Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50680-50700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50133τενόντιος, α, ο τε-νό-ντι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τους τένοντες: ~α: πρόσφυση. ~ο: αντανακλαστικό/έλυτρο. ~οι: υποδοχείς. Οι ~ες χορδές των μυών της αριστερής κοιλίας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: μόσχευμα. ~οι: τραυματισμοί. Ρήξη ~ου πετάλου. [< γαλλ. tendineux]
50134τενοντίτιδατε-νο-ντί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή τένοντα: οξεία ~. ~ καρπού/ώμου. Χρόνια ~ στο γόνατο/χέρι. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. tendinite, αγγλ. tendinitis]
50135τενόροτε-νό-ρο επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (για πνευστό όργανο) του οποίου ο ήχος είναι υψηλότερος από άλλα όργανα της ίδιας κατηγορίας: ~ φλάουτο. Σαξόφωνο/τρομπόνι ~. Βλ. άλτο, μπάσος, σοπράνο. [< ιταλ. tenoro, γαλλ. ténor]
50136τενόροςτε-νό-ρος ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. τραγουδιστής του λυρικού θεάτρου με φωνή υψηλής έκτασης. Βλ. βαρύτονος, μπάσος, υψίφωνος. ΣΥΝ. οξύφωνος ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα τενόρος: του οποίου η φωνή είναι μια οκτάβα ψηλότερα από αυτή του τενόρου. [< ιταλ. contratenor] [< ιταλ. tenore]
50137τενςουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Τ): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή η οποία διεγείρει τα νεύρα με ηλεκτρικό ρεύμα που η ίδια παράγει, προκειμένου να απαλύνει ή και να θεραπεύσει τον πόνο των ασθενών· η αντίστοιχη θεραπεία. Βλ. φυσικοθεραπεία. [< αγγλ. Transcutaneous Electrical Nerve Stimulation (ΤENS), 1980]
50138τέντατέ-ντα ουσ. (θηλ.) 1. σκληρό ή πλαστικοποιημένο ύφασμα που τυλίγεται σε οριζόντια μεταλλική δοκό, η οποία στερεώνεται στην οροφή και συνήθ. την κουπαστή μπαλκονιού και ξεδιπλώνεται, προστατεύοντας κυρ. από τον ήλιο· συνεκδ. τεντόπανο· γενικότ. κάθε κατασκευή με ύφασμα ή πλαστικό για σκίαση ή προστασία από τη βροχή: ~ με πλευρικούς οδηγούς/με σπαστούς βραχίονες. Τοποθέτηση ~ας. Ανεβάζω/ανοίγω/σηκώνω την ~.|| Σκίστηκε η ~ από τον αέρα.|| ~-πέργκολα για κάλυψη αιθρίου. ~ περιπτέρου. Οι ~ες των παραλιακών εστιατορίων. Βλ. σκίαστρο. 2. αντίσκηνο: Λύνω/στήνω την ~. Πβ. σκηνή. 3. (ως επίρρ., προφ.-εμφατ.) διάπλατα, ορθάνοιχτα: Άφησες ~ την μπαλκονόπορτα και μπήκαν κουνούπια. ● Υποκ.: τεντούλα (η): στις σημ. 1,2. [< μεσν. τέντα, ιταλ. tenda]
50139τεντάςτε-ντάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που τοποθετεί και επισκευάζει τέντες και ορισμένα συστήματα σκίασης.
50140τεντζερέδιατε-ντζε-ρέ-δια ουσ. (ουδ.) (τα) & τετζερέδια & (σπάν.) τζετζερέδια (λαϊκό): κατσαρολικά, κουζινικά.
50141τέντζερηςτέ-ντζε-ρης ουσ. (αρσ.) & τέτζερης & (σπάν.) τζέτζερης & τεντζερές & τετζερές (παλαιότ.-λαϊκό): χάλκινη κατσαρόλα, χύτρα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι (παροιμ.): για άτομα που σχετίζονται ή συγχρωτίζονται και έχουν πολλά κοινά, συνήθ. αρνητικά, στοιχεία. Βλ. τάλε κουάλε. ΣΥΝ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) [< τουρκ. tencere]
50142τεντιμπόηςτε-ντι-μπό-ης ουσ. (αρσ.): (παλαιότ., στις δεκαετίες '50 και '60) νεαρός, συνήθ. μέλος ομάδας, με εξεζητημένη εμφάνιση και προκλητική ή/και παραβατική συμπεριφορά· κατ' επέκτ. θρασύς νέος, ταραξίας, νταής. Βλ. γεγές. [< αγγλ. teddy boy, 1954]
50143τεντιμποϊσμόςτε-ντι-μπο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): η προκλητική και αντικοινωνική συμπεριφορά νεαρού τεντιμπόη· κατ' επέκτ. θρασύτητα, αλητεία. [< αγγλ. teddy-boyism, 1959]
50144τεντόπανοτε-ντό-πα-νο ουσ. (ουδ.): χοντρό πανί για τέντες: αδιάβροχο/εμπριμέ ~. Βλ. -πανο.
50145τέντωματέ-ντω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τεντώνω: ~ της αλυσίδας/του σχοινιού/του υφάσματος/της χορδής. Πβ. τάνυση, τεζάρισμα, τσίτωμα. Βλ. άπλωμα. ΑΝΤ. χαλάρωμα.|| ~ του σώματος (ΑΝΤ. κάμψη, λύγισμα). Αντανακλαστικό ~ των μυών (πβ. διάταση). Μετά τη γυμναστική, ένιωθε ένα ~ (= τράβηγμα) στα πόδια. Πβ. έκταση.|| (μτφ.) ~ των νεύρων (πβ. σπάσιμο).
50146τεντωμένος, η, ο τε-ντω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει τεντωθεί: ~ος: ιμάντας. ~η: αλυσίδα/κλωστή/χορδή.|| ~ος: βραχίονας. ~α: χέρια (ΑΝΤ. λυγισμένα). Πβ. ίσιος.|| (μτφ.) Έχε τις κεραίες σου ~ες και τα μάτια σου ανοιχτά (: να είσαι σε εγρήγορση). 2. (μτφ.) σφιγμένος, τσιτωμένος: Είσαι πολύ ~ (: έχεις ένταση), πρέπει να χαλαρώσεις. Τα νεύρα της είναι πολύ ~α (= στην τσίτα). ● ΦΡ.: βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί
50147τεντώνωτε-ντώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τέντω-σα, τεντώ-σει, -θηκα, -θεί, τεντών-οντας, τεντω-μένος} 1. τραβώ κάτι για να το ισιώσω, να το εκτείνω στο μέγιστο μήκος ή πλάτος του: ~ το ελατήριο/τη χορδή του τόξου. ~σε γερά το σύρμα. Το λάστιχο ~σε απότομα/υπερβολικά και έσπασε. Τράβηξε το καλώδιο να ~σει καλά. Πβ. τανύζω, τεζάρω. ΑΝΤ. λασκάρω.|| ~ το πανί/το σεντόνι/το τραπεζομάντιλο (πβ. στρώνω). Πβ. ξεδιπλώνω.|| (μτφ.) Ο θόρυβος του ~σε (= έσπασε, τσάκισε) τα νεύρα. Πβ. τσιτώνω. ΑΝΤ. χαλαρώνω (2) 2. (για μέλος του σώματος) απλώνω και κρατώ ίσιο, ορθώνω: ~ το κορμί/την πλάτη μου. ~ε και λύγιζε/μάζευε τα πόδια. Δεν μπορώ να ~σω το χέρι μου. ~σε καλά το γόνατό σου.|| Το πουλί ~σε (= άνοιξε) τα φτερά του και πέταξε.|| Ξύπνησε, χασμουρήθηκε και ~θηκε (βλ. κουλουριάζ-, μαζεύ-ομαι). ~θηκε στις μύτες των ποδιών (για να φτάσει το ράφι). ● Παθ.: τεντώνομαι: (μτφ.-ειρων.) καμαρώνω, κορδώνομαι. ● ΦΡ.: ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, απλώνω/τεντώνω την αρίδα/τις αρίδες μου βλ. αρίδα, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε βλ. τεζάρω, τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί βλ. σχοινί [< μεσν. τεντώνω]
50148τεντωτήραςτε-ντω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό έλασμα ή σούστα για το τέντωμα αλυσίδας τροχοφόρου: αυτόματος ~. ~ ιμάντα/καδένας. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. tendeur]
50150τεπόζιτοβλ. ντεπόζιτο
50151τερα-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης (σύμβ. Τ), που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά ένα τρισεκατομμύριο: ~βόλτ (: ένα τρισεκατομμύριο βολτ)/~μπάιτ. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, πικο-.
50152τερακότατε-ρα-κό-τα ουσ. (θηλ.): ψημένος πηλός που χρησιμοποιείται ως κεραμική ύλη· συνεκδ. οτιδήποτε κατασκευάζεται από το συγκεκριμένο υλικό ή έχει το χρώμα του: ειδώλιο από ~. Βλ. άργιλος.|| Συλλογή από ~ες της ελληνιστικής περιόδου.|| Πούδρα ~ (: σε μπρονζέ απόχρωση). [< ιταλ. terracotta]
50153τεραμπάιττε-ρα-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (σύμβ. TB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας μνήμης ίση με 1.024 γιγαμπάιτ. [< αγγλ. terabyte, 1984]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.