| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50032 | τελείωμα | τε-λεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {τελειώμ-ατα} & (προφ.) τέλειωμα 1. ολοκλήρωση ενός έργου· τοπικό ή χρονικό τέλος: ~ και παράδοση κτιρίου (πβ. αποπεράτωση). (ευχετ.) Καλά ~ατα με τις σπουδές σας!|| Στο ~ του δρόμου/της μέρας.|| (στο ποδόσφαιρο) ~ατα φάσεων (π.χ. σουτ προς την αντίπαλη εστία). 2. άκρη: φούστα με ασύμμετρο ~. Φόρεμα με σατέν ~ατα. Πβ. μπορντούρα, ποδόγυρος, στρίφωμα.|| Αντιολισθητικό ~ σκαλοπατιού. ● ΦΡ.: στα τελειώματα: κοντά στο τέλος: Το σπίτι που χτίζουν βρίσκεται ~ ~. [< 1: αρχ. τελείωμα] | |
| 50033 | τελειωμένος | , η, ο τε-λειω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει τελειώσει, ολοκληρωμένος· διευθετημένος: ~η: δουλειά/οικοδομή (= αποπερατωμένη). ΑΝΤ. ατελείωτος.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: δικηγόρος (: που έχει ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του, έτοιμος).|| Το ζήτημα/θέμα θεωρείται οριστικά ~ο (: τακτοποιημένο). (προφ.) ~α: πράγματα (= συμφωνημένα)! 2. (μτφ.-προφ.) χαμένος, ξοφλημένος: ~η: ιστορία/υπόθεση.|| ~ος: γάμος (: αποτυχημένος).|| (για πρόσ., μειωτ.) Είναι ~η περίπτωση (πβ. καμένο χαρτί, χαμένη υπόθεση). ● ΦΡ.: έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα βλ. πεθαίνω | |
| 50034 | τελειωμός | τε-λειω-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις, για δυσάρεστες καταστάσεις) τέλος: βάσανα χωρίς ~ό. Τα προβλήματά τους δεν έχουν ~ό. | |
| 50035 | τελειώνομαι | τε-λει-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {τελειώ-θηκε, -θεί} (λόγ.): ολοκληρώνομαι και ειδικότ. τελειοποιούμαι ηθικά: Διαδικασία που έχει ~θεί (= περαιωθεί, περατωθεί).|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Ο άνθρωπος ~εται στην πνευματική ζωή. [< αρχ. τελειοῦμαι] | |
| 50036 | τελειώνω | τε-λει-ώ-νω κ. (συνηθέστ. προφ.) τε-λειώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τελείω-σα κ. (συνηθέστ. προφ.) τέλειω-σα, τελειώ-σει, -μένος, τελειών-οντας} 1. καταλήγω, σταματώ, φτάνω σε σημείο μετά από το οποίο δεν υπάρχει συνέχεια: Το κεφάλαιο ~ει στη σελίδα ... Στα πενήντα μέτρα ο δρόμος ~ει. Λέξη που ~ει (= λήγει) σε φωνήεν.|| ~ει η άδειά μου/το καλοκαίρι/η μέρα/η προθεσμία/το σχολείο/η χρονιά. Ο εφιάλτης/η κρίση/ο πόλεμος ~σε.|| Τίποτε δεν ~σε ακόμα, υπάρχει ελπίδα. Όλα ~σαν πια (= καταστράφηκαν, χάθηκαν). (απειλητ.) ~σαν αυτά που ήξερες! Πβ. τερματίζω. ΑΝΤ. αρχίζω, ξεκινώ (1) 2. φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω κάτι, φτάνω στο τέλος: ~ ένα βιβλίο/το γράψιμο/την εκπαίδευσή μου (πβ. περατώνω). ~σε το Λύκειο με άριστα/τις σπουδές της. Ποια σχολή έχετε ~σει; Δεν πρόλαβε να ~σει (: συμπληρώσει) τη φράση του και ...|| Η καριέρα του/η παράσταση/το πάρτι/η συνεδρίαση ~σε.|| (προφ.) Εδώ ~ει και η σημερινή εκπομπή. Οι δουλειές δεν ~ουν ποτέ. Άντε, ~ε να φύγουμε! Εμείς οι δυο ~σαμε (: χωρίζουμε). (απειλητ.) Δεν ~σα μαζί σου ακόμα! Πρέπει να ~ουμε (= ξεμπερδεύουμε) μ' αυτή την ιστορία, δεν πάει άλλο. ~οντας, θα ήθελα να τονίσω ...|| (έχω οργασμό) Πβ. εκσπερματώνω, χύνω. ΑΝΤ. αρχίζω 3. καταναλώνω ή εξαντλούμαι: ~σε το φαΐ σου, λίγο έχει μείνει. Πβ. τρώω.|| ~ει όπου να 'ναι το πετρέλαιο. Η μπαταρία ~σε (= αποφορτίστηκε). ~σε το κρασί (= σώθηκε, τέλεψε). Μου ~σε το σαμπουάν. ~σαν τα χρήματά του (: τα ξόδεψε).|| Ο χρόνος σου ~ει (: δεν έχεις άλλα χρονικά περιθώρια). ~σαν οι αντοχές μου. 4. (μτφ.-προφ.) εξουθενώνω, εξοντώνω· πεθαίνω: Κόντεψε να τον ~σει ο πυρετός.|| Τον ~σαν απ' την εταιρεία (= τον απέλυσαν). Πβ. διώχνω, ξαποστέλνω.|| ~σε ως καλλιτέχνης (: δεν έχει μέλλον). Πβ. ξοφλώ.|| ~σε ήρεμα (= έσβησε, ξεψύχησε). ● ΦΡ.: από πού ν' αρχίσω (και πού να τελειώσω) βλ. αρχίζω, έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα βλ. πεθαίνω, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του βλ. μέρα, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα, τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε βλ. τέρμα, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε βλ. ψεκάζω [< μεσν. τελειώνω] | |
| 50037 | τελείως | τε-λεί-ως επίρρ.: εντελώς, πέρα για πέρα: Ξέχασα ~ τη γιορτή του. Εκείνο είναι ~ διαφορετικό από τα υπόλοιπα (πβ. εξ ολοκλήρου). Αυτό που θες να κάνεις είναι ~ λάθος (πβ. απολύτως). Τα έχω ~ χάμενα με όσα συμβαίνουν (πβ. ολότελα). Έχει αποθρασυνθεί ~ (πβ. πλήρως). Μα είναι ~ αναίσθητη; ● ΦΡ.: το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει βλ. χάνω ● βλ. τέλεια [< αρχ. τελείως] | |
| 50038 | τελείωση | τε-λεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. oλοκλήρωση μιας διαδικασίας: ~ της συγχώνευσης. Εκκαθάριση και ~ των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Πβ. περαίωση, περάτωση. 2. (μτφ.) εξέλιξη, βελτίωση στον μέγιστο βαθμό: ηθική/πνευματική ~ του ατόμου. 3. ΘΕΟΛ. η τελειοποίηση του ανθρώπου, ως επιδίωξη στην παρούσα ζωή. [< αρχ. τελείωσις] | |
| 50039 | τελειωτικός | , ή, ό τε-λει-ω-τι-κός επίθ. 1. που δεν αλλάζει, οριστικός: ~ή: απάντηση/απόφαση (= αμετάκλητη, τελεσίδικη)/λύση. ~ό: συμπέρασμα. Βλ. εφήμερος, προσωρινός. ΣΥΝ. τελικός (2) 2. ολοκληρωτικός, μοιραίος: ~ή: ήττα (: απόλυτη)/καταστροφή (= ολοσχερής, πλήρης)/μάχη/νίκη. ~ό: πλήγμα (= αποφασιστικό, κρίσιμο)/χτύπημα (= αποτελειωτικό, καθοριστικό). ● επίρρ.: τελειωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. τελειωτικός, γαλλ. définitif] | |
| 50040 | τελεμές | τε-λε-μές ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό λευκό τυρί άλμης από πρόβειο, κατσικίσιο ή αγελαδινό γάλα ή μείγμα τους. Βλ. -ές, φέτα. [< τουρκ. teleme] | |
| 50041 | τέλεξ | τέ-λεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.) ΤΗΛΕΠ. 1. τηλεγραφικό σύστημα μετάδοσης γραπτών μηνυμάτων μέσω δικτύου τηλετύπων: έμβασμα/πληρωμή μέσω ~. Υπηρεσίες ~. Bλ. τηλέγραφος, φαξ. ΣΥΝ. τηλετυπία 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη συσκευή ή το μήνυμα: εγκατάσταση ~.|| Έστειλα ~. [< αγγλ. telex, 1932 < tel(eprinter) + ex(change), γαλλ. télex, 1946] | |
| 50042 | τελεολογία | τε-λε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & τελολογία: ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία τα πάντα τείνουν προς την εκπλήρωση ενός σκοπού· η αντίστοιχη αντίληψη των πραγμάτων: η ~ της φύσης.|| Κοινωνική ~. Βλ. -λογία, εντελέχεια, νομοτέλεια. [< γαλλ. téléologie, αγγλ. teleology] | |
| 50043 | τελεολογικός | , ή, ό τε-λε-ο-λο-γι-κός επίθ. & τελολογικός: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την τελεολογία: ~ή: εξήγηση/θεώρηση. Τελολογική ερμηνεία. ● επίρρ.: τελεολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τελεολογική απόδειξη/τελεολογικό επιχείρημα: αντίληψη ότι η τάξη που υπάρχει στο Σύμπαν προϋποθέτει κάποιου είδους σκοπιμότητα, η οποία ορίζεται από μια υπέρτατη δύναμη. [< γαλλ. téléologique, αγγλ. teleologic(al)] | |
| 50044 | τελεόστεοι | τε-λε-ό-στε-οι ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΧΘΥΟΛ. υπερτάξη ψαριών (επιστ. ονομασ. Teleostei) με οστέινο σκελετό. Πβ. οστεϊχθύες. Βλ. μπαρμπούνι, πέστροφα, σαρδέλα, σολομός. [< γαλλ. téléostéens , αγγλ. teleosteans] | |
| 50045 | τέλεση | τέ-λε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πραγματοποίηση τελετής ή επίσημης εκδήλωσης: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ αγιασμού/επιμνημόσυνης δέησης/Θείας Λειτουργίας/(ιερού) μυστηρίου. Άδεια ~ης γάμου.|| (επίσ.) ~ αγώνων ποδοσφαίρου. Πβ. διεξαγωγή. 2. επιτέλεση, διάπραξη: ~ καθήκοντος.|| (ΝΟΜ.) ~ αξιόποινης πράξης/εγκλήματος/ποινικού αδικήματος. [< μτγν. τέλεσις, αγγλ. performance] | |
| 50046 | τελεσιγραφικός | , ή, ό τε-λε-σι-γρα-φι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που εκφράζεται με αυστηρότητα, ως διαταγή: ~ή: αξίωση/απαίτηση/απειλή. Πβ. επιτακτικός. 2. που γνωστοποιείται με τελεσίγραφο: ~ή: διακοίνωση/προειδοποίηση. ● επίρρ.: τελεσιγραφικά | |
| 50047 | τελεσίγραφο | τε-λε-σί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου} 1. ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) διπλωματικό έγγραφο με το οποίο ένα κράτος ανακοινώνει σε άλλο τις διεκδικήσεις του, θέτοντας ορισμένο χρονικό περιθώριο για την πραγματοποίησή τους και το προειδοποιεί ότι, σε περίπτωση μη ικανοποίησής τους, θα προβεί σε διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, εξαναγκαστικά μέτρα ή κήρυξη πολέμου εναντίον του: αποδοχή/απόρριψη/εκπνοή/επίδοση/λήξη/παράταση του ~ου. Οι όροι/η προθεσμία του ~ου. 2. (μτφ.) κάθε αξίωση ή προειδοποίηση που διατυπώνεται με αυστηρό και απαιτητικό τρόπο: Έδωσε/έστειλε ~. Λήγει το ~ των δανειστών. [< γαλλ. ultimatum] | |
| 50048 | τελεσιδικεί | [τελεσιδικεῖ] τε-λε-σι-δι-κεί ρ. (αμτβ.) {τελεσιδίκ-ησε, -ήσει}: ΝΟΜ. (για δικαστική υπόθεση) κλείνει με τελεσίδικη απόφαση. | |
| 50049 | τελεσιδικία | τε-λε-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τελική δικαστική απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί περαιτέρω· τυπικό δεδικασμένο: βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ας. Η ~ της υπόθεσης. Πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να υπάρξει ~. [< γερμ. Rechtskraft] | |
| 50050 | τελεσίδικος | , η, ο τε-λε-σί-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν μπορεί να αλλάξει ή να ανακληθεί· οριστικός: ~η: απόφαση (= τετελεσμένη)/καταδίκη/κρίση (: με ισχύ δεδικασμένου). ~η επιδίκαση απαίτησης. ~η πράξη χαρακτηρισμού μιας έκτασης ως δασικής. Παραπομπή σε δίκη με ~ο βούλευμα. ΑΝΤ. ακυρώσιμος.|| ~η: απόρριψη/τοποθέτηση. Πβ. ανέκκλητος, τελικός. ΣΥΝ. αμετάκλητος ● Ουσ.: τελεσίδικο & τελεσίδικον (το) (λόγ.): το μη αναστρέψιμο: (NOM.) Το ~ (= η τελεσιδικία) της δικαστικής απόφασης.|| Το ~ του αποτελέσματος/του θανάτου. ● επίρρ.: τελεσίδικα & (λόγ.) -ίκως [< γερμ. rechtskräftig] | |
| 50051 | τελεσινέ | τε-λε-σι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. μηχάνημα για προβολή κινηματογραφικής ταινίας από την τηλεόραση· η αντίστοιχη διαδικασία: μεταφορά του φιλμ σε βίντεο με ~. || Στούντιο ~. [< γαλλ. téléciné(ma), 1933] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ