| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50068 | τελευτώ | [τελευτῶ] τε-λευ-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τελεύτ-ησε, -ήσει} (λόγ.) 1. πεθαίνω. 2. (μτφ.) τελειώνω, ολοκληρώνω τον κύκλο μου: Η παλιά τάξη πραγμάτων ~ησε τον βίο της. [< 1: αρχ. τελευτῶ] | |
| 50069 | τελεύω | τε-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τέλε-ψε, -ψει} (παρωχ.-λαϊκό-λογοτ.) 1. τελειώνω: ~ψε τις δουλειές του. Πβ. ξε~. 2. φτάνω στο τέλος, εξαντλούμαι: ~ψε το κρασί (= σώθηκε). 3. (μτφ.) πεθαίνω. | |
| 50070 | τέλεφαξ | τέ-λε-φαξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φαξ. [< αγγλ. telefax, 1943] | |
| 50071 | τελεφερίκ | τε-λε-φε-ρίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σιδηροδρομικό όχημα για μεταφορά επιβατών ή σπανιότ. εμπορευμάτων, εναέριο ή κινούμενο σε ράγες, που σύρεται με συρματόσχοινο: το ~ του χιονοδρομικού κέντρου. Ανεβαίνω στο βουνό με το ~. Πβ. αναβατήρας, τηλεκαμπίνα. Βλ. τελεσκί. [< γαλλ. téléphérique, περ. 1930] | |
| 50072 | τέλι | τέ-λι ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. μεταλλική χορδή: τα ~ια του μπαγλαμά/του μπουζουκιού. 2. ψιλό σύρμα ή νήμα: λεπτό ~.|| Κέντημα με χρυσό ~. [< τουρκ. tel] | |
| 50073 | τελικιάζω | τε-λι-κιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τελίκια-σα, -σει, -σμένος} (νεαν. αργκό): πιάνω τελική ταχύτητα, γκαζώνω: ~ το αμάξι/τη μηχανή. Έτρεχε/πήγαινε ~σμένος (= πατημένος). | |
| 19224 | τελικοποίηση | [ἐφιστῶ] ε-φι-στώ ρ. (μτβ.) {εφιστ-ά ... | επέστ-ησα, επιστ-ήσει, εφιστ-ώντας}: στη ● ΦΡ.: εφιστώ την προσοχή (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω κάποιον να προσέξει κάτι· προειδοποιώ: Θα ήθελα να επιστήσω (εσφαλμ. εφιστήσω) ~ σας/εφιστάται η ~ σας σε ένα σοβαρό θέμα. Πβ. επισύρω. [< μτγν. ἐφιστῶ ‘βάζω από πάνω’] | |
| 50074 | τελικός | , ή, ό τε-λι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται, ανήκει ή γίνεται στο τέλος, τελευταίος: ~ός: προορισμός/σταθμός. Το ~ό τμήμα του αγωγού/της διαδρομής.|| (ΓΡΑΜΜ.) Το ~ό νι.|| ~ός: αποδέκτης/δικαιούχος (έργου)/καταναλωτής/πελάτης/στόχος. ~ή: αιτία (: ο σκοπός για τον οποίο έγινε κάτι). ~ό: διαγώνισμα (βλ. επαναληπτικό). ~ές: εξετάσεις (= απολυτήριες, προαγωγικές).|| ~ός: γύρος (εκλογών)/έλεγχος. ~ή: αναμέτρηση/μάχη/πρόβα (= γενική)/φάση. Πβ. (κατα)ληκτικός. ΑΝΤ. αρχικός.|| ~ή: ταχύτητα αυτοκινήτου (= η μεγαλύτερη). 2. που δεν μεταβάλλεται, οριστικός: ~ός: απολογισμός/κατάλογος (επιτυχόντων)/νικητής. ~ή: αναφορά/αξιολόγηση/απόφαση (: μη αναστρέψιμη. Πβ. τελεσίδικος)/βαθμολογία/διάγνωση/έκδοση/επεξεργασία/κατάταξη. ~ό: πλάνο/πόρισμα/ποσό/πρόγραμμα (εξετάσεων)/σκορ/συμπέρασμα/σχέδιο. ~ά: αποτελέσματα (εκλογών). ~ή δικαίωση των προσπαθειών. Το κείμενο είναι στην ~ή του μορφή. 3. ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει τον σκοπό: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. για να). ~ές: προτάσεις.|| (στην Αρχαία Ελληνική:) ~ή: μετοχή. ~ό: απαρέμφατο. ● Ουσ.: τελικός (ο) 1. ο τελευταίος αγώνας μιας αθλητικής συνήθ. διοργάνωσης: μεγάλος/μικρός (: για την κατάκτηση της πρώτης/τρίτης θέσης, αντίστοιχα). ~ κυπέλλου/ποδοσφαίρου/πρωταθλήματος. Ο ~ του Μουντιάλ/του τουρνουά/του Τσάμπιονς Λιγκ. Πρόκριση στον ~ό. Η ομάδα έμεινε εκτός ~ού/είναι μια ανάσα απ' τον ~ό. Η Εθνική πέρασε/προχωρά στον ~ό.|| ~ διαγωνισμού. 2. {στον πληθ.} & τελικά (τα): οι αγώνες της τελικής φάσης: ~οί Εφήβων και Νεανίδων. Αποκλείστηκε από τα/έφτασε στα ~ά. ● επίρρ.: τελικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δεν ήρθε ~ (= στο τέλος). ~, δεν θα πάω διακοπές. Υπεγράφη, ~ώς (= εν τέλει), η σύμβαση.|| Το βρήκες ~ (= επιτέλους); ● ΣΥΜΠΛ.: έτοιμο/τελικό προϊόν βλ. προϊόν, τελική ευθεία βλ. ευθεία, τελική κινητική πλάκα βλ. πλάκα, τελικό στάδιο βλ. στάδιο, τελικός εγκέφαλος βλ. εγκέφαλος2, τελικός χρήστης βλ. χρήστης ● ΦΡ.: και στην τελική & στην τελική (προφ.): εξάλλου, πάντως: ~ ~, δεν θα σκάσω κιόλας. Πβ. στο κάτω κάτω (της γραφής)., έγινε σαν σίγμα τελικό βλ. σίγμα, μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως βλ. πτώση, σε τελική/σε τελευταία ανάλυση βλ. ανάλυση [< αρχ. τελικός, γαλλ. final] | |
| 50075 | τέλμα | τέλ-μα ουσ. (ουδ.) {τέλμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. βάλτος 1. (μτφ.) απουσία εξέλιξης ή ανανέωσης, στασιμότητα, αδιέξοδο: έξοδος της αγοράς από το ~. Σε ~ (έχουν οδηγηθεί/περιέλθει) οι διαπραγματεύσεις. Η οικονομία έχει βυθιστεί/βουλιάξει στο ~ (της ύφεσης). Δεν ξέρει τι να κάνει, έχει πέσει σε ~. Πβ. αδράνεια, αποτελμάτωση, τέναγος. 2. ΓΕΩΛ. αβαθής έκταση με στάσιμα, λιμνάζοντα, κυρ. βρόμικα νερά· (συνεκδ.-στον πληθ.) απόβλητα: φυσικό ~. Πβ. βούρκος, έλος.|| Μεταλλευτικά/τοξικά ~ατα. Λίμνη ~άτων. [< 1: γαλλ. stagnation 2: αρχ. τέλμα] | |
| 50076 | τελματώδης | , ης, ες τελ-μα-τώ-δης επίθ. {τελματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από στασιμότητα· αδιέξοδος: H αγορά βρίσκεται/έχει περιέλθει σε ~η κατάσταση. 2. που έχει τέλματα ή τείνει να γίνει έλος: ~ης: έκταση. ~ες: έδαφος.|| ~ης: λίμνη. ~η: νερά (= λιμνάζοντα, στάσιμα). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. βαλτώδης, ελώδης, τεναγώδης [< 2: αρχ. τελματώδης, γαλλ. stagnant] | |
| 50077 | τελματώνω | τελ-μα-τώ-νω ρ. (αμτβ.) {τελμάτω-σε, τελματώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: (μτφ.) παραμένω στάσιμος, περιέρχομαι σε αδιέξοδο: Η αγορά/το έργο ~σε. ~σαν οι διαπραγματεύσεις. Νιώθει τη ζωή της να ~εται (: να βυθίζεται σε τέλμα). Η σχέση τους έχει ~θεί (= βαλτώσει). Πβ. απο~, καθηλώνω, λιμνάζει. ● τελματώνει (σπάν.): μετατρέπεται σε τέλμα, γίνεται έλος: Η λίμνη ~σε. Πβ. βουρκώνω. [< μτγν. τελματοῦμαι ‘γίνομαι βαλτώδης’, γαλλ. stagner] | |
| 50078 | τελμάτωση | τελ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αδιέξοδη ή αμετάβλητη κατάσταση, στασιμότητα: οικονομική/πολιτική ~. ΣΥΝ. αποτελμάτωση 2. μετατροπή σε τέλμα, σε έλος: ~ της λίμνης. | |
| 50079 | τελολογία | βλ. τελεολογία | |
| 50080 | τελολογικός | , ή, ό βλ. τελεολογικός | |
| 50081 | τελομεράση | τε-λο-με-ρά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ειδικό ένζυμο το οποίο επιμηκύνει τα τελομερή, συνεισφέροντας στη σταθερότητα, τη λειτουργία και κυρ. τον πολλαπλασιασμό των χρωμοσωμάτων, ενώ επανεργοποιείται στα καρκινικά κύτταρα. [< αγγλ. telomerase, 1988, γαλλ. télomérase, 1994] | |
| 50082 | τελομερή | [τελομερῆ] τε-λο-με-ρή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. τελομερές} & τελομερίδια: ΒΙΟΛ. προστατευτικές απολήξεις των χρωμοσωμάτων οι οποίες μειώνονται σε κάθε κυτταρική διαίρεση με αποτέλεσμα τη γήρανση του οργανισμού. [< αγγλ. telomers, 1940, γαλλ. télomères, περ. 1950] | |
| 50083 | τέλος | τέ-λος ουσ. (ουδ.) {τέλ-ους | -η, -ών} 1. συμπλήρωση μιας περιόδου ή μιας διαδικασίας ή/και το σημείο ολοκλήρωσής τους: το ~ της διορίας/της σεζόν (πβ. κλείσιμο). Το ~ της εβδομάδας/της μέρας (πβ. δύση). Μετά/μέχρι/πριν το ~ του χειμώνα/του χρόνου. Στο ~ (= στην εκπνοή) του προηγούμενου αιώνα. Περί τα/στα ~η της δεκαετίας.|| (ΘΕΟΛ.) Ως το ~ των αιώνων (: τη Δευτέρα Παρουσία).|| Το ~ των μαθημάτων/των σπουδών (= πέρας). Το ~ των εχθροπραξιών/του πολέμου. Στο ~ του αγώνα. Πβ. λήξη, παύση.|| Ταινία με καλό ~ (= χάπι εντ). Άκουσα μόνο το ~ της ομιλίας/της συζήτησης (πβ. επίλογος). Η υπόθεση είχε αίσιο/άσχημο/κακό ~ (= έκβαση, κατάληξη, φινάλε). ΑΝΤ. αρχή (1), έναρξη 2. ακρότατο όριο: το ~ του (δια)δρόμου/της ευθείας/του κουβαριού (πβ. άκρη). Το όνομά του βρίσκεται στο ~ της λίστας. Οι υποσημειώσεις μπαίνουν στο ~ κάθε σελίδας. Πβ. άκρο. ΑΝΤ. αρχή (1) 3. παύση, τερματισμός μιας κατάστασης ή εξέλιξης· ξόδεμα, εξάντληση: επικείμενο ~. ~ των διαπραγματεύσεων (πβ. αναστολή). Όλα (τα ωραία) έχουν ένα ~ (: κάποια στιγμή τελειώνουν). Το (οριστικό) ~ ενός γάμου/μιας σχέσης. Το ~ της ανθρωπότητας/μιας αυτοκρατορίας (πβ. αφανισμός, παρακμή, πτώση). Το ~ της αθωότητας/της ελπίδας/ενός θρύλου. Ιστορία χωρίς ~. Δίχως ~ ο κύκλος της βίας (πβ. διακοπή). Η καριέρα του αγγίζει το/φτάνει στο ~ της. Η ταλαιπωρία μας δεν έχει ~. ΑΝΤ. αφετηρία.|| (προφ., για δήλωση αποφασιστικότητας:) Διακοπές ~! Δεν το συζητώ άλλο, ~! Πβ. τέρμα.|| Το ~ των αποθεμάτων. 4. (μτφ.) θάνατος: Βρήκε άδοξο/πρόωρο/τραγικό ~ (πβ. χαμός). Αισθάνεται/περιμένει το ~ του (πβ. μοιραίο). Έμειναν μαζί ως το ~ της ζωής τους. 5. ΟΙΚΟΝ. φόρος: ανταποδοτικό/ειδικό/ενιαίο/ετήσιο ~. ~ ακίνητης περιουσίας. ~ τερματισμού κλήσης (: στην κινητή τηλεφωνία). Δημοτικά/ταχυδρομικά ~η. Αυξημένα ~η κυκλοφορίας. Καταβολή/πληρωμή ~ους. Είσπραξη/κατάργηση ~ών. Πβ. δασμός. 6. (ως επίρρ.) τελικά: Τόνισε, ~, τη σημασία του προγράμματος για ... ΣΥΝ. εν κατακλείδι ● ΣΥΜΠΛ.: τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης βλ. τίτλος, το τέλος της ιστορίας βλ. ιστορία ● ΦΡ.: βάζω/δίνω/θέτω (ένα) τέλος/τέρμα & μπαίνει (ένα)/λαμβάνει/παίρνει τέλος: τερματίζω· κάτι παύει να υφίσταται: Έτοιμοι να βάλουν/δώσουν (ένα) ~ στη διαφθορά.|| Καιρός να δοθεί/μπει (ένα) ~ στην ταλαιπωρία των πολιτών. Αυτή η κατάσταση πρέπει να πάρει τέλος (: να διευθετηθεί οριστικά). [< γαλλ. mettre/prendre fin] , εντέλει & εν τέλει (λόγ.): στο τέλος, τελικά: Απέφευγε να μιλήσει, αλλά, ~ ~, το παραδέχτηκε.|| Τι είναι, ~ ~ (= τέλος πάντων), σωστό και λάθος; [< αρχ. φρ. ἐν τέλει, γαλλ. à la fin] , η αρχή του τέλους: η έναρξη της τελικής φάσης μιας κατάστασης, συνήθ. για επικείμενη καταστροφή: Σήμανε ~ ~ για το καθεστώς. Πβ. αντίστροφη μέτρηση. [< γαλλ. le commencement de la fin] , ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου): έφτασε η στιγμή της καταστροφής, του θανάτου: Μην πανικοβάλλεσαι, δεν ~ και το τέλος του κόσμου!|| (απειλητ.) Τι πήγες κι έκανες; Ήρθε το τέλος σου!, μέχρι τέλους: ως το τέλος, μέχρι την τελευταία στιγμή: Διεκδίκησαν τη νίκη ~ ~. Πάλεψε με τον καρκίνο ~ ~ (= μέχρι το θάνατό του). ΣΥΝ. μέχρι(ς) εσχάτων, στο τέλος: τελικά: Να δούμε τι θα γίνει ~ ~!, στο τέλος τέλος (προφ.): άλλωστε, στο κάτω κάτω: Μην ντρέπεσαι που δεν το ξέρεις· ~ ~, όλοι για να μάθουμε έχουμε έρθει., τέλος εποχής 1. οι τελευταίες ημέρες σε οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες, ιδ. για πωλήσεις εποχικών προϊόντων: εκπτώσεις/προσφορές λόγω ~ους ~. 2. για κάτι που, ύστερα από μακρόχρονη παρουσία, σταμάτησε να υπάρχει ή να λειτουργεί: ~ ~ για την εταιρεία (= έκλεισε). [< αγγλ. end of an era] , τέλος και τω Θεώ δόξα: έκφραση ανακούφισης σε περιπτώσεις καλής έκβασης, όλα τελείωσαν αισίως., τέλος πάντων & τελοσπάντων (ως επιφών.): έκφραση αγανάκτησης, ανακούφισης, συμβιβασμού· επιτέλους: Ποιος είναι, ~ ~, ο υπεύθυνος εδώ; Δεν μου αρέσει, αλλά ~ ~. Πβ. εν πάση περιπτώσει, τέσπα., από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, δεν έχει αρχή και τέλος βλ. αρχή, με αρχή, (μέση) και τέλος βλ. αρχή, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, σήμανε (το) τέλος βλ. σημαίνει, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω, στο τέλος της ημέρας βλ. ημέρα, τέλος καλό, όλα καλά βλ. καλός [< αρχ. τέλος ‘λήξη, περάτωση, σκοπός, πεπρωμένο, φόρος’] | |
| 50084 | τελοσπάντων | βλ. τέλος | |
| 50085 | τελούμενα | τε-λού-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {τελουμέν-ων} (λόγ.): συμβαίνοντα, δρώμενα: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) Οι συμβολισμοί των ~ων κατά τη Θεία Λειτουργία. Πβ. τεκταινόμενα. | |
| 50086 | τελουρικός | , ή, ό τε-λου-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει τελούριο: ~ό: οξύ. [< γαλλ. tellurique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ