Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50720-50740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50188τερλίκι

τερ-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): χοντρή κάλτσα, συνήθ. μάλλινη πλεκτή, που φοριόταν παλαιότ. αντί για παντόφλα. Πβ. καλτσούνι, τσουράπι. [< τερλίκι, 18ος αι. < τουρκ. terlik]

50189τέρματέρ-μα ουσ. (ουδ.) {τέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το τοπικό σημείο όπου τελειώνει, σταματά κάτι· ειδικότ. το τέλος της διαδρομής σε αγώνα δρόμου· η τελευταία στάση στα μέσα μεταφοράς: το ~ της κατηφόρας/της λεωφόρου/του ορίζοντα (πβ. άκρη).|| (ΑΘΛ.) Έφτασε πρώτος στο ~ (= στη γραμμή τερματισμού).|| Το ~ της (λεωφορειακής) γραμμής. Το ~ είναι στην πλατεία. Θα κατεβώ στο ~. Το τρόλεϊ κάνει ~ στο ... ΑΝΤ. αφετηρία.|| (ως επίρρ.) Το σπίτι του βρίσκεται ~ δεξιά/της οδού ... 2. (μτφ.) η στιγμή που ολοκληρώνεται, τελειώνει μια πράξη ή κατάσταση· κατ' επέκτ. ο τελικός σκοπός ή το αποτέλεσμα μιας δραστηριότητας: Η σταδιοδρομία μου/η σχέση μας/η φιλία μας έφτασε στο ~ της (= έληξε, τερματίστηκε). Να τεθεί ~ στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βάλε/δώσε ~ σε αυτή την κατάσταση. Είναι διατεθειμένος να φτάσει στο/ως το ~ την έρευνα (: να την ολοκληρώσει).|| Το ~ του βίου (: λίγο πριν από τον θάνατο).|| Το ταξίδι έφτασε στο ~ του.|| (ως επίρρ., για δήλωση οριστικού τέλους) Διακοπές ~! ~ το διάλειμμα! ~ η κοροϊδία/τα λάθη/η υποκρισία! Πβ. ως εδώ. || (επιφών.) ~ στη/η φοροδιαφυγή. Πβ. αλτ, στοπ. ΑΝΤ. αρχή (1) 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα) κατασκευή από δύο κάθετες δοκούς που καταλήγουν στις άκρες οριζόντιας δοκού με στερεωμένο δίχτυ και στην οποία πρέπει να βάλουν οι παίκτες την μπάλα για να σημειωθεί γκολ· γκολ: Η μπάλα κατέληξε στο/πέρασε ξυστά από το ~ (πβ. πλεκτό). Το γήπεδο διαθέτει βοηθητικά ~ατα. Δεν κατάφεραν να παραβιάσουν το ~ των αντιπάλων (: να βάλουν γκολ). Πβ. γκολπόστ, εστία.|| Γρήγορο ~. Ο σκόρερ του πρώτου ~ατος. Βάζω/δέχομαι/πετυχαίνω/σημειώνω ~. Στο δεύτερο ημίχρονο, διπλασίασε τα ~ατα της ομάδας του. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμές (του) τέρματος βλ. γραμμή, λευκή ισοπαλία βλ. ισοπαλία ● ΦΡ.: στο τέρμα (προφ.-εμφατ.): στη μέγιστη ένταση, στον ανώτατο βαθμό: Έβαλε το ραδιόφωνο ~ ~ (= στη διαπασών, στο φουλ). Άκουγε τέρμα τη μουσική., τέρμα Θεού (προφ.-εμφατ.): για απομακρυσμένο σημείο: Το χωριό βρίσκεται ~ ~., τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε (προφ.-εμφατ.) : για απόφαση να δοθεί οριστικό τέλος σε μια κατάσταση: Δεν πρόκειται να το συζητήσω άλλο, ~ ~! ΣΥΝ. τελεία και παύλα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα, τέρμα τα δίφραγκα! βλ. δίφραγκο, τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι [< 1,2: αρχ. τέρμα 3: αγγλ. goal]
50190τερματίζωτερ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τερμάτι-σα, τερματί-σει, -στηκε, -στεί, τερματίζ-οντας, τερματι-σμένος} 1. βάζω τέλος σε κάτι, σταματώ: Το εργοστάσιο ~σε τη λειτουργία του (πβ. διακόπτω). ~σαν τον γάμο/τη συνεργασία τους (πβ. λύνω). ~σε τη ζωή του (= αυτοκτόνησε). Ο πόλεμος ~στηκε (= έληξε). ΑΝΤ. συνεχίζω (1) 2. ολοκληρώνω, τελειώνω: ~ την ομιλία μου/μια προσπάθεια.|| Μετά τον τραυματισμό του ~στηκε η καριέρα του στο μπάσκετ. ΑΝΤ. αρχίζω, ξεκινώ (1) 3. ΑΘΛ. (σε αγώνες δρόμου ή ταχύτητας) φτάνω στο τέρμα: ~σε πρώτος.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα ~σε στη δεύτερη θέση της γενικής κατάταξης.τερματίζει: (για μεταφορικό μέσο) έχει ως τελευταίο σταθμό, τέρμα: Η γραμμή/το λεωφορείο/το μετρό/το τρένο/το τρόλεϊ ~ (ΑΝΤ. έχει αφετηρία) στο/στη ... [< μτγν. τερματίζω]
50191τερματικός, ή, ό τερ-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί το τέρμα ή έχει σχέση με το τερματικό: ~ή: στάση. ~ό: σημείο. Η ~ή περιοχή του αεροδρομίου. Mεταφορά καυσίμων από μια ~ή εγκατάσταση σε άλλη.|| (κυρ. ΦΥΣ.) ~ή: ταχύτητα (= τελική).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ός: διακόπτης. ~ή: αντίσταση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: διακομιστής/κόμβος/προσαρμογέας. ~ή: μονάδα (ελέγχου)/οθόνη/συσκευή. ~ό: σύμβολο. Τηλεπικοινωνιακός ~ εξοπλισμός. ~ή διάταξη ISDN. Οι ~ές μηχανές των πρακτορείων του ΟΠΑΠ. ● Ουσ.: τερματικό (το) 1. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε συσκευή εισόδου-εξόδου δεδομένων, η οποία μπορεί να συνδεθεί σε κεντρική μονάδα υπολογιστή ή σε δίκτυο και αποτελείται συνήθ. από οθόνη και πληκτρολόγιο: απλό/ασύρματο/δορυφορικό/κινητό/σειριακό/τοπικό/φορητό/ψηφιακό ~. ~ γραμμής (εντολών)/χρήστη. ~ χειρός. ~ σύνδεσης GPS. Εγκατάσταση λογισμικού στο ~. || ασύρματο/ενσύρματο ~(αποδοχής κάρτας) POS. 2. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή για την ηλεκτρική σύνδεση με μηχανισμό. [< αγγλ. terminal, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: τερματικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ.-αγγλ. terminal]
6096τερματίσας

[ἀποστρατεύω] α-πο-στρα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποστράτευ-σα, -θηκα κ. -τηκα, -μένος, -οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} (επίσ.) απομακρύνω (υπ)αξιωματικό από το Σώμα στο οποίο ανήκει: Το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων/η κυβέρνηση ~ει τη στρατιωτική ηγεσία. ~εται λόγω ορίου ηλικίας. ~θηκε (διά Προεδρικού Διατάγματος) με τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή/Ναυάρχου/Υποστράτηγου. Αξιωματικός που ~θηκε ως ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του. Κρίθηκε ανίκανος και ~θηκε (από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων). Πβ. απολύω, παύω, συνταξιοδοτώ. 2. (μτφ.) απομακρύνω (ως ανώτερος στην ιεραρχία) πρόσωπο από καίρια θέση: Ο αρχηγός του κόμματος σχεδιάζει να ~σει την παλαιά φρουρά. 3. ΣΤΡΑΤ. κηρύσσω λήξη της επιστράτευσης: Μετά τη σύναψη της εκεχειρίας, οι τακτικοί στρατιώτες αφοπλίστηκαν και ~θηκαν αμέσως. ΑΝΤ. επιστρατεύω (3) [< μτγν. ἀποστρατεύομαι, γαλλ. démobiliser]

50192τερματισμόςτερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διακοπή ή ολοκλήρωση διαδικασίας· κατ' επέκτ. τέλος, λήξη: ~ των διαπραγματεύσεων/των εργασιών/του έργου/της συζήτησης/του συμβολαίου/της συνεργασίας. Άμεσος ~ των εχθροπραξιών. Πβ. παύση.|| ~ ενός γάμου. Πβ. λύση.|| ~ της ζωής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστή (ΑΝΤ. εκκίνηση). Aπότομος ~ του προγράμματος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ κλήσης. Αυτόματος ~ λειτουργίας (συσκευής). ΑΝΤ. αρχή (1), έναρξη, ξεκίνημα (1) 2. ΑΘΛ. (σε αγώνες δρόμου ή ταχύτητας) άφιξη αθλητή ή σπανιότ. ομάδας στο τέρμα· συνεκδ. το σημείο τερματισμού: η σειρά ~ού των δρομέων. Κριτές/σημαία ~ού.|| Γραμμή/νήμα ~ού. Έφτασε πρώτος στον ~ό. ΑΝΤ. αφετηρία. Βλ. -ισμός. [< 9ος αι., αγγλ. termination]
50193τερματοφύλακαςτερ-μα-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο, την υδατοσφαίριση και άλλα ομαδικά αθλήματα) παίκτης που υπερασπίζεται την εστία της ομάδας του, με σκοπό να εμποδίσει τους αντιπάλους να βάλουν γκολ: αναπληρωματικός/βασικός ~. Πρώτος/δεύτερος ~. Γάντια/στολή ~α. Η θέση/η περιοχή του ~α. Ο ~ απέκρουσε/έπιασε το σουτ. Βλ. αμυντικός, επιθετικός, -φύλακας. ΣΥΝ. γκολκίπερ, πορτιέρο [< αγγλ. goalkeeper]
50194τέρμιναλτέρ-μι-ναλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): τερματικός σταθμός. [< αγγλ. terminal]
50195τέρμινθοςτέρ-μιν-θος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που οφείλεται σε ιό και εκδηλώνεται με τη μορφή ογκιδίων: μολυσματική ~. [< αρχ. τέρμινθος]
50196τέρμινοτέρ-μι-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ακαθόριστο χρονικό διάστημα ή όριο: (συνήθ. στη μαντεία) Σε τρία ~α θα ...|| (ειρων.) Κάθε ~ και άλλος πρόεδρος. [< μεσν. τέρμινον]
50197τερμίτηςτερ-μί-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. έντομο των θερμών περιοχών (γένος Termes, οικογ. Termitiae), το οποίο μοιάζει με μεγάλο λευκό μυρμήγκι και τρέφεται κυρ. με ξύλο. Βλ. ξυλοφάγος, σαράκι. [< γαλλ. termite]
50198τερπένιατερ-πέ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {τερπενίων}: ΧΗΜ. ομάδα φυσικών υδρογονανθράκων (σύμβ. C10H16). Βλ. λιμονένιο, λιποειδή. ΣΥΝ. τερπενοειδή [< γαλλ. terpènes]
50199τερπενικός, ή, ό τερ-πε-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στα τερπένια ή τα παράγωγά τους: ~οί: υδρογονάνθρακες. ~ές: αλκοόλες/ενώσεις. ~ά: έλαια/οξέα. [< γαλλ. terpénique]
50200τερπενοειδήτερ-πε-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. τερπένια. [< αγγλ. terpenoids, 1933]
50201τερπινεόλητερ-πι-νε-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μείγμα ισομερών αλκοολών (σύμβ. C10H17OH), συστατικό των αιθέριων ελαίων: α-~. Βλ. -όλη. [< αγγλ. terpineol]
50202τερπίνητερ-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. παράγωγο των τερπενίων (σύμβ. C10H20O2) που χρησιμοποιείται κυρ. ως αποχρεμπτικό: ένυδρη ~. [< αγγλ. terpin, γαλλ. terpine]
50203τερπνός, ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός]
50204τερπνότητατερ-πνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τερπνού: η ~ του λόγου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. τερπνότης]
50205τέρπωτέρ-πω ρ. (μτβ.) {έτερ-ψε, τέρ-ψει, τέρπ-ομαι, -όμενος} (λόγ.): προκαλώ ευχαρίστηση, ψυχαγωγώ, διασκεδάζω: Εικόνα που ~ει τις αισθήσεις (= συγκινεί)/το μάτι/την όραση. Μελωδίες που ~ουν την ακοή/καρδιά (: αγαλλιάζουν).|| Χαίρεται να δίνει, ~εται (= ευφραίνεται) η ψυχή του. [< αρχ. τέρπω]
50206τερτίπιτερ-τί-πι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. παραπλανητικό, πονηρό τέχνασμα· κόλπο: λόγος ευθύς, χωρίς ~ια (= φιοριτούρες) και εντυπωσιασμούς.|| Τα ~ια της ιστορίας/της μοίρας (= παιχνίδια).|| Επικοινωνιακό ~ (πβ. τρικ, τρίπλα). Γραφειοκρατικά/διαδικαστικά/δικονομικά/(προ)εκλογικά/κομματικά/νομικά/νομικίστικα/πολιτικά ~ια (: ελιγμοί, μανούβρες). Επιστρατεύει κάθε λογής ~ια, για να ... 2. τσαχπινιά: Άρχισε πάλι τα ~ια (= καμώματα). Πβ. νάζια, σκέρτσα, τζιριτζάντζουλες, τσαλίμια. [< τουρκ. tertip]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.