| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50128 | τενέσιο | νι-χό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Ts, Z 117) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. tennessine, 2016 < αμερικ. Tennessee, Πολιτεία των Η.Π.Α.] | |
| 50129 | τένις | τέ-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα για δύο ή τέσσερις παίκτες που προσπαθούν να ρίξουν, διαδοχικά πάνω από το φιλέ στην περιοχή του αντιπάλου, μικρό μπαλάκι, χρησιμοποιώντας ρακέτα: αγώνας/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. πόντος, σερβίς, σετ, τάι-μπρέικ. ΣΥΝ. αντισφαίριση ● ΣΥΜΠΛ.: επιτραπέζια αντισφαίριση βλ. πινγκ πονγκ [< αγγλ. tennis, 1617, γαλλ. ~, 1880, αγγλ. court tennis, περ. 1890] | |
| 50130 | τενίστας, τενίστρια | τε-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής, αθλήτρια του τένις. ΣΥΝ. αντισφαιριστής, αντισφαιρίστρια ● ΣΥΜΠΛ.: αγκώνας των τενιστών βλ. αγκώνας [< ιταλ. tennista, 1905, tennist, 1932] | |
| 50131 | τενιστικός | , ή, ό τε-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το τένις: ~ός: αγώνας/όμιλος/μαραθώνιος. ~ή: οικογένεια/σεζόν. ~ά: παπούτσια/ρούχα. ~ές: διοργανώσεις. [< γαλλ. tennistique, 1922, ιταλ. tennistico, 1935] | |
| 50132 | τένοντας | τέ-νο-ντας ουσ. (αρσ.) {τενόντ-ων}: ΑΝΑΤ. δέσμη ινώδους ιστού που συνδέει τους μυς με τα οστά του σκελετού: ιγνυακός ~. Ο ~ του δικεφάλου/τετρακεφάλου. Αποκατάσταση/αποκόλληση/διάταση/κάκωση/παραμόρφωση/ρήξη/τράβηγμα/φλεγμονή ~α. Θλάση στον ~α. Οι (καμπτήρες) ~ες των δαχτύλων του χεριού. Διατομή νεύρων και ~ων. Βλ. σύνδεσμος. ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος τένοντας βλ. αχίλλειος [< αρχ. τένων, γαλλ.-αγγλ. tendon] | |
| 50133 | τενόντιος | , α, ο τε-νό-ντι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τους τένοντες: ~α: πρόσφυση. ~ο: αντανακλαστικό/έλυτρο. ~οι: υποδοχείς. Οι ~ες χορδές των μυών της αριστερής κοιλίας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: μόσχευμα. ~οι: τραυματισμοί. Ρήξη ~ου πετάλου. [< γαλλ. tendineux] | |
| 50134 | τενοντίτιδα | τε-νο-ντί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή τένοντα: οξεία ~. ~ καρπού/ώμου. Χρόνια ~ στο γόνατο/χέρι. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. tendinite, αγγλ. tendinitis] | |
| 50135 | τενόρο | τε-νό-ρο επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (για πνευστό όργανο) του οποίου ο ήχος είναι υψηλότερος από άλλα όργανα της ίδιας κατηγορίας: ~ φλάουτο. Σαξόφωνο/τρομπόνι ~. Βλ. άλτο, μπάσος, σοπράνο. [< ιταλ. tenoro, γαλλ. ténor] | |
| 50136 | τενόρος | τε-νό-ρος ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. τραγουδιστής του λυρικού θεάτρου με φωνή υψηλής έκτασης. Βλ. βαρύτονος, μπάσος, υψίφωνος. ΣΥΝ. οξύφωνος ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα τενόρος: του οποίου η φωνή είναι μια οκτάβα ψηλότερα από αυτή του τενόρου. [< ιταλ. contratenor] [< ιταλ. tenore] | |
| 50137 | τενς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Τ): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή η οποία διεγείρει τα νεύρα με ηλεκτρικό ρεύμα που η ίδια παράγει, προκειμένου να απαλύνει ή και να θεραπεύσει τον πόνο των ασθενών· η αντίστοιχη θεραπεία. Βλ. φυσικοθεραπεία. [< αγγλ. Transcutaneous Electrical Nerve Stimulation (ΤENS), 1980] | |
| 50138 | τέντα | τέ-ντα ουσ. (θηλ.) 1. σκληρό ή πλαστικοποιημένο ύφασμα που τυλίγεται σε οριζόντια μεταλλική δοκό, η οποία στερεώνεται στην οροφή και συνήθ. την κουπαστή μπαλκονιού και ξεδιπλώνεται, προστατεύοντας κυρ. από τον ήλιο· συνεκδ. τεντόπανο· γενικότ. κάθε κατασκευή με ύφασμα ή πλαστικό για σκίαση ή προστασία από τη βροχή: ~ με πλευρικούς οδηγούς/με σπαστούς βραχίονες. Τοποθέτηση ~ας. Ανεβάζω/ανοίγω/σηκώνω την ~.|| Σκίστηκε η ~ από τον αέρα.|| ~-πέργκολα για κάλυψη αιθρίου. ~ περιπτέρου. Οι ~ες των παραλιακών εστιατορίων. Βλ. σκίαστρο. 2. αντίσκηνο: Λύνω/στήνω την ~. Πβ. σκηνή. 3. (ως επίρρ., προφ.-εμφατ.) διάπλατα, ορθάνοιχτα: Άφησες ~ την μπαλκονόπορτα και μπήκαν κουνούπια. ● Υποκ.: τεντούλα (η): στις σημ. 1,2. [< μεσν. τέντα, ιταλ. tenda] | |
| 50139 | τεντάς | τε-ντάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που τοποθετεί και επισκευάζει τέντες και ορισμένα συστήματα σκίασης. | |
| 50140 | τεντζερέδια | τε-ντζε-ρέ-δια ουσ. (ουδ.) (τα) & τετζερέδια & (σπάν.) τζετζερέδια (λαϊκό): κατσαρολικά, κουζινικά. | |
| 50141 | τέντζερης | τέ-ντζε-ρης ουσ. (αρσ.) & τέτζερης & (σπάν.) τζέτζερης & τεντζερές & τετζερές (παλαιότ.-λαϊκό): χάλκινη κατσαρόλα, χύτρα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι (παροιμ.): για άτομα που σχετίζονται ή συγχρωτίζονται και έχουν πολλά κοινά, συνήθ. αρνητικά, στοιχεία. Βλ. τάλε κουάλε. ΣΥΝ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) [< τουρκ. tencere] | |
| 50142 | τεντιμπόης | τε-ντι-μπό-ης ουσ. (αρσ.): (παλαιότ., στις δεκαετίες '50 και '60) νεαρός, συνήθ. μέλος ομάδας, με εξεζητημένη εμφάνιση και προκλητική ή/και παραβατική συμπεριφορά· κατ' επέκτ. θρασύς νέος, ταραξίας, νταής. Βλ. γεγές. [< αγγλ. teddy boy, 1954] | |
| 50143 | τεντιμποϊσμός | τε-ντι-μπο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): η προκλητική και αντικοινωνική συμπεριφορά νεαρού τεντιμπόη· κατ' επέκτ. θρασύτητα, αλητεία. [< αγγλ. teddy-boyism, 1959] | |
| 50144 | τεντόπανο | τε-ντό-πα-νο ουσ. (ουδ.): χοντρό πανί για τέντες: αδιάβροχο/εμπριμέ ~. Βλ. -πανο. | |
| 50145 | τέντωμα | τέ-ντω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τεντώνω: ~ της αλυσίδας/του σχοινιού/του υφάσματος/της χορδής. Πβ. τάνυση, τεζάρισμα, τσίτωμα. Βλ. άπλωμα. ΑΝΤ. χαλάρωμα.|| ~ του σώματος (ΑΝΤ. κάμψη, λύγισμα). Αντανακλαστικό ~ των μυών (πβ. διάταση). Μετά τη γυμναστική, ένιωθε ένα ~ (= τράβηγμα) στα πόδια. Πβ. έκταση.|| (μτφ.) ~ των νεύρων (πβ. σπάσιμο). | |
| 50146 | τεντωμένος | , η, ο τε-ντω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει τεντωθεί: ~ος: ιμάντας. ~η: αλυσίδα/κλωστή/χορδή.|| ~ος: βραχίονας. ~α: χέρια (ΑΝΤ. λυγισμένα). Πβ. ίσιος.|| (μτφ.) Έχε τις κεραίες σου ~ες και τα μάτια σου ανοιχτά (: να είσαι σε εγρήγορση). 2. (μτφ.) σφιγμένος, τσιτωμένος: Είσαι πολύ ~ (: έχεις ένταση), πρέπει να χαλαρώσεις. Τα νεύρα της είναι πολύ ~α (= στην τσίτα). ● ΦΡ.: βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί | |
| 50147 | τεντώνω | τε-ντώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τέντω-σα, τεντώ-σει, -θηκα, -θεί, τεντών-οντας, τεντω-μένος} 1. τραβώ κάτι για να το ισιώσω, να το εκτείνω στο μέγιστο μήκος ή πλάτος του: ~ το ελατήριο/τη χορδή του τόξου. ~σε γερά το σύρμα. Το λάστιχο ~σε απότομα/υπερβολικά και έσπασε. Τράβηξε το καλώδιο να ~σει καλά. Πβ. τανύζω, τεζάρω. ΑΝΤ. λασκάρω.|| ~ το πανί/το σεντόνι/το τραπεζομάντιλο (πβ. στρώνω). Πβ. ξεδιπλώνω.|| (μτφ.) Ο θόρυβος του ~σε (= έσπασε, τσάκισε) τα νεύρα. Πβ. τσιτώνω. ΑΝΤ. χαλαρώνω (2) 2. (για μέλος του σώματος) απλώνω και κρατώ ίσιο, ορθώνω: ~ το κορμί/την πλάτη μου. ~ε και λύγιζε/μάζευε τα πόδια. Δεν μπορώ να ~σω το χέρι μου. ~σε καλά το γόνατό σου.|| Το πουλί ~σε (= άνοιξε) τα φτερά του και πέταξε.|| Ξύπνησε, χασμουρήθηκε και ~θηκε (βλ. κουλουριάζ-, μαζεύ-ομαι). ~θηκε στις μύτες των ποδιών (για να φτάσει το ράφι). ● Παθ.: τεντώνομαι: (μτφ.-ειρων.) καμαρώνω, κορδώνομαι. ● ΦΡ.: ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, απλώνω/τεντώνω την αρίδα/τις αρίδες μου βλ. αρίδα, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε βλ. τεζάρω, τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί βλ. σχοινί [< μεσν. τεντώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ