| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50169 | τερατώδης | , ης, ες τε-ρα-τώ-δης επίθ. {τερατώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που ξεπερνά κάθε όριο· αδιανόητος, άθλιος, φρικτός: ~εις: ανακρίβειες/αντιφάσεις. ~η: ψέματα. Το θέμα έχει πάρει ~εις (= απίστευτες, τεράστιες, τρομερές) διαστάσεις.|| ~ες: έγκλημα. Πβ. αποτρόπαιος, κτηνώδης, φρικαλέος. 2. υπερφυσικός ή αποκρουστικός, άσχημος: ~ες: ον (= τερατοειδές, τερατόμορφο). Πλάσμα με ~η όψη.|| ~ες: κατασκεύασμα (= εκτρωματικό, κακότεχνο). Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: τερατωδώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. monstrueux 2: αρχ. τερατώδης] | |
| 50170 | τερατωδία | τε-ρα-τω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αθλιότητα, οτιδήποτε προκαλεί αποστροφή ή φρίκη: ηθική ~. Η ~ του πολέμου (πβ. θηρι-, κτην-ωδία). Πολιτικές ~ες (= αχρειότητες).|| Διακωμώδηση που φτάνει ως την ~ (βλ. γκροτέσκο). [< πβ. μτγν. τερατωδία ‘το να είναι κάτι αξιοθαύμαστο στην όψη’] | |
| 50171 | τεράτωμα | τε-ρά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {τερατώμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. όγκος κυρ. των γονάδων, που δημιουργείται από πολλούς διαφορετικούς ιστούς: άωρο/κακόηθες/καλόηθες (βλ. δερμοειδής κύστη) ~. ~ του όρχεως (βλ. σεμίνωμα). Ώριμο κυστικό ~ ωοθήκης. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. tératome , αγγλ. teratoma] | |
| 50172 | τέρβιο | τέρ-βι-ο ουσ. (ουδ.) {τερβί-ου}: ΧΗΜ. μαλακό μέταλλο της ομάδας των λανθανίδων (σύμβ. Tb, Ζ 65): οξείδια του ~ου. [< νεολατ. terbium < Ytterby, χωριό στο σουηδικό νησάκι Resarö] | |
| 50173 | τερεβινθέλαιο | τε-ρε-βιν-θέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. νέφτι. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. essence de térébinthine] | |
| 50174 | τερεβινθίνη | τε-ρε-βιν-θί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φυσικός διαλύτης που λαμβάνεται από την απόσταξη της ρητίνης της τερεβίνθου και άλλων κωνοφόρων. Βλ. -ίνη, κολοφώνιο. ΣΥΝ. τρεμεντίνα [< μτγν. τερεβινθίνη, γαλλ. térébenthine, αγγλ. terebinthine] | |
| 50175 | τερέβινθος | τε-ρέ-βιν-θος ουσ. (θηλ.) {τερεβίνθ-ου}: ΒΟΤ. κωνοφόρο δέντρο με μικρούς καρπούς (επιστ. ονομασ. Pistacia terebinthus), από τη ρητίνη του οποίου λαμβάνεται η τερεβινθίνη: ρετσίνι ~ου. ΣΥΝ. τρεμιθιά, τσικουδιά (2) [< μτγν. τερέβινθος, γαλλ. térébinthe, αγγλ. terebinth] | |
| 50176 | τερέν | τε-ρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αγωνιστικός χώρος, συνήθ. τένις, βόλεϊ, μπάσκετ ή ποδοσφαίρου· πίστα οδήγησης: βαρύ (= πολύ λασπωμένο)/γλιστερό/πλαστικό/σκληρό/συνθετικό ~ (βλ. τάπητας). Επιστροφή/κυριαρχία του αθλητή στα ~. Βλ. καναβάτσο, παρκέ, ταπί2.|| Ασφάλτινο/κακοτράχαλο/ολισθηρό/χωμάτινο ~. Βλ. διαδρομή. 2. (μτφ.) πεδίο δράσης, αρένα: Μπήκε νωρίς στο πολιτικό ~. Πβ. κονίστρα, παλαίστρα, στίβος. [< γαλλ. terrain] | |
| 49838 | Τερέν | τα-τά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στις πολεμικές τέχνες) ειδικό στρώμα προπόνησης ή αγώνα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος αγωνιστικός χώρος: Μετά από λαβή του αντιπάλου βρέθηκε με την πλάτη στο ~. Βλ. τάπητας, ταπί2.|| Έμεινε εκτός ~. Βλ. παρκέ, ταρτάν, τερέν. [< γαλλ. tatami, 1904] | |
| 50177 | τερερέμ | βλ. τεριρέμ | |
| 50178 | τερετίζει | τε-ρε-τί-ζει ρ. (μτβ.) {τερέτι-σε, τερετί-σει} (λόγ.): (συνήθ. για πουλιά ή τζιτζίκια) κελαηδά, τιτιβίζει. ● τερετίζω: (μτφ., για ανθρώπους) σιγοτραγουδώ, σιγομουρμουρίζω τραγούδι: ~ει γνωστές μελωδίες. [< αρχ. τερετίζω, λ. ηχομιμητ.] | |
| 50179 | τερέτισμα | τε-ρέ-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {τερετίσμ-ατα} & (σπάν.) τερετισμός (ο) (λόγ.) 1. κελάηδημα: το μελωδικό/σιγανό ~ των πουλιών. Πβ. τρίλια1.|| (μτφ.) Τα χαρούμενα ~ατα των παιδιών. ΣΥΝ. τιτίβισμα (1) 2. χαρακτηριστικός ήχος, κυρ. εντόμου: το ~ των γρύλων/του τζίτζικα. 3. (κατ' επέκτ.) ήχος σειρήνας ή πολυβόλου. [< αρχ. τερέτισμα] | |
| 50180 | τερεφθαλικός | , ή, ό τε-ρε-φθα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το τερεφθαλικό οξύ: ~ός: εστέρας. ~ό: πολυαιθυλένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: τερεφθαλικό οξύ: οξύ (σύμβ. C8H6O4) που είναι ισομερές με το φθαλικό και χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή πολυεστερικών ινών. [< γαλλ. téréphtalique, αγγλ. terephthalic] | |
| 50181 | τερηδόνα | τε-ρη-δό-να ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση των δοντιών από τη δράση βακτηρίων που καταστρέφουν σταδιακά την αδαμαντίνη και την οδοντίνη, προκαλώντας νέκρωση του πολφού: δευτερογενής/οδοντική ~. ~ της ρίζας. Προστασία κατά της ~ας. Βλ. οδοντική πλάκα, ουλίτιδα. [< αρχ. τερηδών ‘σαράκι του ξύλου, διαβρωτική πάθηση των οστών’] | |
| 50182 | τερηδονισμός | τε-ρη-δο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διάβρωση δοντιού εξαιτίας τερηδόνας. Βλ. -ισμός. | |
| 50183 | τεριγιάκι | τε-ρι-γιά-κι ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) τεριάκι: ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνική μαρινάτα για κρέας, ψάρι ή θαλασσινά από σάλτσα σόγιας, πιπερόριζα, σκόρδο, ζάχαρη, γλυκό κρασί και λάδι: σος ~.|| (ως επίθ.) Κοτόπουλο/μοσχάρι/σολομός ~ (με νουντλς/ρύζι). [< αγγλ. teriyaki, 1962, γαλλ. ~, 1976] | |
| 50184 | τεριέ | τε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΖΩΟΛ. ράτσα κυνηγετικών κυρ. σκυλιών βρετανικής προέλευσης: σκωτσέζικο ~. Κανίς-~. Βλ. μπουλ-~, φοξ-~. [< γαλλ. terrier] | |
| 50185 | τεριλέν | τε-ρι-λέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : συνθετική ίνα από πολυεστέρα· κατ' επέκτ. ύφασμα από τη συγκεκριμένη ύλη: κουστούμι από ~. Βλ. νάιλον, τρεβίρα.|| (ως επίθ.) ~ παντελόνι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Terylene, 1947] | |
| 50186 | τερίνα | τε-ρί-να ουσ. (θηλ.) & τερίν: πυρίμαχο, συνήθ. πήλινο, μακρόστενο σκεύος με καπάκι, που χρησιμοποιείται κυρ. για πατέ και συνεκδ. οτιδήποτε ψήνεται σε αυτό: φουά-γκρα σε ~. Bλ. γάστρα.|| ~ κοτόπουλου/σολομού/ψαριού.|| ~ σοκολάτας. [< γαλλ. terrine] | |
| 50187 | τεριρέμ | τε-ρι-ρέμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τερερέμ: ΜΟΥΣ. παράταση της ψαλμωδίας σε αργά εκκλησιαστικά μέλη, με επανάληψη της λέξης "τεριρέμ", η οποία δεν έχει συγκεκριμένη σημασία. Πβ. κράτημα. [< λ. ηχομιμητ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ