Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50620-50640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50087τελούριοτε-λού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {τελουρί-ου}: ΧΗΜ. σπάνιο στοιχείο (σύμβ. Te, Ζ 52) που χρησιμοποιείται στη μεταλλοβιομηχανία και την υαλουργία: κράμα χαλκού και ~ίου. Χρωματισμός γυαλιού με ~. [< νεολατ. tellurium < λατ. tellus ‘γη’, γαλλ. tellure]
50088τελόφασητε-λό-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. το τελευταίο στάδιο της μίτωσης, που περιλαμβάνει τη διαίρεση του πυρήνα και του κυτταροπλάσματος και τον σχηματισμό δύο θυγατρικών κυττάρων. Βλ. ανά-, μεσό-, μετά-, πρό-φαση. [< γερμ. Telophase, γαλλ. télophase, αγγλ. telophase]
50089τελώ[τελῶ] τε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τελ-είς ...| τέλε-σα, τελέ-σει, -στηκε, -στεί, (λόγ.) τετελεσμένος, τελ-ώντας, -ούμενος} (λόγ.) 1. εκτελώ, πραγματοποιώ επίσημη εκδήλωση ή θρησκευτικό μυστήριο, διαπράττω: ~εί (= έχει αναλάβει) χρέη ταμία. Έθιμο που ~είται (= γίνεται) και σήμερα.|| Τον γάμο ~σε ο ιερέας της Ενορίας. Η βάπτιση θα ~στεί στον ιερό ναό ... Η κηδεία ~στηκε δημοσία δαπάνη.|| (ΝΟΜ.) ~ούμενα: αδικήματα/εγκλήματα. ΣΥΝ. διενεργώ 2. βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, υφίσταμαι, αντιμετωπίζω: ~εί εν αποστρατεία. Η έκθεση ~εί υπό την αιγίδα του Υπουργείου. ~ούν εν αναμονή των εξελίξεων. Η κατάσταση ~εί υπό έλεγχο. ~εί υπό παρακολούθηση. ~εί εν αγνοία του ... Η ισχύς του μέτρου ~εί εν αμφιβόλω. Η περιοχή ~εί υπό κατοχή. Η σχολή ~εί υπό κατάληψη. Το κίνημα ~εί υπό διωγμό(ν). Η χώρα ~εί υπό καθεστώς επιτήρησης/ομηρίας.|| (ειρων.) Η επιτροπή ~εί εν υπνώσει.|| (ΝΟΜ.) ~εί εν χηρεία. Η εταιρεία ~εί υπό πτώχευση. Ο κατηγορούμενος ~εί υπό προσωρινή κράτηση. Πβ. δια~. ● ΦΡ.: είμαι/τελώ εν γνώσει: (+ γεν.) είμαι ενήμερος, γνώστης ενός πράγματος: ~ ~ του γεγονότος/των κινδύνων/των συνεπειών. Το θέμα είναι ~ του αρμόδιου υπουργείου., τελεί εν αδίκω: έχει άδικο, διαπράττει άδικη πράξη. [< 1: αρχ. τελῶ 2: γαλλ. être]
50090τελωνειακός, ή, ό τε-λω-νει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το τελωνείο: ~ός: κώδικας/λειτουργός/πράκτορας (= εκτελωνιστής)/σταθμός. ~ή: αξία/αποθήκη/αστυνομία/επιτήρηση/νομοθεσία/οφειλή/παράβαση/περιφέρεια/σύνδεση/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/έγγραφο/καθεστώς/φυλάκιο. ~οί: δασμοί/κανονισμοί/νόμοι. ~ές: Αρχές. ~ έλεγχος ταξιδιωτών. Έξοδος εμπορευμάτων από το ~ό έδαφος της Κοινότητας. ● Ουσ.: τελωνειακός (ο/η): υπάλληλος τελωνείου. ● ΣΥΜΠΛ.: τελωνειακή ένωση βλ. ένωση, τελωνειακή ζώνη βλ. ζώνη [< γαλλ. douanier]
50091τελωνείο[τελωνεῖο] τε-λω-νεί-ο ουσ. (ουδ.): κρατική υπηρεσία που έχει ως αρμοδιότητα κυρ. τον έλεγχο των εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων, καθώς και την επιβολή και είσπραξη δασμών· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζεται, οι υπάλληλοί της ή οι δασμοί: ~ αερολιμένα/αναχώρησης ή προορισμού/εισόδου ή εξόδου/ταχυδρομικών δεμάτων. Έξοδα/πιστοποιητικό/φόροι ~ου. Ελεγκτές ~ων. Το εμπόρευμα θα περάσει ~ (βλ. εκτελωνισμός). Δήλωσε το αμάξι στο ~.|| Οι αποθήκες του ~ου. Ακατάλληλα τρόφιμα δεσμεύτηκαν στο ~.|| Πληρώνω ~. [< μτγν. τελωνεῖον]
50092τελώνηςτε-λώ-νης ουσ. (αρσ.) 1. προϊστάμενος σε τελωνείο. 2. φοροεισπράκτορας· κατ' επέκτ. άπληστος και σκληρός άνθρωπος κυρ. του διοικητικού μηχανισμού: (στην ΚΔ) η παραβολή του ~η.|| Οι ~ες της γραφειοκρατίας. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου: ΕΚΚΛΗΣ. η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. [< 1: αρχ. τελώνης 2: μεσν. ~]
50093τελώνιοτε-λώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τελώνι: ΛΑΟΓΡ. (σε λαϊκές δοξασίες) δαιμονικό ον με μεγάλη μεταμορφωτική δύναμη και πειραχτική διάθεση: τα ~α στους θρύλους/μύθους. Πβ. αερικό, δαιμόνιο, ξωτικό.|| (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα, πονηρό πνεύμα:) Το ~ του φθόνου. Τα ~α της ψυχής. Πβ. δαίμονας. [< μεσν. τελώνιον]
50095τεμαχίζωτε-μα-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τεμάχι-σε, τεμαχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τεμαχίζ-οντας} (λόγ.): κόβω ή χωρίζω σε κομμάτια: ~ το κρέας σε κύβους/μερίδες. ~ το λάχανο/τα μανιτάρια. ~σμένο: πτώμα (= διαμελισμένο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία του δίσκου. Πβ. σπάω.|| (μτφ.) Το έργο έχει ~στεί σε υποέργα. Η χώρα ~στηκε σε ανεξάρτητα κρατίδια (= κατακερματίστηκε). Πβ. κατα~, κομματιάζω. [< μτγν. τεμαχίζω]
50096τεμάχιοτε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} 1. (επίσ.) κομμάτι, μέρος συνόλου: τιμή/χρέωση ανά ~. Λιανική πώληση (ειδών) με το ~. Συσκευασία δύο ~ίων. Βλ. σετ.|| Αγροτικό ~ (= αγρο~). ~ γης (= γεω~). Πβ. τμήμα. Βλ. κληρο~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ιερού λειψάνου. 2. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθετημένη τυπογραφική ύλη. ● Υποκ.: τεμαχίδιο (το): στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. [< 1: αρχ. τεμάχιον]
50097τεμαχιοποίησητε-μα-χι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κόψιμο σε κομμάτια, κομμάτιασμα. Βλ. -ποίηση.
50098τεμαχισμόςτε-μα-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) τεμάχισμα (το): κοπή, χωρισμός σε κομμάτια: ~ του κρέατος (σε μερίδες). Πβ. κόψιμο.|| (μτφ.) ~ γης/οικοπέδου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου.|| ~ μιας χώρας σε μικρότερα κράτη. Πβ. διαμελ-, κατακερματ-ισμός, κατα~, κομμάτιασμα. [< μτγν. τεμαχισμός]
50099τεμαχιστήςτε-μα-χι-στής ουσ. (αρσ.) : ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την κοπή ή τον θρυμματισμό αντικειμένων: ~ κλαδιών (πβ. σπαστήρας· βλ. καταστροφέας)/ξύλου/οργανικών υλικών. Πβ. θραυστήρας.|| ~ές εγγράφων. [< αγγλ. chopper, shredder]
50100τεμαχιστικός, ή, ό τε-μα-χι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιείται για τον τεμαχισμό υλικών: ~ές: μηχανές.|| (συνήθ. ως ουσ.) Aυτόματη ~ή (ξύλου). [< γαλλ. tronçonneuse, 1920]
50101τέμαχοςτέ-μα-χος ουσ. (ουδ.) {τεμάχ-ους | -η, -ών}: ΓΕΩΛ. τμήμα γεωλογικού σχηματισμού, πλάκα: ηπειρωτικό/υπερκείμενο/υποκείμενο ~. Το άνω/κάτω ~ του ρήγματος. [< πβ. μτγν. τέμαχος ‘φέτα ψαριου σε άλμη, κομμάτι κρέατος’, αγγλ. block]
50102τεμενάςτε-με-νάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. τεμενάδες}: ανατολίτικος χαιρετισμός με υπόκλιση και άγγιγμα του δεξιού χεριού στο στήθος, το στόμα και το μέτωπο. Πβ. ρεβεράντζα. ● ΦΡ.: κάνω τεμενάδες (μτφ.-προφ.): δείχνω δουλικότητα συνήθ. προς τους ανωτέρους μου, συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. γλείφω, λιβανίζω., Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες! βλ. παράς [< τουρκ. temenna]
50103τέμενοςτέ-με-νος ουσ. (ουδ.) {τεμέν-ους | -η, -ών} 1. τζαμί: ισλαμικό/μουσουλμανικό ~. 2. ΑΡΧ. ιερός χώρος αφιερωμένος στη λατρεία θεού ή ήρωα· συνεκδ. ναός: ο βωμός του ~ους. Πβ. ιερό. ● ΦΡ.: τέμενος των Μουσών: ίδρυμα που επιτελεί σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό έργο: το Πανεπιστήμιο ως ~ ~. [< αρχ. τέμενος]
50104τέμνωτέ-μνω ρ. (μτβ.) {έτμη-σε, τμή-σει, (σπάν.) -θηκε, -θεί, τεμν-όμενος, (λόγ.) τετμημένος, τέμν-οντας} (λόγ.): μοιράζω σε κομμάτια, χωρίζω σε μέρη: Οικόπεδο που μπορεί να ~θεί σε μικρότερα τεμάχια. Πβ. κομματιάζω, τεμαχίζω.|| Το ρέμα ~ει το χωριό στα δύο. Πβ. διαιρώ, κόβω. Βλ. ανα~, κατα~, συν~.τέμνει 1. ΓΕΩΜ. έχει κοινά σημεία με, διέρχεται από: Ευθεία που ~ ένα επίπεδο. Γραμμές που ~ονται μεταξύ τους. Βλ. τετμημένη.|| Σιδηροδρομικές γραμμές ~ουν κάθετα την οδό ... 2. (μτφ.) αναφέρεται σε: Η συζήτηση ~ σημαντικά ζητήματα. Πβ. άπτεται.|| Ιστορίες που δεν ~ονται πουθενά (= είναι παράλληλες, δεν έχουν σχέση μεταξύ τους). ● βλ. τετμημένη [< 1: αρχ. τέμνω]
50105τέμνων, ουσα, ον τέ-μνων επίθ. {τέμν-οντος, -οντα | -οντες, -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που κόβει, δημιουργεί τομή: κακώσεις/τραυματισμός από ~ον όργανο (π.χ. μαχαίρι).|| (ΦΥΣ.) ~ουσα: δύναμη. ● Ουσ.: τέμνουσα (η) 1. ΓΕΩΜ. ευθεία ή επιφάνεια που τέμνει άλλη ευθεία, καμπύλη ή επίπεδο: η ~ του κύκλου. Βλ. παράλληλη (ευθεία). 2. ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση (σύμβ. τεμ, sec) που ισούται αριθμητικά με το αντίστροφο του συνημίτονου. Βλ. συνεφαπτομένη, συν~. [< γαλλ. sécante] [< μτχ. εν. του ρ. τέμνω]
50106τεμπέλατε-μπέ-λα ουσ. (θηλ.): αργόσχολη γυναίκα. ● ΦΡ.: της τεμπέλας: για εύκολη συνταγή: πίτα ~ ~ (= τεμπελόπιτα). Πβ. κασόπιτα. Γλυκά/φαγητό ~ ~.
50107τεμπέλης, α, ικο τε-μπέ-λης επίθ./ουσ.: 1. που αποφεύγει τη δουλειά, που σπαταλά άσκοπα τον χρόνο του. Πβ. ακαμάτης, ανεπρόκοπος, αργόσχολος, κηφήνας, οκνηρός, ρέμπελος, φυγόπονος. Βλ. αρχι~. ΑΝΤ. ακάματος (1), εργατικός (2), φίλεργος, φιλόπονος ● Υποκ.: τεμπελάκος (ο): ● Μεγεθ.: τεμπέλαρος (ο): Πβ. τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς. ΑΝΤ. δουλευταράς. 2. αξεσουάρ αυτοκινήτου ως αποθηκευτικός χώρος και ως ακουμπιστήρι. [< 1: τουρκ. tembel]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.