-σφό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πραγματοποίηση ενός σκοπού, θετική έκβαση μιας προσπάθειας· αποτελεσματικότητα: ~ των διαβουλεύσεων/των στόχων (πβ. επιτυχία, ευόδωση, πραγμάτωση).|| (ΝΟΜ.) ~ της ένστασης. [< μτγν. τελεσφόρησις]
50059τελεσφόρος, α, ο τε-λε-σφό-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει θετικό αποτέλεσμα, αποδοτικός: ~ος: αγώνας/διάλογος (πβ. γόνιμος). ~α: τακτική. ~α: μέτρα. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. αποτελεσματικός (1) ΑΝΤ. ατελέσφορος [< αρχ. τελεσφόρος]
50060τελετάρχηςτε-λε-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): υπεύθυνος για την τέλεση επίσημης εκδήλωσης· διοργανωτής: ~ των αγώνων/της παρέλασης. Βλ. -άρχης. [< αρχ. τελετάρχης ‘μυσταγωγός’, γαλλ. maître des cérémonies]
50061τελετέξττε-λε-τέξτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ. σύστημα μετάδοσης και προβολής πληροφοριών σε μορφή κειμένου μέσω τηλεοπτικού σήματος: συσκευή/υπηρεσία ~. Ψηφιακός δέκτης με υποστήριξη ελληνικού ~. Ανάρτηση του δελτίου καιρού σε σελίδα ~. Πβ. βιντεοτέξτ. Βλ. τηλεπληροφόρηση. ΣΥΝ. τηλεκείμενο, τηλεκειμενογραφία [< αγγλ. teletext, 1974, γαλλ. télétexte, 1977]
50062τελετήτε-λε-τή ουσ. (θηλ.) 1. επίσημη εκδήλωση, εορτασμός σημαντικού γεγονότος: απλή/δημόσια/εντυπωσιακή/λαμπρή/λιτή/σεμνή/φαντασμαγορική ~. ~ απονομής βραβείων (/βράβευσης)/αποφοίτησης/εγκαινίων/ορκωμοσίας/υποδοχής. ~ παράδοσης-παραλαβής υπουργείου. ~ ενθρόνισης Μητροπολίτη. ~ αποκαλυπτηρίων αγάλματος. Αίθουσα ~ών. Στην ~ παρέστη σύσσωμη η πολιτική ηγεσία. Πβ. γιορτή.|| (ΑΘΛ.) ~ αφής της ολυμπιακής φλόγας. || Πολιτική ~ (= κηδεία). 2. ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση ιερού μυστηρίου, ακολουθίας σύμφωνα με ορισμένο τυπικό: γαμήλια/θρησκευτική (βλ. ιεροτελεστία)/ορθόδοξη ~. Η ~ του αγιασμού/του βαπτίσματος. 3. αποκρυφιστική τελετουργία: σατανιστικές ~ές. ~ μύησης. ~ές λευκής/μαύρης μαγείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τελετή λήξης: εορταστική εκδήλωση για το τέλος μιας διαδικασίας, μιας διοργάνωσης: επίσημη ~ ~. ~ ~ διαγωνισμού/συνεδρίου/τουρνουά/φεστιβάλ. Τελετή έναρξης και ~ ~., Ακολουθία/Τελετή του Νιπτήρος βλ. νιπτήρας, γραφείο τελετών/κηδειών βλ. γραφείο [< αρχ. τελετή ‘τελετουργία μύησης, μυστήριο’, γαλλ. cérémonie]
50063τελετουργίατε-λε-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. διεξαγωγή τελετής· συνεκδ. η ίδια η τελετή: (ΕΚΚΛΗΣ.) η ~ της βάπτισης/του γάμου. Πβ. ιεροτελεστία, ιερουργία.|| (ΑΝΘΡΩΠ.) ~ες πρωτόγονων πολιτισμών.|| (ΑΡΧ.) ~ες γονιμότητας.|| (ΛΑΟΓΡ.) Αρχέγονες/λαϊκές (πβ. δρώμενα)/νεκρικές ~ες (πβ. έθιμα). Η ~ του θανάτου (= διαβατήρια ~).|| Αποκρυφιστικές/μαγικές/μυστικ(ιστικ)ές ~ες. Βλ. τελετουργικό. 2. (κατ' επέκτ.) τήρηση συγκεκριμένων κανόνων σε ορισμένη δραστηριότητα: η ~ του τσαγιού.|| Η προετοιμασία για να βγει έξω είναι μια ολόκληρη ~. ΣΥΝ. ιεροτελεστία (2) 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. στερεοτυπική επανάληψη συγκεκριμένων πράξεων: μη λειτουργικές ~ες (= ρουτίνες). Οι ~ες αποτελούν μορφή ψυχαναγκασμού. [< μτγν. τελετουργία ‘μυσταγωγία’, γαλλ. ]
50064τελετουργικός, ή, ό τε-λε-τουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τελετουργία: ~ός: καθαρμός/κύκλος/χορός. ~ή: διαδικασία/θυσία (ζώου)/μαγεία. ~ά: δρώμενα/έθιμα/μυστήρια/τραγούδια. Η ~ή γλώσσα. Τα ~ά (= ιερά) σκεύη.|| (μτφ., που χαρακτηρίζεται από επισημότητα ή/και στερεοτυπία:) Αργές, ~ές κινήσεις. (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Επανάληψη συγκεκριμένων πράξεων με ~ό τρόπο. ● Ουσ.: Τελετουργική (η): ΘΕΟΛ. κλάδος που πραγματεύεται τη θεωρία των χριστιανικών τελετών και των τυπικών λατρείας· συνεκδ. το αντίστοιχο βιβλίο: η ~ του μυστηρίου του γάμου. ΣΥΝ. Λειτουργική, τελετουργικό (το): το σύνολο των κανόνων, το τυπικό μιας τελετουργίας: παραδοσιακό ~. ~ μύησης. Ακολουθώ το ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ του αγιασμού/της αφής του Αγίου Φωτός/του γάμου. Κατά το ~ των Ορθοδόξων.|| Το ~ του τσαγιού/φαγητού. Πβ. ιεροτελεστία, τελετουργία. ● επίρρ.: τελετουργικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. rituel, cérémoniel]
50065τελετουργώ[τελετουργῶ] τε-λε-τουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {τελετουργ-εί | (σπάν.) τελετούργ-ησε, -ήσει}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερέα) τελώ θρησκευτική λειτουργία. ΣΥΝ. ιερουργώ [< μτγν. τελετουργῶ ‘φέρνω σε πέρας’]
50066τελευταίος, α, ο [τελευταῖος] τε-λευ-ταί-ος επίθ. 1. που βρίσκεται τοπικά ή χρονικά στο τέλος μιας ακολουθίας: ~ος: γύρος/σταθμός (της περιοδείας). Η ~α συλλαβή της λέξης. Μένω στον ~ο όροφο. Ανοίξτε το βιβλίο στην ~α σελίδα. Κάθεται στο ~ο θρανίο.|| ~ος: αγώνας (πβ. τελικός)/απόγονος (της οικογένειας). ~α: πρόβα (= πρόβα τζενεράλε)/προειδοποίηση (= ύστατη). ~ο: μάθημα. ~α μέρα για δηλώσεις συμμετοχής (: λήξη προθεσμίας). Η ~α Κυριακή του χρόνου. Το δεύτερο και ~ο μέρος της παράστασης. Έφτασε/ήρθε/ξεκίνησε ~. Έγινε και ένας ~ έλεγχος. Έλα να χορέψουμε έναν ~ο χορό. Πηγαίνει στην ~α τάξη του Λυκείου. Κάνε μια ~α προσπάθεια. Οι τοίχοι χρειάζονται ένα ~ο χέρι (: ακόμη ένα πέρασμα με μπογιά).|| Το ~ο φως της μέρας (: πριν βραδιάσει).|| (πριν τον θάνατο) Η ~α της επιθυμία/τα ~α του λόγια ήταν ... Είχε πνευματική διαύγεια μέχρι τις ~ες της ώρες. Τα ~α του χρόνια τα έζησε μόνος. Βλ. προ~. ΑΝΤ. πρώτος (1) 2. πιο πρόσφατος, πιο κοντινός, πλησιέστερος χρονικά: οι ~ες ανακαλύψεις/ειδήσεις/εξελίξεις/πληροφορίες/προσθήκες. Τα ~α γεγονότα/εικοσιτετράωρα/νέα. Φωτοτυπία του ~ου λογαριασμού. Αύξηση της εγκληματικότητας τον ~ο χρόνο/τις ~ες δεκαετίες. Ημερομηνία ~ας δημοσίευσης/ενημέρωσης. Υπερηχογράφος ~ας (βλ. τρίτης) γενιάς/τεχνολογίας (: ο πιο εξελιγμένος τεχνολογικά· πβ. σύγχρονος). Η καλύτερη επίδοση των ~ων ετών. Πολλές αλλαγές έχουν γίνει το ~ο διάστημα/τον ~ο καιρό. Η ~α του ταινία ήταν απογοητευτική. Η ~α φορά που τον είδα ήταν ... Το ~ο τεύχος του περιοδικού. 3. ο μόνος που έχει απομείνει: Του έδωσα τα ~α μου χρήματα. (εμφατ.) ~α: ευκαιρία/προσφορά (: η χαμηλότερη και πιο συμφέρουσα). Είσαι η ~α μας ελπίδα. Μάζεψε τις ~ες του δυνάμεις και ξεκίνησε. Πβ. μοναδικός. 4. ο κατώτερος, ο λιγότερο σημαντικός, ο πιο ταπεινός: Ήταν ο ~ (= χειρότερος) μαθητής της τάξης. Εμπόρευμα ~ας (= χαμηλής) ποιότητας. ~οι σε απόδοση (ΑΝΤ. τοπ). Ακόμα και ο ~ πολίτης δικαιούται να έχει άποψη. ● Ουσ.: τελευταίος (ο) 1. αυτός που βρίσκεται, έγινε ή αναφέρθηκε στο τέλος: ο ~ από τους ομιλητές.|| (προφ.) Και κάτι ~ο, μη μ' ενοχλήσεις ξανά. 2. (κατ' επέκτ.) ο χειρότερος: (εμφατ.) Δεν μπορεί να μας λέει τι θα κάνουμε ο ~ των ~ων. ● επίρρ.: τελευταία & (λόγ.) -ως: πρόσφατα, τον τελευταίο καιρό: Έχω πάρει πολλά κιλά ~. (προφ.) Δεν μας τα λες καθόλου καλά (τώρα) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάταξη τελευταίας βούλησης βλ. διάταξη, ο τελευταίος των Μοϊκανών βλ. Μοϊκανός, τελευταία κατοικία βλ. κατοικία, τελευταίος ασπασμός βλ. ασπασμός, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι, το τελευταίο αντίο βλ. αντίο, το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... & ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είναι/είσαι που ... (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι συνηθισμένο, συμβαίνει σε πολλούς: ~ ~ έμπλεξε σε μια τέτοια ιστορία/εξαπατήθηκε., είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... (προφ.-εμφατ.): δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να επαναλάβω κάτι: ~ ~ ασχολούμαι μαζί σου., είναι στα τελευταία του (προφ.): πεθαίνει. Πβ. αργοσβήνω, πνέει τα λοίσθια., η τελευταία λέξη (μτφ.-προφ.): ό,τι πιο μοντέρνο, πιο σύγχρονο: Ντύνεται πάντα με την ~ ~ της μόδας. Το νέο μοντέλο είναι ~ ~ στην τεχνολογία των υπολογιστών., ο τελευταίος που ... (προφ.): για κάποιον που είναι σχεδόν απίθανο να κάνει κάτι ή για κάτι που έχει μικρές πιθανότητες να συμβεί: Είναι ~ ~ θα υποψιαζόμουν.|| Είναι το ~ο πράγμα που θα σκεφτόμουν., τελευταίος και τυχερός (προφ.): για κάποιον που έχει την τελευταία θέση σε μια σειρά και τυχαίνει να είναι και ευνοημένος., τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος: για κάποιον ή κάτι που αναφέρεται στο τέλος, αλλά έχει την ίδια σπουδαιότητα με ό,τι προηγείται: ~ ~ ομιλητής. ~α ~η παρατήρηση. ~ο ~ο θέμα. [< αγγλ. last but not least] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, άφησε την τελευταία του πνοή βλ. αφήνω, γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος βλ. γελώ, για τελευταία φορά βλ. φορά, δεύτε τελευταίον ασπασμόν βλ. ασπασμός, έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο βλ. πρώτος, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, η τελευταία πράξη του δράματος βλ. πράξη, η τελευταία τρύπα του ζουρνά βλ. ζουρνάς1, μέχρι και την τελευταία δεκάρα βλ. δεκάρα, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος βλ. αίμα, νέας/τελευταίας κοπής βλ. κοπή, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα βλ. πόρτα, ο τελευταίος τροχός της αμάξης βλ. άμαξα, οι τελευταίες στιγμές βλ. στιγμή, παίζει το τελευταίο του χαρτί βλ. χαρτί, σε τελική/σε τελευταία ανάλυση βλ. ανάλυση, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, την τελευταία στιγμή βλ. στιγμή, την τελευταία/ύστατη ώρα βλ. ώρα, της τελευταίας στιγμής βλ. στιγμή, το τελευταίο καρφί στο φέρετρο βλ. φέρετρο, το τελευταίο οχυρό/κάστρο βλ. οχυρό, τώρα τελευταία βλ. τώρα [< αρχ. τελευταῖος, γαλλ. dernier]
50067τελευτήτε-λευ-τή ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): τέλος, θάνατος: ~ του βίου. Πβ. θανή. Βλ. βιοτή. [< αρχ. τελευτή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.