Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50680-50700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50148τεντωτήραςτε-ντω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό έλασμα ή σούστα για το τέντωμα αλυσίδας τροχοφόρου: αυτόματος ~. ~ ιμάντα/καδένας. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. tendeur]
50150τεπόζιτοβλ. ντεπόζιτο
50151τερα-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης (σύμβ. Τ), που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά ένα τρισεκατομμύριο: ~βόλτ (: ένα τρισεκατομμύριο βολτ)/~μπάιτ. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, πικο-.
50152τερακότατε-ρα-κό-τα ουσ. (θηλ.): ψημένος πηλός που χρησιμοποιείται ως κεραμική ύλη· συνεκδ. οτιδήποτε κατασκευάζεται από το συγκεκριμένο υλικό ή έχει το χρώμα του: ειδώλιο από ~. Βλ. άργιλος.|| Συλλογή από ~ες της ελληνιστικής περιόδου.|| Πούδρα ~ (: σε μπρονζέ απόχρωση). [< ιταλ. terracotta]
50153τεραμπάιττε-ρα-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (σύμβ. TB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας μνήμης ίση με 1.024 γιγαμπάιτ. [< αγγλ. terabyte, 1984]
50154τεράριουμτε-ρά-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τεράριο: κατασκευή, κυρ. από τζάμι ή πλεξιγκλάς, με ειδικές συνθήκες θερμοκρασίας, υγρασίας και φωτισμού, για τον περιορισμό, τη συντήρηση ή/και την παρατήρηση ερπετών, αμφίβιων και αρθρόποδων: ~ για ιγκουάνα/ταραντούλες/φίδια. Βλ. γυάλα, ενυδρείο, κλουβί. [< γαλλ. terrarium]
50155τέραςτέ-ρας ουσ. (ουδ.) {τέρ-ατος | -ατα, -άτων} 1. φανταστικό, αποτρόπαιο ον· γενικότ. άγριο ή/και τεράστιο ζώο, θηρίο: ανθρωποφάγο/δικέφαλο/εξωγήινο/θαλάσσιο/θρυλικό/μυθικό/φοβερό/φρικτό ~. Γιγάντια/προϊστορικά/τρομακτικά ~ατα. ~ατα της μυθολογίας (βλ. δράκος, λάμια, μέδουσα, χίμαιρα). Βλ. στοιχειό.|| (ΘΕΟΛ.) Το ~ της Αποκάλυψης. 2. ζωντανός οργανισμός με ανώμαλη διάπλαση· κατ' επέκτ. πολύ άσχημος, δύσμορφος άνθρωπος ή ακαλαίσθητο, χονδροειδές κατασκεύασμα: γέννηση ~άτων λόγω πυρηνικού ατυχήματος (βλ. τερατογένεση).|| (μτφ.) Έχει γίνει ~ από τις πλαστικές. Πβ. κουασιμόδος.|| Πόλη-~. Χάλασαν το πάρκο για να χτίσουν ένα τσιμεντένιο ~. Πβ. έκτρωμα, εξάμβλωμα, τερατούργημα. 3. (μτφ.-εμφατ.) μεγαλόσωμος άνθρωπος: Κάνει βάρη, έχει γίνει σωστό ~. Πβ. γομάρι. 4. (μτφ.-εμφατ.) αυτός που κατέχει μια ιδιότητα σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό: ~ αντοχής/γνώσεων/εξυπνάδας (πβ. σαΐνι)/ευφυΐας/μνήμης/μορφώσεως/υπομονής/ψυχραιμίας. 5. (μτφ.-εμφατ.) κακό ή διεστραμμένο άτομο· άτακτο παιδί: Είναι ένα ~! Πβ. κτηνάνθρωπος, κτήνος.|| (προφ.) Τι γελάς, βρε ~;|| Ο μικρός είναι ~, σκέτο διαβολάκι. 6. (μτφ.-εμφατ.) οτιδήποτε θεωρείται απειλητικό, ανεξέλεγκτο λόγω του μεγέθους του ή μη πραγματικό, φανταστικό: το ~ της ανεργίας/της παραοικονομίας. Το αδηφάγο ~ της γραφειοκρατίας.|| Το ~ της ζήλιας.|| Βλέπει παντού/φαντάζεται ~ατα. ● Υποκ.: τερατάκι (το): κυρ. στις σημ. 1,5. ● ΣΥΜΠΛ.: ιερά τέρατα (μτφ.): διάσημες προσωπικότητες με ταλέντο και ακτινοβολία: τα ~ ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. Κατατάσσεται ανάμεσα στα ~ ~ της εποχής του. Πβ. γίγαντας. [< γαλλ. monstres sacrés, 1940] , τέρας ασχήμιας (μτφ.-εμφατ.): πολύ άσχημος άνθρωπος., ανθρωπόμορφο τέρας/κτήνος βλ. ανθρωπόμορφος, λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης βλ. φύση, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: αποφώλιον τέρας βλ. αποφώλιον, σημεία και τέρατα βλ. σημείο [< αρχ. τέρας, γαλλ. monstre]
50156τεράστιος, α, ο τε-ρά-στι-ος επίθ.: πάρα πολύ μεγάλος, πελώριος, υπερβολικός· κατ' επέκτ. εξαιρετικά σημαντικός: ~ος: όγκος (πληροφοριών)/χώρος. ~α: αίθουσα. Πβ. γιγάντιος.|| (μτφ.) ~ος: κίνδυνος (= μέγιστος). ~α: αγάπη/αδυναμία/ανισότητα/απάτη/απώλεια/δύναμη (= υπερφυσική)/δυστυχία/επίδραση/επιτυχία/ευθύνη/ευκαιρία/θλίψη/καταστροφή/μοναξιά/νίκη/προσπάθεια (= κολοσσιαία, τιτάνια, υπεράνθρωπη)/πρόοδος/προσφορά (= ανεκτίμητη). ~ο: κέρδος/χρέος/ψέμα (= τερατώδες). ~ες: διαφορές/δυνατότητες/ποσότητες/συνέπειες (= ανυπολόγιστες, απροσμέτρητες). ~α: ποσά (= αστρονομικά, εξωφρενικά, ιλιγγιώδη). Η ~α αξία της μόρφωσης. ● επίρρ.: τεράστια & (λόγ.) -ίως ● ΦΡ.: τεραστίων διαστάσεων (εμφατ.): πάρα πολύ μεγάλος: κτίριο ~ ~ (: εντυπωσιακά μεγάλο). Πυρκαγιά ~ ~.|| Γκάφα/σκάνδαλο ~ ~. [< μτγν. τεράστιος ‘τερατόμορφος, υπερφυσικός’]
50157τερατο- & τερατό- & τερατ-α' συνθετικό που αναφέρεται σε 1. δυσμορφία, ανώμαλη ανάπτυξη: τερατό-μορφος.|| (ΙΑΤΡ.) Τερατο-γένεση. 2. χονδροειδές κατασκεύασμα, κακοτέχνημα: τερατ-ούργημα. 3. αφήγηση εξωπραγματικών, απίστευτων ή/και ψευδών ιστοριών, αβάσιμων σεναρίων: τερατο-λογίες (βλ. ψευδο-). Βλ. δαιμονο-.
50158τερατογένεσητε-ρα-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τερατογονία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανώμαλη εμβρυϊκή ανάπτυξη που οδηγεί σε σοβαρές παραμορφώσεις και δυσλειτουργίες: ~έσεις από ουράνιο/ρίψη πυρηνικών (βλ. καρκινογένεση). Βλ. δυσμορφία, εμβρυοπάθεια, θαλιδομίδη, μεταλλαξιογένεση, τερατομορφία.|| (μτφ.) Πολιτική ~. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. tératogenèse, αγγλ. teratogenesis]
50159τερατογόνος, ος, ο τε-ρα-το-γό-νος επίθ.: που προκαλεί τερατογένεση: ~ος: δράση (ενός φαρμάκου). Καρκινογόνοι και ~οι παράγοντες. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: τερατογόνο (το): ενν. φάρμακο, σκεύασμα ή ουσία: χημικά ~α. [< μτγν. τερατογόνος, γαλλ. tératogène, 1904, αγγλ. teratogenic]
50160τερατοειδής, ής, ές τε-ρα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τέρας· κατ' επέκτ. αποκρουστικός: ~ή: όντα/πλάσματα. Πβ. τερατόμορφος.|| ~ές: κατασκεύασμα (= εκτρωματικό). Πβ. τερατώδης. Βλ. -ειδής. [< μεσν. τερατοειδής, αγγλ. teratoid]
50161τερατολογίατε-ρα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) τερατολόγημα (το): διήγηση απίστευτων, υπερφυσικών πραγμάτων· συνηθέστ. διατύπωση ακραίων, αδιανόητων ή ψευδών σεναρίων, μεγάλο ψέμα: θρύλοι/μεταφυσικές θεωρίες και ~ες. Πβ. παραδοξολογία.|| Εικασίες στα όρια της ~ας. ~ες περί αόρατης απειλής (= κινδυνολογίες)/επερχόμενης καταστροφής (= καταστροφολογίες)/συνωμοσίας (= συνωμοσιολογίες).|| Όσα γράφει/λέει είναι ~ες, ασύστολα ψεύδη (= ψευδολογίες). 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (κ. με κεφαλ. Τ) κλάδος που μελετά τις τερατογενέσεις: Τοξικολογία-~. Πειραματική Εμβρυολογία και ~. Βλ. -λογία. [< 1: αρχ. τερατολογία 2: γαλλ. tératologie, αγγλ. teratology]
50162τερατολογικός, ή, ό τε-ρα-το-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την παραδοξολογία, την υπερβολή ή την ψευδολογία: ~ές: αφηγήσεις.|| ~ές: απόψεις (: ακραίες). ~ά: σενάρια. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αφορά τον κλάδο της τερατολογίας: ~ές: μελέτες. [< γαλλ. tératologique , αγγλ. teratological]
50163τερατολόγοςτε-ρα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που συνηθίζει να λέει υπερβολές ή τερατώδη ψέματα. Πβ. παραδοξολόγος. [< αρχ. τερατολόγος, γαλλ. tératologue , αγγλ. teratologist]
50164τερατολογώ[τερατολογῶ] τε-ρα-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {-εί ...} (λόγ.): λέω τερατολογίες: ~ούν ασύστολα και συκοφαντούν τους πάντες. Βλ. -λογώ. [< αρχ. τερατολογῶ]
50165τερατομορφίατε-ρα-το-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): παραμόρφωση που οφείλεται σε γενετική ανωμαλία· κατ' επέκτ. δυσμορφία, ασχήμια. Βλ. -μορφία, τερατογένεση.
50166τερατόμορφος, η, ο τε-ρα-τό-μορ-φος επίθ.: που μοιάζει με τέρας· κατ' επέκτ. πολύ άσχημος, αποκρουστικός: πλάσματα με ~η όψη.|| ~ο: κατασκεύασμα. Πβ. εκτρωματικός, τερατοειδής, τερατώδης. Βλ. -μορφος. [< μτγν. τερατόμορφος]
50167τερατούργηματε-ρα-τούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.): ακαλαίσθητο, κακότεχνο κατασκεύασμα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μη αποδεκτό, άθλιο, ανήθικο: τσιμεντένιο ~. Αρχιτεκτονικά/οικοδομικά ~ατα. Κτίρια/πολυκατοικίες-~ατα. Πβ. έκτρωμα, εξάμβλωμα.|| Νομικό/νομοθετικό ~. Όσα γράφονται είναι ~ατα (= τερατολογίες). Έχουν διαπράξει ~ατα (= ανοσιουργήματα, τέρατα, τερατουργίες). Βλ. -ούργημα. [< πβ. μτγν. τερατούργημα ‘θαύμα’]
50168τερατουργίατε-ρα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άθλια, ανήθικη, αποτρόπαια πράξη. [< μτγν. τερατουργία ‘επιτέλεση αξιοθαύμαστων πραγμάτων’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.