Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50720-50740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50174τερεβινθίνητε-ρε-βιν-θί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φυσικός διαλύτης που λαμβάνεται από την απόσταξη της ρητίνης της τερεβίνθου και άλλων κωνοφόρων. Βλ. -ίνη, κολοφώνιο. ΣΥΝ. τρεμεντίνα [< μτγν. τερεβινθίνη, γαλλ. térébenthine, αγγλ. terebinthine]
50175τερέβινθοςτε-ρέ-βιν-θος ουσ. (θηλ.) {τερεβίνθ-ου}: ΒΟΤ. κωνοφόρο δέντρο με μικρούς καρπούς (επιστ. ονομασ. Pistacia terebinthus), από τη ρητίνη του οποίου λαμβάνεται η τερεβινθίνη: ρετσίνι ~ου. ΣΥΝ. τρεμιθιά, τσικουδιά (2) [< μτγν. τερέβινθος, γαλλ. térébinthe, αγγλ. terebinth]
50176τερέντε-ρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αγωνιστικός χώρος, συνήθ. τένις, βόλεϊ, μπάσκετ ή ποδοσφαίρου· πίστα οδήγησης: βαρύ (= πολύ λασπωμένο)/γλιστερό/πλαστικό/σκληρό/συνθετικό ~ (βλ. τάπητας). Επιστροφή/κυριαρχία του αθλητή στα ~. Βλ. καναβάτσο, παρκέ, ταπί2.|| Ασφάλτινο/κακοτράχαλο/ολισθηρό/χωμάτινο ~. Βλ. διαδρομή. 2. (μτφ.) πεδίο δράσης, αρένα: Μπήκε νωρίς στο πολιτικό ~. Πβ. κονίστρα, παλαίστρα, στίβος. [< γαλλ. terrain]
49838Τερέν

τα-τά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στις πολεμικές τέχνες) ειδικό στρώμα προπόνησης ή αγώνα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος αγωνιστικός χώρος: Μετά από λαβή του αντιπάλου βρέθηκε με την πλάτη στο ~. Βλ. τάπητας, ταπί2.|| Έμεινε εκτός ~. Βλ. παρκέ, ταρτάν, τερέν. [< γαλλ. tatami, 1904]

50177τερερέμβλ. τεριρέμ
50178τερετίζειτε-ρε-τί-ζει ρ. (μτβ.) {τερέτι-σε, τερετί-σει} (λόγ.): (συνήθ. για πουλιά ή τζιτζίκια) κελαηδά, τιτιβίζει. ● τερετίζω: (μτφ., για ανθρώπους) σιγοτραγουδώ, σιγομουρμουρίζω τραγούδι: ~ει γνωστές μελωδίες. [< αρχ. τερετίζω, λ. ηχομιμητ.]
50179τερέτισματε-ρέ-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {τερετίσμ-ατα} & (σπάν.) τερετισμός (ο) (λόγ.) 1. κελάηδημα: το μελωδικό/σιγανό ~ των πουλιών. Πβ. τρίλια1.|| (μτφ.) Τα χαρούμενα ~ατα των παιδιών. ΣΥΝ. τιτίβισμα (1) 2. χαρακτηριστικός ήχος, κυρ. εντόμου: το ~ των γρύλων/του τζίτζικα. 3. (κατ' επέκτ.) ήχος σειρήνας ή πολυβόλου. [< αρχ. τερέτισμα]
50180τερεφθαλικός, ή, ό τε-ρε-φθα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το τερεφθαλικό οξύ: ~ός: εστέρας. ~ό: πολυαιθυλένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: τερεφθαλικό οξύ: οξύ (σύμβ. C8H6O4) που είναι ισομερές με το φθαλικό και χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή πολυεστερικών ινών. [< γαλλ. téréphtalique, αγγλ. terephthalic]
50181τερηδόνατε-ρη-δό-να ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση των δοντιών από τη δράση βακτηρίων που καταστρέφουν σταδιακά την αδαμαντίνη και την οδοντίνη, προκαλώντας νέκρωση του πολφού: δευτερογενής/οδοντική ~. ~ της ρίζας. Προστασία κατά της ~ας. Βλ. οδοντική πλάκα, ουλίτιδα. [< αρχ. τερηδών ‘σαράκι του ξύλου, διαβρωτική πάθηση των οστών’]
50182τερηδονισμόςτε-ρη-δο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διάβρωση δοντιού εξαιτίας τερηδόνας. Βλ. -ισμός.
50183τεριγιάκιτε-ρι-γιά-κι ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) τεριάκι: ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνική μαρινάτα για κρέας, ψάρι ή θαλασσινά από σάλτσα σόγιας, πιπερόριζα, σκόρδο, ζάχαρη, γλυκό κρασί και λάδι: σος ~.|| (ως επίθ.) Κοτόπουλο/μοσχάρι/σολομός ~ (με νουντλς/ρύζι). [< αγγλ. teriyaki, 1962, γαλλ. ~, 1976]
50184τεριέτε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΖΩΟΛ. ράτσα κυνηγετικών κυρ. σκυλιών βρετανικής προέλευσης: σκωτσέζικο ~. Κανίς-~. Βλ. μπουλ-~, φοξ-~. [< γαλλ. terrier]
50185τεριλέντε-ρι-λέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : συνθετική ίνα από πολυεστέρα· κατ' επέκτ. ύφασμα από τη συγκεκριμένη ύλη: κουστούμι από ~. Βλ. νάιλον, τρεβίρα.|| (ως επίθ.) ~ παντελόνι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Terylene, 1947]
50186τερίνατε-ρί-να ουσ. (θηλ.) & τερίν: πυρίμαχο, συνήθ. πήλινο, μακρόστενο σκεύος με καπάκι, που χρησιμοποιείται κυρ. για πατέ και συνεκδ. οτιδήποτε ψήνεται σε αυτό: φουά-γκρα σε ~. Bλ. γάστρα.|| ~ κοτόπουλου/σολομού/ψαριού.|| ~ σοκολάτας. [< γαλλ. terrine]
50187τεριρέμτε-ρι-ρέμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τερερέμ: ΜΟΥΣ. παράταση της ψαλμωδίας σε αργά εκκλησιαστικά μέλη, με επανάληψη της λέξης "τεριρέμ", η οποία δεν έχει συγκεκριμένη σημασία. Πβ. κράτημα. [< λ. ηχομιμητ.]
50188τερλίκι

τερ-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): χοντρή κάλτσα, συνήθ. μάλλινη πλεκτή, που φοριόταν παλαιότ. αντί για παντόφλα. Πβ. καλτσούνι, τσουράπι. [< τερλίκι, 18ος αι. < τουρκ. terlik]

50189τέρματέρ-μα ουσ. (ουδ.) {τέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το τοπικό σημείο όπου τελειώνει, σταματά κάτι· ειδικότ. το τέλος της διαδρομής σε αγώνα δρόμου· η τελευταία στάση στα μέσα μεταφοράς: το ~ της κατηφόρας/της λεωφόρου/του ορίζοντα (πβ. άκρη).|| (ΑΘΛ.) Έφτασε πρώτος στο ~ (= στη γραμμή τερματισμού).|| Το ~ της (λεωφορειακής) γραμμής. Το ~ είναι στην πλατεία. Θα κατεβώ στο ~. Το τρόλεϊ κάνει ~ στο ... ΑΝΤ. αφετηρία.|| (ως επίρρ.) Το σπίτι του βρίσκεται ~ δεξιά/της οδού ... 2. (μτφ.) η στιγμή που ολοκληρώνεται, τελειώνει μια πράξη ή κατάσταση· κατ' επέκτ. ο τελικός σκοπός ή το αποτέλεσμα μιας δραστηριότητας: Η σταδιοδρομία μου/η σχέση μας/η φιλία μας έφτασε στο ~ της (= έληξε, τερματίστηκε). Να τεθεί ~ στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βάλε/δώσε ~ σε αυτή την κατάσταση. Είναι διατεθειμένος να φτάσει στο/ως το ~ την έρευνα (: να την ολοκληρώσει).|| Το ~ του βίου (: λίγο πριν από τον θάνατο).|| Το ταξίδι έφτασε στο ~ του.|| (ως επίρρ., για δήλωση οριστικού τέλους) Διακοπές ~! ~ το διάλειμμα! ~ η κοροϊδία/τα λάθη/η υποκρισία! Πβ. ως εδώ. || (επιφών.) ~ στη/η φοροδιαφυγή. Πβ. αλτ, στοπ. ΑΝΤ. αρχή (1) 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα) κατασκευή από δύο κάθετες δοκούς που καταλήγουν στις άκρες οριζόντιας δοκού με στερεωμένο δίχτυ και στην οποία πρέπει να βάλουν οι παίκτες την μπάλα για να σημειωθεί γκολ· γκολ: Η μπάλα κατέληξε στο/πέρασε ξυστά από το ~ (πβ. πλεκτό). Το γήπεδο διαθέτει βοηθητικά ~ατα. Δεν κατάφεραν να παραβιάσουν το ~ των αντιπάλων (: να βάλουν γκολ). Πβ. γκολπόστ, εστία.|| Γρήγορο ~. Ο σκόρερ του πρώτου ~ατος. Βάζω/δέχομαι/πετυχαίνω/σημειώνω ~. Στο δεύτερο ημίχρονο, διπλασίασε τα ~ατα της ομάδας του. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμές (του) τέρματος βλ. γραμμή, λευκή ισοπαλία βλ. ισοπαλία ● ΦΡ.: στο τέρμα (προφ.-εμφατ.): στη μέγιστη ένταση, στον ανώτατο βαθμό: Έβαλε το ραδιόφωνο ~ ~ (= στη διαπασών, στο φουλ). Άκουγε τέρμα τη μουσική., τέρμα Θεού (προφ.-εμφατ.): για απομακρυσμένο σημείο: Το χωριό βρίσκεται ~ ~., τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε (προφ.-εμφατ.) : για απόφαση να δοθεί οριστικό τέλος σε μια κατάσταση: Δεν πρόκειται να το συζητήσω άλλο, ~ ~! ΣΥΝ. τελεία και παύλα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα, τέρμα τα δίφραγκα! βλ. δίφραγκο, τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι [< 1,2: αρχ. τέρμα 3: αγγλ. goal]
50190τερματίζωτερ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τερμάτι-σα, τερματί-σει, -στηκε, -στεί, τερματίζ-οντας, τερματι-σμένος} 1. βάζω τέλος σε κάτι, σταματώ: Το εργοστάσιο ~σε τη λειτουργία του (πβ. διακόπτω). ~σαν τον γάμο/τη συνεργασία τους (πβ. λύνω). ~σε τη ζωή του (= αυτοκτόνησε). Ο πόλεμος ~στηκε (= έληξε). ΑΝΤ. συνεχίζω (1) 2. ολοκληρώνω, τελειώνω: ~ την ομιλία μου/μια προσπάθεια.|| Μετά τον τραυματισμό του ~στηκε η καριέρα του στο μπάσκετ. ΑΝΤ. αρχίζω, ξεκινώ (1) 3. ΑΘΛ. (σε αγώνες δρόμου ή ταχύτητας) φτάνω στο τέρμα: ~σε πρώτος.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα ~σε στη δεύτερη θέση της γενικής κατάταξης.τερματίζει: (για μεταφορικό μέσο) έχει ως τελευταίο σταθμό, τέρμα: Η γραμμή/το λεωφορείο/το μετρό/το τρένο/το τρόλεϊ ~ (ΑΝΤ. έχει αφετηρία) στο/στη ... [< μτγν. τερματίζω]
50191τερματικός, ή, ό τερ-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί το τέρμα ή έχει σχέση με το τερματικό: ~ή: στάση. ~ό: σημείο. Η ~ή περιοχή του αεροδρομίου. Mεταφορά καυσίμων από μια ~ή εγκατάσταση σε άλλη.|| (κυρ. ΦΥΣ.) ~ή: ταχύτητα (= τελική).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ός: διακόπτης. ~ή: αντίσταση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: διακομιστής/κόμβος/προσαρμογέας. ~ή: μονάδα (ελέγχου)/οθόνη/συσκευή. ~ό: σύμβολο. Τηλεπικοινωνιακός ~ εξοπλισμός. ~ή διάταξη ISDN. Οι ~ές μηχανές των πρακτορείων του ΟΠΑΠ. ● Ουσ.: τερματικό (το) 1. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε συσκευή εισόδου-εξόδου δεδομένων, η οποία μπορεί να συνδεθεί σε κεντρική μονάδα υπολογιστή ή σε δίκτυο και αποτελείται συνήθ. από οθόνη και πληκτρολόγιο: απλό/ασύρματο/δορυφορικό/κινητό/σειριακό/τοπικό/φορητό/ψηφιακό ~. ~ γραμμής (εντολών)/χρήστη. ~ χειρός. ~ σύνδεσης GPS. Εγκατάσταση λογισμικού στο ~. || ασύρματο/ενσύρματο ~(αποδοχής κάρτας) POS. 2. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή για την ηλεκτρική σύνδεση με μηχανισμό. [< αγγλ. terminal, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: τερματικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ.-αγγλ. terminal]
6096τερματίσας

[ἀποστρατεύω] α-πο-στρα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποστράτευ-σα, -θηκα κ. -τηκα, -μένος, -οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} (επίσ.) απομακρύνω (υπ)αξιωματικό από το Σώμα στο οποίο ανήκει: Το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων/η κυβέρνηση ~ει τη στρατιωτική ηγεσία. ~εται λόγω ορίου ηλικίας. ~θηκε (διά Προεδρικού Διατάγματος) με τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή/Ναυάρχου/Υποστράτηγου. Αξιωματικός που ~θηκε ως ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του. Κρίθηκε ανίκανος και ~θηκε (από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων). Πβ. απολύω, παύω, συνταξιοδοτώ. 2. (μτφ.) απομακρύνω (ως ανώτερος στην ιεραρχία) πρόσωπο από καίρια θέση: Ο αρχηγός του κόμματος σχεδιάζει να ~σει την παλαιά φρουρά. 3. ΣΤΡΑΤ. κηρύσσω λήξη της επιστράτευσης: Μετά τη σύναψη της εκεχειρίας, οι τακτικοί στρατιώτες αφοπλίστηκαν και ~θηκαν αμέσως. ΑΝΤ. επιστρατεύω (3) [< μτγν. ἀποστρατεύομαι, γαλλ. démobiliser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.