| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50207 | τερτσέτο | τερ-τσέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. κομμάτι για τρεις φωνές ή για τρία μουσικά όργανα. Πβ. τρίο, τριωδία. Βλ. κουαρτ-, ντου-έτο. 2. ΜΕΤΡ. τερτσίνα. [< ιταλ. terzetto] | |
| 50209 | τέρψη | τέρ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ευχαρίστηση, απόλαυση: αισθητική ~/~ των αισθήσεων. Οπτική ~.|| ~ του μυαλού/του πνεύματος/της ψυχής (πβ. ευφροσύνη). 2. ψυχαγωγία, διασκέδαση: η ~ των ακροατών/των αναγνωστών/των (τηλε)θεατών. ● ΦΡ.: προς τέρψη & (λογιότ.) προς τέρψιν (συνήθ. ειρων.): (+ γεν.) για ικανοποίηση: θέαμα ~ ~ των οφθαλμών. Καλό φαγητό ~ ~ του ουρανίσκου. ~ ~ του φιλοθεάμονος κοινού. [< αρχ. τέρψις] | |
| 50210 | ΤΕΣ | (η): Τεχνική Επαγγελματική Σχολή. | |
| 50211 | τες1 | προσ. αντων. {εγκλιτικός τ. θηλ. αιτ. πληθ.} (προφ.): τις: Φώναξέ ~! Βλ. αυτός. [< μεσν. τ.] | |
| 50212 | τες2 | άρθ. {θηλ. αιτ. πληθ.} (διαλεκτ.): τις. [< μεσν. τ.] | |
| 50213 | τέσλα | τέ-σλα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της πυκνότητας μαγνητικής ροής (σύμβ. Τ). Βλ. επαγωγή, μάξγουελ. [< αμερικ. tesla, 1958, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 50214 | τέσπα | τέ-σπα & τεσπά (νεαν. αργκό) : τέλος πάντων. | |
| 50215 | τεσσάρα | τεσ-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) τέσσερα γκολ: Έφαγαν/τους έριξαν ~. 2. (στον στρατό ή στο σχολείο) ποινή τεσσάρων ημερών. ● τεσσάρες (οι): ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν το τέσσερα: Έφερε ~. Βλ. ασό-, τριό-δυο, διπλές, τρι-, πεντ-, εξ-άρες. ΣΥΝ. ντόρτια | |
| 50216 | τεσσαράκοντα | τεσ-σα-ρά-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (λόγ.): σαράντα· κυρ. στη ● ΦΡ.: παρά μία(ν) τεσσαράκοντα (ΚΔ) (ειρων.): άγριος ξυλοδαρμός: Έφαγε ~ ~ (= της χρονιάς του). [< αρχ. τεσσαράκοντα] | |
| 50217 | τεσσαρακονταετής | , ής, ές βλ. -ετής | |
| 50218 | τεσσαρακονταετία | βλ. -ετία | |
| 50219 | Τεσσαρακοστή | βλ. Σαρακοστή | |
| 50220 | τεσσαρακοστός | , ή, ό τεσ-σα-ρα-κο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 40ός, M' ή μ', λατ. ΧL): που κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό σαράντα σε μία σειρά (τυχαία, αλφαβητική, αξιολογική, χρονολογική) από πρόσωπα ή όμοια πράγματα: ~ή: επέτειος. Διανύει/έκλεισε το ~ό (τρίτο) έτος της ηλικίας του.|| Μπήκε ~ πρώτος στη σχολή του. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: τεσσαρακοστό (το): το καθένα από τα σαράντα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του ποσού. [< αρχ. τεσσαρακοστός] | |
| 50221 | τέσσαρες | , ες, α βλ. τέσσερις | |
| 50222 | τεσσάρι | τεσ-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διαμέρισμα σε πολυκατοικία με τέσσερα κύρια δωμάτια: άνετο/ευρύχωρο ~. 2. σύνολο τεσσάρων ομοειδών μονάδων: Έπιασε ~ στο λόττο (: επιτυχία τεσσάρων προβλέψεων). Βλ. δεκα~.|| (ως επίθ.) ~ κιβώτιο ταχυτήτων. Ταλαιπωρείται κανά ~ χρόνια μ' αυτή την ιστορία. Βλ. -άρι. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παίκτης που αγωνίζεται κοντά στο καλάθι, στη θέση τέσσερα. 4. τραπουλόχαρτο με τον αριθμό τέσσερα: ~ μπαστούνι. ● Υποκ.: τεσσαράκι (το) | |
| 50223 | τέσσερις | , ις, α τέσ-σε-ρις επίθ. αριθμητ. απόλ. {τεσσάρ-ων} & τέσσερεις & (λαϊκό) τέσσαρες 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 4 ή το σύνολο τεσσάρων μονάδων: ~ις: αιώνες. ~ις: διαστάσεις/πλευρές/χιλιάδες/ώρες. ~α: εκατομμύρια/λεπτά/μέλη/παιδιά. Οι ~ις εποχές. Ξενοδοχείο ~ων αστέρων. Κτίριο ~ων ορόφων (= τετραώροφο). Διαμέρισμα ~ων δωματίων (= τεσσάρι). Τρακτέρ με κίνηση στους ~ις τροχούς (= τετρακίνητο). Τους ~ις πρώτους μήνες, ... Ένας στους ~ις ενήλικες ... Νίκη με ~α γκολ. Τους έβαλαν/μπήκαν ~ις ~ις (: σε τετράδες, ανά ~). 2. τέταρτος: στις ~ις του μηνός/το πρωί. -Τι ώρα είναι; -~ις (ακριβώς)! Βλ. δεκα~. ● Ουσ.: τέσσερα (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 4, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ και δύο ίσον/κάνουν έξι. ~ τοις εκατό (4%).|| Αναλογία/σκορ ~ προς ένα (4:1/4-1).|| Στη σελίδα ~. (για τραπουλόχαρτο) ~ καρό. Στο γραφείο ~. Παίρνω το ~ (ενν. τρόλεϊ). Έγραψε/πήρε ~ στο μάθημα. Γεννήθηκε το ~ ('04, δηλ. το 1904 ή το 2004). 2. η ηλικία των τεσσάρων ετών: Είναι ~ων (ενν. χρονών). Έκλεισε/κοντεύει τα ~. Μέχρι τα ~ά του, ... 3. ενν. μέρη: Το μοιράσαμε στα ~. ● ΦΡ.: δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα (προφ.) 1. δεν έχω ιδέα, είμαι άσχετος: Δεν ξέρει πού του ~ από υπολογιστές. 2. βρίσκομαι σε σύγχυση, εκτός πραγματικότητας., έρχομαι/τρέχω με τα τέσσερα (μτφ.-προφ.): αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη: Αν είναι να πάρει χρήματα, τρέχει ~ ~., πέφτω στα τέσσερα (προφ.): παρακαλώ με ικετευτικό ή ταπεινωτικό τρόπο. ΣΥΝ. ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου), στα/με τα τέσσερα: (κυρ. για μωρό) στηριζόμενος στα γόνατα και τα χέρια: Περπατά/πηγαίνει με τα ~ (= μπουσουλώντας)., τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις (προφ.-ειρων.): για κάποιον που πέθανε., δύο και δύο κάνουν τέσσερα βλ. δύο & δυο, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα βλ. μάτι, μέσα στους τέσσερις τοίχους βλ. τοίχος, σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα βλ. άνεμος, στις τέσσερις γωνιές βλ. γωνιά [< αρχ. τέσσαρες, τέσσερες] | |
| 50224 | τεστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. (επιστ.) ειδικός, τεκμηριωμένος έλεγχος για την εξαγωγή συμπερασμάτων: αντικειμενικό/αξιόπιστο ~. Η ακρίβεια/τα αποτελέσματα/η διάρκεια/η εγκυρότητα ενός ~. Επανάληψη του ~. Κάνω/πραγματοποιώ ένα ~.|| (ΙΑΤΡ., εξέταση:) Γενετικό/διαγνωστικό/προληπτικό ~. Προγεννητικά ~. ~ αίματος/γονιμότητας/δυσανεξίας (τροφών)/ούρων/χοληστερίνης. ~ για καρκίνο του προστάτη. Το ~ εγκυμοσύνης βγήκε αρνητικό/θετικό. Το ~ έδειξε ... (για αθλητή) Πέρασε από ~ ουσιών (= ντόπινγκ κοντρόλ).|| (ΨΥΧΟΛ.) Ατομικό/ομαδικό/ψυχολογικό ~. Ψυχομετρικά ~. ~ μνήμης/προσωπικότητας/συναισθηματικής νοημοσύνης.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Κοινωνιομετρικό ~.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Στατιστικό ~. 2. ΠΑΙΔΑΓ. πρόχειρη και συνήθ. σύντομη εξέταση ύλης που έχει διδαχθεί· γενικότ. δοκιμασία αξιολόγησης γνώσεων ή/και δεξιοτήτων από δημόσιο ή πιστοποιημένο φορέα: απροειδοποίητο/γραπτό/δοκιμαστικό/δύσκολο/εύκολο/προφορικό/ωριαίο ~. ~ προόδου. ~ ερωτήσεων/πολλαπλών επιλογών/σωστό-λάθος. ~ στην άλγεβρα. Πήρα είκοσι στο ~ (της) χημείας. Πβ. διαγώνισμα.|| Κατατακτήριο ~. ~ γλωσσομάθειας/επαγγελματικού προσανατολισμού/επίδοσης/ικανοτήτων/πιστοποίησης. Απέτυχε στο/πέρασε το ~. Βλ. διαγωνισμός. 3. έλεγχος λειτουργίας ή απόδοσης, τεστάρισμα: ~ μηχανήματος.|| (μτφ.) Κρίσιμο ~ για την οικονομία η αυριανή συνεδρίαση. ● Υποκ.: τεστάκι (το): κυρ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: Παπ τεστ & τεστ Παπ & τεστ Παπανικολάου: ΙΑΤΡ. κυτταρολογική χρωστική μέθοδος για την ανίχνευση και διάγνωση κακοήθων ή προκαρκινικών αλλοιώσεων του τραχήλου της μήτρας. [< αμερικ. Pap(anicolaou) test, 1946, pap smear, 1952] , συγκριτικό τεστ: δοκιμή προϊόντων της ίδιας κατηγορίας από ειδικούς, με στόχο τη σύγκριση και τον εντοπισμό των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους: ~ ~ εκτυπωτών/συστημάτων πλοήγησης/για φωτογραφικές μηχανές., τεστ αντοχής & στρες τεστ 1. έλεγχος της σταθερότητας και των ορίων συστήματος σε συνθήκες που υπερβαίνουν την ομαλή λειτουργία του μέχρι σημείου κατάρρευσης, με εφαρμογές στην πληροφορική και κυρ. την οικονομία: Οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υποβληθούν στο ~ ~ της ΕΚΤ. 2. ΙΑΤΡ. τεστ/δοκιμασία κοπώσεως. [< αγγλ. stress test, 1955] , Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων: γραπτή δοκιμασία για την αξιολόγηση γενικών και πρακτικών γνώσεων, που αφορά τους διαγωνισμούς οι οποίοι διενεργούνται από τον ΑΣΕΠ για διορισμό στο Δημόσιο., τεστ ντράιβ: δοκιμαστική οδήγηση οχήματος: ~ ~ στα νέα μοντέλα της εταιρείας. [< αγγλ. test-drive, 1950] , κρας τεστ βλ. κρας, τεστ νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, τεστ Ντι-Εν-Έι βλ. Ντι-Εν-Έι, τεστ πατρότητας βλ. πατρότητα, τεστ/δοκιμασία κοπώσεως βλ. κόπωση [< αγγλ. (mental) test, 1890, γαλλ. test, 1893 < λατ. testu(m) ‘κεραμικό δοχείο’] | |
| 50225 | τεστάρισμα | τε-στά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έλεγχος, τσεκάρισμα: τελικό ~. Το μηχάνημα χρειάζεται ~.|| ~ των αντιδράσεων/των δυνατοτήτων. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τεστ (3) | |
| 50226 | τεστάρω | τε-στά-ρω ρ. (μτβ.) {τέσταρ-α κ. -ισα, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.): υποβάλλω σε έλεγχο, δοκιμάζω: ~ το αυτοκίνητο.|| ~ει τις αντιδράσεις/τις αντοχές/τις γνώσεις/τις δυνάμεις/τον εαυτό της. Τον έχω ~ει, είναι αξιόπιστος. Πβ. ελέγχω, τσεκάρω. [< γαλλ. tester, 1941] | |
| 50227 | τεστοστερόνη | τε-στο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ανδρογόνος ορμόνη (σύμβ. C19H28O2) που εκκρίνεται από τους όρχεις και ρυθμίζει την παραγωγή του σπέρματος και την ανάπτυξη των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου: ολική και ελεύθερη ~. Υψηλές/χαμηλές τιμές ~ης. Αύξηση/μείωση των επιπέδων ~ης στο αίμα. Βλ. στεροειδή.|| (ΙΑΤΡ.) Χορήγηση ~ης για θεραπευτικούς λόγους.|| Συνθετική ~. Ανίχνευση εξωγενούς ~ης στο δείγμα του αθλητή (βλ. ντόπινγκ). Λήψη ~ης για αύξηση του μυϊκού ιστού (βλ. αναβολικά). Βλ. -όνη. [< γαλλ. testostérone, 1935, αγγλ. testosterone, 1935] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ