Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50640-50660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50092τελώνηςτε-λώ-νης ουσ. (αρσ.) 1. προϊστάμενος σε τελωνείο. 2. φοροεισπράκτορας· κατ' επέκτ. άπληστος και σκληρός άνθρωπος κυρ. του διοικητικού μηχανισμού: (στην ΚΔ) η παραβολή του ~η.|| Οι ~ες της γραφειοκρατίας. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου: ΕΚΚΛΗΣ. η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. [< 1: αρχ. τελώνης 2: μεσν. ~]
50093τελώνιοτε-λώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τελώνι: ΛΑΟΓΡ. (σε λαϊκές δοξασίες) δαιμονικό ον με μεγάλη μεταμορφωτική δύναμη και πειραχτική διάθεση: τα ~α στους θρύλους/μύθους. Πβ. αερικό, δαιμόνιο, ξωτικό.|| (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα, πονηρό πνεύμα:) Το ~ του φθόνου. Τα ~α της ψυχής. Πβ. δαίμονας. [< μεσν. τελώνιον]
50095τεμαχίζωτε-μα-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τεμάχι-σε, τεμαχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τεμαχίζ-οντας} (λόγ.): κόβω ή χωρίζω σε κομμάτια: ~ το κρέας σε κύβους/μερίδες. ~ το λάχανο/τα μανιτάρια. ~σμένο: πτώμα (= διαμελισμένο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία του δίσκου. Πβ. σπάω.|| (μτφ.) Το έργο έχει ~στεί σε υποέργα. Η χώρα ~στηκε σε ανεξάρτητα κρατίδια (= κατακερματίστηκε). Πβ. κατα~, κομματιάζω. [< μτγν. τεμαχίζω]
50096τεμάχιοτε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} 1. (επίσ.) κομμάτι, μέρος συνόλου: τιμή/χρέωση ανά ~. Λιανική πώληση (ειδών) με το ~. Συσκευασία δύο ~ίων. Βλ. σετ.|| Αγροτικό ~ (= αγρο~). ~ γης (= γεω~). Πβ. τμήμα. Βλ. κληρο~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ιερού λειψάνου. 2. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθετημένη τυπογραφική ύλη. ● Υποκ.: τεμαχίδιο (το): στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. [< 1: αρχ. τεμάχιον]
50097τεμαχιοποίησητε-μα-χι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κόψιμο σε κομμάτια, κομμάτιασμα. Βλ. -ποίηση.
50098τεμαχισμόςτε-μα-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) τεμάχισμα (το): κοπή, χωρισμός σε κομμάτια: ~ του κρέατος (σε μερίδες). Πβ. κόψιμο.|| (μτφ.) ~ γης/οικοπέδου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου.|| ~ μιας χώρας σε μικρότερα κράτη. Πβ. διαμελ-, κατακερματ-ισμός, κατα~, κομμάτιασμα. [< μτγν. τεμαχισμός]
50099τεμαχιστήςτε-μα-χι-στής ουσ. (αρσ.) : ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την κοπή ή τον θρυμματισμό αντικειμένων: ~ κλαδιών (πβ. σπαστήρας· βλ. καταστροφέας)/ξύλου/οργανικών υλικών. Πβ. θραυστήρας.|| ~ές εγγράφων. [< αγγλ. chopper, shredder]
50100τεμαχιστικός, ή, ό τε-μα-χι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιείται για τον τεμαχισμό υλικών: ~ές: μηχανές.|| (συνήθ. ως ουσ.) Aυτόματη ~ή (ξύλου). [< γαλλ. tronçonneuse, 1920]
50101τέμαχοςτέ-μα-χος ουσ. (ουδ.) {τεμάχ-ους | -η, -ών}: ΓΕΩΛ. τμήμα γεωλογικού σχηματισμού, πλάκα: ηπειρωτικό/υπερκείμενο/υποκείμενο ~. Το άνω/κάτω ~ του ρήγματος. [< πβ. μτγν. τέμαχος ‘φέτα ψαριου σε άλμη, κομμάτι κρέατος’, αγγλ. block]
50102τεμενάςτε-με-νάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. τεμενάδες}: ανατολίτικος χαιρετισμός με υπόκλιση και άγγιγμα του δεξιού χεριού στο στήθος, το στόμα και το μέτωπο. Πβ. ρεβεράντζα. ● ΦΡ.: κάνω τεμενάδες (μτφ.-προφ.): δείχνω δουλικότητα συνήθ. προς τους ανωτέρους μου, συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. γλείφω, λιβανίζω., Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες! βλ. παράς [< τουρκ. temenna]
50103τέμενοςτέ-με-νος ουσ. (ουδ.) {τεμέν-ους | -η, -ών} 1. τζαμί: ισλαμικό/μουσουλμανικό ~. 2. ΑΡΧ. ιερός χώρος αφιερωμένος στη λατρεία θεού ή ήρωα· συνεκδ. ναός: ο βωμός του ~ους. Πβ. ιερό. ● ΦΡ.: τέμενος των Μουσών: ίδρυμα που επιτελεί σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό έργο: το Πανεπιστήμιο ως ~ ~. [< αρχ. τέμενος]
50104τέμνωτέ-μνω ρ. (μτβ.) {έτμη-σε, τμή-σει, (σπάν.) -θηκε, -θεί, τεμν-όμενος, (λόγ.) τετμημένος, τέμν-οντας} (λόγ.): μοιράζω σε κομμάτια, χωρίζω σε μέρη: Οικόπεδο που μπορεί να ~θεί σε μικρότερα τεμάχια. Πβ. κομματιάζω, τεμαχίζω.|| Το ρέμα ~ει το χωριό στα δύο. Πβ. διαιρώ, κόβω. Βλ. ανα~, κατα~, συν~.τέμνει 1. ΓΕΩΜ. έχει κοινά σημεία με, διέρχεται από: Ευθεία που ~ ένα επίπεδο. Γραμμές που ~ονται μεταξύ τους. Βλ. τετμημένη.|| Σιδηροδρομικές γραμμές ~ουν κάθετα την οδό ... 2. (μτφ.) αναφέρεται σε: Η συζήτηση ~ σημαντικά ζητήματα. Πβ. άπτεται.|| Ιστορίες που δεν ~ονται πουθενά (= είναι παράλληλες, δεν έχουν σχέση μεταξύ τους). ● βλ. τετμημένη [< 1: αρχ. τέμνω]
50105τέμνων, ουσα, ον τέ-μνων επίθ. {τέμν-οντος, -οντα | -οντες, -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που κόβει, δημιουργεί τομή: κακώσεις/τραυματισμός από ~ον όργανο (π.χ. μαχαίρι).|| (ΦΥΣ.) ~ουσα: δύναμη. ● Ουσ.: τέμνουσα (η) 1. ΓΕΩΜ. ευθεία ή επιφάνεια που τέμνει άλλη ευθεία, καμπύλη ή επίπεδο: η ~ του κύκλου. Βλ. παράλληλη (ευθεία). 2. ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση (σύμβ. τεμ, sec) που ισούται αριθμητικά με το αντίστροφο του συνημίτονου. Βλ. συνεφαπτομένη, συν~. [< γαλλ. sécante] [< μτχ. εν. του ρ. τέμνω]
50106τεμπέλατε-μπέ-λα ουσ. (θηλ.): αργόσχολη γυναίκα. ● ΦΡ.: της τεμπέλας: για εύκολη συνταγή: πίτα ~ ~ (= τεμπελόπιτα). Πβ. κασόπιτα. Γλυκά/φαγητό ~ ~.
50107τεμπέλης, α, ικο τε-μπέ-λης επίθ./ουσ.: 1. που αποφεύγει τη δουλειά, που σπαταλά άσκοπα τον χρόνο του. Πβ. ακαμάτης, ανεπρόκοπος, αργόσχολος, κηφήνας, οκνηρός, ρέμπελος, φυγόπονος. Βλ. αρχι~. ΑΝΤ. ακάματος (1), εργατικός (2), φίλεργος, φιλόπονος ● Υποκ.: τεμπελάκος (ο): ● Μεγεθ.: τεμπέλαρος (ο): Πβ. τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς. ΑΝΤ. δουλευταράς. 2. αξεσουάρ αυτοκινήτου ως αποθηκευτικός χώρος και ως ακουμπιστήρι. [< 1: τουρκ. tembel]
50108τεμπελιάτε-μπε-λιά ουσ. (θηλ.): αποφυγή οποιασδήποτε δραστηριότητας ή κόπου, απροθυμία για δουλειά. Πβ. νωχέλεια, οκνηρία, ρεμπελιό, φυγοπονία. ΑΝΤ. εργατικότητα
50109τεμπελιάζωτε-μπε-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τεμπέλια-σα, τεμπελιά-σει, τεμπελιάζ-οντας} 1. γίνομαι τεμπέλης, αργόσχολος· δεν κάνω τίποτα: Δεν δουλεύει, όλη μέρα κάθεται και ~ει. Πβ. αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω, κοπροσκυλιάζω, ρεμπελεύω, φυγοπονώ, χαζεύω, χασομερώ. 2. (κατ' επέκτ.) ξεκουράζομαι, χαλαρώνω: Θέλω μια μέρα να ~σω, να μην κάνω τίποτα! Πβ. αράζω.
50110τεμπέλιασματε-μπέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): τεμπελιά, καθισιό: Άσε το ~, ώρα για δουλειά. Όλη μέρα ~ και χασομέρι. Πβ. αραλίκι, ρεμπελιό.|| ~ στο κρεβάτι (πβ. χουζούρι)/στην παραλία. Πβ. άραγμα, ραχάτι.
50111τεμπελίκιτε-μπε-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τεμπέλιασμα, αραλίκι: ξάπλες και ~ (πβ. καθισιό, ρεμπελιό)! ~ και άγιος ο Θεός! Πβ. χασομέρι. Βλ. -ίκι. [< τουρκ. tembellik]
50112τεμπέλικος, η, ο τε-μπέ-λι-κος επίθ.: που χαρακτηρίζει τον τεμπέλη: ~o: παιδί/σκυλί. Πβ. νωθρός.|| ~η: διάθεση/νοοτροπία/σκέψη. Πβ. νωχελικός, ράθυμος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: μάτι (= αμβλυωπία). ● επίρρ.: τεμπέλικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.