Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50700-50720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50169τερατώδης, ης, ες τε-ρα-τώ-δης επίθ. {τερατώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που ξεπερνά κάθε όριο· αδιανόητος, άθλιος, φρικτός: ~εις: ανακρίβειες/αντιφάσεις. ~η: ψέματα. Το θέμα έχει πάρει ~εις (= απίστευτες, τεράστιες, τρομερές) διαστάσεις.|| ~ες: έγκλημα. Πβ. αποτρόπαιος, κτηνώδης, φρικαλέος. 2. υπερφυσικός ή αποκρουστικός, άσχημος: ~ες: ον (= τερατοειδές, τερατόμορφο). Πλάσμα με ~η όψη.|| ~ες: κατασκεύασμα (= εκτρωματικό, κακότεχνο). Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: τερατωδώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. monstrueux 2: αρχ. τερατώδης]
50170τερατωδίατε-ρα-τω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αθλιότητα, οτιδήποτε προκαλεί αποστροφή ή φρίκη: ηθική ~. Η ~ του πολέμου (πβ. θηρι-, κτην-ωδία). Πολιτικές ~ες (= αχρειότητες).|| Διακωμώδηση που φτάνει ως την ~ (βλ. γκροτέσκο). [< πβ. μτγν. τερατωδία ‘το να είναι κάτι αξιοθαύμαστο στην όψη’]
50171τεράτωματε-ρά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {τερατώμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. όγκος κυρ. των γονάδων, που δημιουργείται από πολλούς διαφορετικούς ιστούς: άωρο/κακόηθες/καλόηθες (βλ. δερμοειδής κύστη) ~. ~ του όρχεως (βλ. σεμίνωμα). Ώριμο κυστικό ~ ωοθήκης. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. tératome , αγγλ. teratoma]
50172τέρβιοτέρ-βι-ο ουσ. (ουδ.) {τερβί-ου}: ΧΗΜ. μαλακό μέταλλο της ομάδας των λανθανίδων (σύμβ. Tb, Ζ 65): οξείδια του ~ου. [< νεολατ. terbium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö]
50173τερεβινθέλαιοτε-ρε-βιν-θέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. νέφτι. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. essence de térébinthine]
50174τερεβινθίνητε-ρε-βιν-θί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φυσικός διαλύτης που λαμβάνεται από την απόσταξη της ρητίνης της τερεβίνθου και άλλων κωνοφόρων. Βλ. -ίνη, κολοφώνιο. ΣΥΝ. τρεμεντίνα [< μτγν. τερεβινθίνη, γαλλ. térébenthine, αγγλ. terebinthine]
50175τερέβινθοςτε-ρέ-βιν-θος ουσ. (θηλ.) {τερεβίνθ-ου}: ΒΟΤ. κωνοφόρο δέντρο με μικρούς καρπούς (επιστ. ονομασ. Pistacia terebinthus), από τη ρητίνη του οποίου λαμβάνεται η τερεβινθίνη: ρετσίνι ~ου. ΣΥΝ. τρεμιθιά, τσικουδιά (2) [< μτγν. τερέβινθος, γαλλ. térébinthe, αγγλ. terebinth]
50176τερέντε-ρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αγωνιστικός χώρος, συνήθ. τένις, βόλεϊ, μπάσκετ ή ποδοσφαίρου· πίστα οδήγησης: βαρύ (= πολύ λασπωμένο)/γλιστερό/πλαστικό/σκληρό/συνθετικό ~ (βλ. τάπητας). Επιστροφή/κυριαρχία του αθλητή στα ~. Βλ. καναβάτσο, παρκέ, ταπί2.|| Ασφάλτινο/κακοτράχαλο/ολισθηρό/χωμάτινο ~. Βλ. διαδρομή. 2. (μτφ.) πεδίο δράσης, αρένα: Μπήκε νωρίς στο πολιτικό ~. Πβ. κονίστρα, παλαίστρα, στίβος. [< γαλλ. terrain]
49838Τερέν

τα-τά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στις πολεμικές τέχνες) ειδικό στρώμα προπόνησης ή αγώνα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος αγωνιστικός χώρος: Μετά από λαβή του αντιπάλου βρέθηκε με την πλάτη στο ~. Βλ. τάπητας, ταπί2.|| Έμεινε εκτός ~. Βλ. παρκέ, ταρτάν, τερέν. [< γαλλ. tatami, 1904]

50177τερερέμβλ. τεριρέμ
50178τερετίζειτε-ρε-τί-ζει ρ. (μτβ.) {τερέτι-σε, τερετί-σει} (λόγ.): (συνήθ. για πουλιά ή τζιτζίκια) κελαηδά, τιτιβίζει. ● τερετίζω: (μτφ., για ανθρώπους) σιγοτραγουδώ, σιγομουρμουρίζω τραγούδι: ~ει γνωστές μελωδίες. [< αρχ. τερετίζω, λ. ηχομιμητ.]
50179τερέτισματε-ρέ-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {τερετίσμ-ατα} & (σπάν.) τερετισμός (ο) (λόγ.) 1. κελάηδημα: το μελωδικό/σιγανό ~ των πουλιών. Πβ. τρίλια1.|| (μτφ.) Τα χαρούμενα ~ατα των παιδιών. ΣΥΝ. τιτίβισμα (1) 2. χαρακτηριστικός ήχος, κυρ. εντόμου: το ~ των γρύλων/του τζίτζικα. 3. (κατ' επέκτ.) ήχος σειρήνας ή πολυβόλου. [< αρχ. τερέτισμα]
50180τερεφθαλικός, ή, ό τε-ρε-φθα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το τερεφθαλικό οξύ: ~ός: εστέρας. ~ό: πολυαιθυλένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: τερεφθαλικό οξύ: οξύ (σύμβ. C8H6O4) που είναι ισομερές με το φθαλικό και χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή πολυεστερικών ινών. [< γαλλ. téréphtalique, αγγλ. terephthalic]
50181τερηδόνατε-ρη-δό-να ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση των δοντιών από τη δράση βακτηρίων που καταστρέφουν σταδιακά την αδαμαντίνη και την οδοντίνη, προκαλώντας νέκρωση του πολφού: δευτερογενής/οδοντική ~. ~ της ρίζας. Προστασία κατά της ~ας. Βλ. οδοντική πλάκα, ουλίτιδα. [< αρχ. τερηδών ‘σαράκι του ξύλου, διαβρωτική πάθηση των οστών’]
50182τερηδονισμόςτε-ρη-δο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διάβρωση δοντιού εξαιτίας τερηδόνας. Βλ. -ισμός.
50183τεριγιάκιτε-ρι-γιά-κι ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) τεριάκι: ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνική μαρινάτα για κρέας, ψάρι ή θαλασσινά από σάλτσα σόγιας, πιπερόριζα, σκόρδο, ζάχαρη, γλυκό κρασί και λάδι: σος ~.|| (ως επίθ.) Κοτόπουλο/μοσχάρι/σολομός ~ (με νουντλς/ρύζι). [< αγγλ. teriyaki, 1962, γαλλ. ~, 1976]
50184τεριέτε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΖΩΟΛ. ράτσα κυνηγετικών κυρ. σκυλιών βρετανικής προέλευσης: σκωτσέζικο ~. Κανίς-~. Βλ. μπουλ-~, φοξ-~. [< γαλλ. terrier]
50185τεριλέντε-ρι-λέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : συνθετική ίνα από πολυεστέρα· κατ' επέκτ. ύφασμα από τη συγκεκριμένη ύλη: κουστούμι από ~. Βλ. νάιλον, τρεβίρα.|| (ως επίθ.) ~ παντελόνι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Terylene, 1947]
50186τερίνατε-ρί-να ουσ. (θηλ.) & τερίν: πυρίμαχο, συνήθ. πήλινο, μακρόστενο σκεύος με καπάκι, που χρησιμοποιείται κυρ. για πατέ και συνεκδ. οτιδήποτε ψήνεται σε αυτό: φουά-γκρα σε ~. Bλ. γάστρα.|| ~ κοτόπουλου/σολομού/ψαριού.|| ~ σοκολάτας. [< γαλλ. terrine]
50187τεριρέμτε-ρι-ρέμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τερερέμ: ΜΟΥΣ. παράταση της ψαλμωδίας σε αργά εκκλησιαστικά μέλη, με επανάληψη της λέξης "τεριρέμ", η οποία δεν έχει συγκεκριμένη σημασία. Πβ. κράτημα. [< λ. ηχομιμητ.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.