Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50660-50680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50113τεμπελόπιτατε-μπε-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): πίτα της τεμπέλας, κασόπιτα.
50114τεμπελόσκυλοτε-μπε-λό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): αργόσχολος, τεμπέλης. ΣΥΝ. κοπρίτης (1)
50115τεμπελχανάςτε-μπελ-χα-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): μεγάλος τεμπέλης. [< τουρκ. tembelhane]
50116τεμπελχανείο[τεμπελχανεῖο] τε-μπελ-χα-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.) 1. στέκι αργόσχολων· τεμπελχανάς ή παρέα χασομέρηδων. 2. (σπάν.) τεμπελιά, καθισιό, αραλίκι.
50117τέμπερατέ-μπε-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χρώμα ζωγραφικής που αραιώνεται με νερό· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική ή ο σχετικός πίνακας: υγρή ~. ~ αγιογραφίας (= αβγο~). Πινέλο κατάλληλο για ~. Πβ. γκουάς.|| Κουτί/σετ ~ες (: το σωληνάριο που τις περιέχει).|| Τοπίο, ~ σε μουσαμά/ξύλο/χαρτί. Βλ. ακουαρέλα, ξηρογραφία. [< ιταλ. tempera, γαλλ. ~]
50118τεμπεραμέντοβλ. ταμπεραμέντο
50119τέμπλοτέ-μπλο ουσ. (ουδ.): (στις ορθόδοξες εκκλησίες) εικονοστάσι που χωρίζει το Ιερό Βήμα από τον κυρίως ναό: βυζαντινό/επιχρυσωμένο/μαρμάρινο/ξύλινο/ξυλόγλυπτο/σκαλιστό ~. Οι εικόνες του ~ου. Επιστύλιο/θωράκιο ~ου. [< μεσν. τέμπλον < λατ. templum]
50120ΤΕΜΠΜΕ(το): Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων.
50121τέμποτέ-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. ταχύτητα εκτέλεσης ενός κομματιού: αργό/βασικό/γρήγορο/επαναλαμβανόμενο/σταθερό ~. Αλλάζω το ~. Σε ήρεμο ~ (= τρανκουίλο). ΣΥΝ. ρυθμική αγωγή 2. (κατ' επέκτ.) ο ρυθμός, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κάτι: Τα παλαμάκια δίνουν το ~.|| Στο ίδιο ~ θα συνεχιστούν οι συνομιλίες. Βλ. κλίμα.|| Το δεύτερο ημίχρονο ξεκίνησε σε διαφορετικό ~. [< ιταλ. tempo]
50122τεμπούρατε-μπού-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στην ιαπωνική κουζίνα) θαλασσινά ή ψάρια και συνήθ. λαχανικά, παναρισμένα στο τηγάνι: ~ αστακού. Βλ. σούσι.|| (συχνά ως επίθ.) Γαρίδες/μύδια ~. Βλ. πανέ. [< γαλλ. tempura, 1909, αγγλ. ~, 1920]
50123τέναγοςτέ-να-γος ουσ. (ουδ.) {τενάγ-ους | -η, -ών} 1. ΓΕΩΛ. υγρότοπος με στάσιμα νερά: το ~ της λίμνης/του ποταμού. Πβ. έλος. ΣΥΝ. βάλτος (1) 2. (μτφ.-λόγ.) αδιέξοδο, τέλμα: βυθισμένος στο ~ της απελπισίας. [< αρχ. τέναγος]
50124τεναγώδης, ης, ες τε-να-γώ-δης επίθ. {τεναγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που καλύπτεται ή περιβάλλεται από τενάγη, που μοιάζει με έλος: ~ης: έκταση/λίμνη. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. βαλτώδης, ελώδης, τελματώδης (2) [< μτγν. τεναγώδης]
50125τενεκεδένιος, ια, ιο τε-νε-κε-δέ-νιος επίθ. & ντενεκεδένιος: που είναι φτιαγμένος από τενεκέ· ψεύτικος, φτηνός: ~ιος: κάδος/κουβάς. ~ια κουτιά από κονσέρβες. Βλ. τσίγκινος.|| (μτφ.-προφ.) ~ιος: ήχος (= κακής ποιότητας). ~ια: κοσμήματα (= φτηνιάρικα). Βλ. -ένιος.
50126τενεκεδούπολητε-νε-κε-δού-πο-λη ουσ. (θηλ.) & ντενεκεδούπολη: οικισμός με πρόχειρα κατασκευασμένες κατοικίες, όπου μένουν πολύ φτωχοί ή περιθωριοποιημένοι άνθρωποι. Πβ. φαβέλα. Βλ. -ούπολη. ΣΥΝ. παραγκούπολη [< γαλλ. bidonville, πριν από το 1950]
50127τενεκέςτε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & ντενεκές (λαϊκό) 1. λευκοσίδηρος και (ιδ. συνεκδ.) το δοχείο από το υλικό αυτό ή η ποσότητα του προϊόντος που περιέχει: ένας ~ (με) λάδι/φέτα. Βλ. γκαζο~.|| (ειδικότ. σκουπιδοτενεκές:) Πέταξε τα φλούδια στον ~έ. Αδειάζω τον ~έ. 2. (κατ' επέκτ.) φτηνό μέταλλο: Aυτό δεν είναι βραχιόλι, είναι σκέτος ~! 3. (υβριστ.) τιποτένιος, άχρηστος, βλάκας. Πβ. σκερβελές, φελλός. Βλ. -ές. ● Υποκ.: τενεκεδάκι (το): αλουμινένιο/τσίγκινο ~. ~ αναψυκτικού/μπίρας (πβ. κουτάκι). ~ια κονσέρβας (= κονσερβοκούτια). ● ΦΡ.: τενεκές ξεγάνωτος βλ. ξεγάνωτος [< τουρκ. teneke]
50128τενέσιονι-χό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Ts, Z 117) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. tennessine, 2016 < αμερικ. Tennessee, Πολιτεία των Η.Π.Α.]
50129τένιςτέ-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα για δύο ή τέσσερις παίκτες που προσπαθούν να ρίξουν, διαδοχικά πάνω από το φιλέ στην περιοχή του αντιπάλου, μικρό μπαλάκι, χρησιμοποιώντας ρακέτα: αγώνας/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. πόντος, σερβίς, σετ, τάι-μπρέικ. ΣΥΝ. αντισφαίριση ● ΣΥΜΠΛ.: επιτραπέζια αντισφαίριση βλ. πινγκ πονγκ [< αγγλ. tennis, 1617, γαλλ. ~, 1880, αγγλ. court tennis, περ. 1890]
50130τενίστας, τενίστριατε-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής, αθλήτρια του τένις. ΣΥΝ. αντισφαιριστής, αντισφαιρίστρια ● ΣΥΜΠΛ.: αγκώνας των τενιστών βλ. αγκώνας [< ιταλ. tennista, 1905, tennist, 1932]
50131τενιστικός, ή, ό τε-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το τένις: ~ός: αγώνας/όμιλος/μαραθώνιος. ~ή: οικογένεια/σεζόν. ~ά: παπούτσια/ρούχα. ~ές: διοργανώσεις. [< γαλλ. tennistique, 1922, ιταλ. tennistico, 1935]
50132τένονταςτέ-νο-ντας ουσ. (αρσ.) {τενόντ-ων}: ΑΝΑΤ. δέσμη ινώδους ιστού που συνδέει τους μυς με τα οστά του σκελετού: ιγνυακός ~. Ο ~ του δικεφάλου/τετρακεφάλου. Αποκατάσταση/αποκόλληση/διάταση/κάκωση/παραμόρφωση/ρήξη/τράβηγμα/φλεγμονή ~α. Θλάση στον ~α. Οι (καμπτήρες) ~ες των δαχτύλων του χεριού. Διατομή νεύρων και ~ων. Βλ. σύνδεσμος. ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος τένοντας βλ. αχίλλειος [< αρχ. τένων, γαλλ.-αγγλ. tendon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.