| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50108 | τεμπελιά | τε-μπε-λιά ουσ. (θηλ.): αποφυγή οποιασδήποτε δραστηριότητας ή κόπου, απροθυμία για δουλειά. Πβ. νωχέλεια, οκνηρία, ρεμπελιό, φυγοπονία. ΑΝΤ. εργατικότητα | |
| 50109 | τεμπελιάζω | τε-μπε-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τεμπέλια-σα, τεμπελιά-σει, τεμπελιάζ-οντας} 1. γίνομαι τεμπέλης, αργόσχολος· δεν κάνω τίποτα: Δεν δουλεύει, όλη μέρα κάθεται και ~ει. Πβ. αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω, κοπροσκυλιάζω, ρεμπελεύω, φυγοπονώ, χαζεύω, χασομερώ. 2. (κατ' επέκτ.) ξεκουράζομαι, χαλαρώνω: Θέλω μια μέρα να ~σω, να μην κάνω τίποτα! Πβ. αράζω. | |
| 50110 | τεμπέλιασμα | τε-μπέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): τεμπελιά, καθισιό: Άσε το ~, ώρα για δουλειά. Όλη μέρα ~ και χασομέρι. Πβ. αραλίκι, ρεμπελιό.|| ~ στο κρεβάτι (πβ. χουζούρι)/στην παραλία. Πβ. άραγμα, ραχάτι. | |
| 50111 | τεμπελίκι | τε-μπε-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τεμπέλιασμα, αραλίκι: ξάπλες και ~ (πβ. καθισιό, ρεμπελιό)! ~ και άγιος ο Θεός! Πβ. χασομέρι. Βλ. -ίκι. [< τουρκ. tembellik] | |
| 50112 | τεμπέλικος | , η, ο τε-μπέ-λι-κος επίθ.: που χαρακτηρίζει τον τεμπέλη: ~o: παιδί/σκυλί. Πβ. νωθρός.|| ~η: διάθεση/νοοτροπία/σκέψη. Πβ. νωχελικός, ράθυμος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: μάτι (= αμβλυωπία). ● επίρρ.: τεμπέλικα | |
| 50113 | τεμπελόπιτα | τε-μπε-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): πίτα της τεμπέλας, κασόπιτα. | |
| 50114 | τεμπελόσκυλο | τε-μπε-λό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): αργόσχολος, τεμπέλης. ΣΥΝ. κοπρίτης (1) | |
| 50115 | τεμπελχανάς | τε-μπελ-χα-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): μεγάλος τεμπέλης. [< τουρκ. tembelhane] | |
| 50116 | τεμπελχανείο | [τεμπελχανεῖο] τε-μπελ-χα-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.) 1. στέκι αργόσχολων· τεμπελχανάς ή παρέα χασομέρηδων. 2. (σπάν.) τεμπελιά, καθισιό, αραλίκι. | |
| 50117 | τέμπερα | τέ-μπε-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χρώμα ζωγραφικής που αραιώνεται με νερό· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική ή ο σχετικός πίνακας: υγρή ~. ~ αγιογραφίας (= αβγο~). Πινέλο κατάλληλο για ~. Πβ. γκουάς.|| Κουτί/σετ ~ες (: το σωληνάριο που τις περιέχει).|| Τοπίο, ~ σε μουσαμά/ξύλο/χαρτί. Βλ. ακουαρέλα, ξηρογραφία. [< ιταλ. tempera, γαλλ. ~] | |
| 50118 | τεμπεραμέντο | βλ. ταμπεραμέντο | |
| 50119 | τέμπλο | τέ-μπλο ουσ. (ουδ.): (στις ορθόδοξες εκκλησίες) εικονοστάσι που χωρίζει το Ιερό Βήμα από τον κυρίως ναό: βυζαντινό/επιχρυσωμένο/μαρμάρινο/ξύλινο/ξυλόγλυπτο/σκαλιστό ~. Οι εικόνες του ~ου. Επιστύλιο/θωράκιο ~ου. [< μεσν. τέμπλον < λατ. templum] | |
| 50120 | ΤΕΜΠΜΕ | (το): Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων. | |
| 50121 | τέμπο | τέ-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. ταχύτητα εκτέλεσης ενός κομματιού: αργό/βασικό/γρήγορο/επαναλαμβανόμενο/σταθερό ~. Αλλάζω το ~. Σε ήρεμο ~ (= τρανκουίλο). ΣΥΝ. ρυθμική αγωγή 2. (κατ' επέκτ.) ο ρυθμός, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κάτι: Τα παλαμάκια δίνουν το ~.|| Στο ίδιο ~ θα συνεχιστούν οι συνομιλίες. Βλ. κλίμα.|| Το δεύτερο ημίχρονο ξεκίνησε σε διαφορετικό ~. [< ιταλ. tempo] | |
| 50122 | τεμπούρα | τε-μπού-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στην ιαπωνική κουζίνα) θαλασσινά ή ψάρια και συνήθ. λαχανικά, παναρισμένα στο τηγάνι: ~ αστακού. Βλ. σούσι.|| (συχνά ως επίθ.) Γαρίδες/μύδια ~. Βλ. πανέ. [< γαλλ. tempura, 1909, αγγλ. ~, 1920] | |
| 50123 | τέναγος | τέ-να-γος ουσ. (ουδ.) {τενάγ-ους | -η, -ών} 1. ΓΕΩΛ. υγρότοπος με στάσιμα νερά: το ~ της λίμνης/του ποταμού. Πβ. έλος. ΣΥΝ. βάλτος (1) 2. (μτφ.-λόγ.) αδιέξοδο, τέλμα: βυθισμένος στο ~ της απελπισίας. [< αρχ. τέναγος] | |
| 50124 | τεναγώδης | , ης, ες τε-να-γώ-δης επίθ. {τεναγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που καλύπτεται ή περιβάλλεται από τενάγη, που μοιάζει με έλος: ~ης: έκταση/λίμνη. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. βαλτώδης, ελώδης, τελματώδης (2) [< μτγν. τεναγώδης] | |
| 50125 | τενεκεδένιος | , ια, ιο τε-νε-κε-δέ-νιος επίθ. & ντενεκεδένιος: που είναι φτιαγμένος από τενεκέ· ψεύτικος, φτηνός: ~ιος: κάδος/κουβάς. ~ια κουτιά από κονσέρβες. Βλ. τσίγκινος.|| (μτφ.-προφ.) ~ιος: ήχος (= κακής ποιότητας). ~ια: κοσμήματα (= φτηνιάρικα). Βλ. -ένιος. | |
| 50126 | τενεκεδούπολη | τε-νε-κε-δού-πο-λη ουσ. (θηλ.) & ντενεκεδούπολη: οικισμός με πρόχειρα κατασκευασμένες κατοικίες, όπου μένουν πολύ φτωχοί ή περιθωριοποιημένοι άνθρωποι. Πβ. φαβέλα. Βλ. -ούπολη. ΣΥΝ. παραγκούπολη [< γαλλ. bidonville, πριν από το 1950] | |
| 50127 | τενεκές | τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & ντενεκές (λαϊκό) 1. λευκοσίδηρος και (ιδ. συνεκδ.) το δοχείο από το υλικό αυτό ή η ποσότητα του προϊόντος που περιέχει: ένας ~ (με) λάδι/φέτα. Βλ. γκαζο~.|| (ειδικότ. σκουπιδοτενεκές:) Πέταξε τα φλούδια στον ~έ. Αδειάζω τον ~έ. 2. (κατ' επέκτ.) φτηνό μέταλλο: Aυτό δεν είναι βραχιόλι, είναι σκέτος ~! 3. (υβριστ.) τιποτένιος, άχρηστος, βλάκας. Πβ. σκερβελές, φελλός. Βλ. -ές. ● Υποκ.: τενεκεδάκι (το): αλουμινένιο/τσίγκινο ~. ~ αναψυκτικού/μπίρας (πβ. κουτάκι). ~ια κονσέρβας (= κονσερβοκούτια). ● ΦΡ.: τενεκές ξεγάνωτος βλ. ξεγάνωτος [< τουρκ. teneke] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ