| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50192 | τερματισμός | τερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διακοπή ή ολοκλήρωση διαδικασίας· κατ' επέκτ. τέλος, λήξη: ~ των διαπραγματεύσεων/των εργασιών/του έργου/της συζήτησης/του συμβολαίου/της συνεργασίας. Άμεσος ~ των εχθροπραξιών. Πβ. παύση.|| ~ ενός γάμου. Πβ. λύση.|| ~ της ζωής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστή (ΑΝΤ. εκκίνηση). Aπότομος ~ του προγράμματος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ κλήσης. Αυτόματος ~ λειτουργίας (συσκευής). ΑΝΤ. αρχή (1), έναρξη, ξεκίνημα (1) 2. ΑΘΛ. (σε αγώνες δρόμου ή ταχύτητας) άφιξη αθλητή ή σπανιότ. ομάδας στο τέρμα· συνεκδ. το σημείο τερματισμού: η σειρά ~ού των δρομέων. Κριτές/σημαία ~ού.|| Γραμμή/νήμα ~ού. Έφτασε πρώτος στον ~ό. ΑΝΤ. αφετηρία. Βλ. -ισμός. [< 9ος αι., αγγλ. termination] | |
| 50193 | τερματοφύλακας | τερ-μα-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο, την υδατοσφαίριση και άλλα ομαδικά αθλήματα) παίκτης που υπερασπίζεται την εστία της ομάδας του, με σκοπό να εμποδίσει τους αντιπάλους να βάλουν γκολ: αναπληρωματικός/βασικός ~. Πρώτος/δεύτερος ~. Γάντια/στολή ~α. Η θέση/η περιοχή του ~α. Ο ~ απέκρουσε/έπιασε το σουτ. Βλ. αμυντικός, επιθετικός, -φύλακας. ΣΥΝ. γκολκίπερ, πορτιέρο [< αγγλ. goalkeeper] | |
| 50194 | τέρμιναλ | τέρ-μι-ναλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): τερματικός σταθμός. [< αγγλ. terminal] | |
| 50195 | τέρμινθος | τέρ-μιν-θος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που οφείλεται σε ιό και εκδηλώνεται με τη μορφή ογκιδίων: μολυσματική ~. [< αρχ. τέρμινθος] | |
| 50196 | τέρμινο | τέρ-μι-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ακαθόριστο χρονικό διάστημα ή όριο: (συνήθ. στη μαντεία) Σε τρία ~α θα ...|| (ειρων.) Κάθε ~ και άλλος πρόεδρος. [< μεσν. τέρμινον] | |
| 50197 | τερμίτης | τερ-μί-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. έντομο των θερμών περιοχών (γένος Termes, οικογ. Termitiae), το οποίο μοιάζει με μεγάλο λευκό μυρμήγκι και τρέφεται κυρ. με ξύλο. Βλ. ξυλοφάγος, σαράκι. [< γαλλ. termite] | |
| 50198 | τερπένια | τερ-πέ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {τερπενίων}: ΧΗΜ. ομάδα φυσικών υδρογονανθράκων (σύμβ. C10H16). Βλ. λιμονένιο, λιποειδή. ΣΥΝ. τερπενοειδή [< γαλλ. terpènes] | |
| 50199 | τερπενικός | , ή, ό τερ-πε-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στα τερπένια ή τα παράγωγά τους: ~οί: υδρογονάνθρακες. ~ές: αλκοόλες/ενώσεις. ~ά: έλαια/οξέα. [< γαλλ. terpénique] | |
| 50200 | τερπενοειδή | τερ-πε-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. τερπένια. [< αγγλ. terpenoids, 1933] | |
| 50201 | τερπινεόλη | τερ-πι-νε-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μείγμα ισομερών αλκοολών (σύμβ. C10H17OH), συστατικό των αιθέριων ελαίων: α-~. Βλ. -όλη. [< αγγλ. terpineol] | |
| 50202 | τερπίνη | τερ-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. παράγωγο των τερπενίων (σύμβ. C10H20O2) που χρησιμοποιείται κυρ. ως αποχρεμπτικό: ένυδρη ~. [< αγγλ. terpin, γαλλ. terpine] | |
| 50203 | τερπνός | , ή, ό τερ-πνός επίθ. (λόγ.-συνήθ. λογοτ.): ευχάριστος: ψυχωφελές, ~ό ανάγνωσμα. ΑΝΤ. δυσάρεστος ● Ουσ.: τερπνό (το): ευχαρίστηση: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Τα ~ά του κόσμου. Η ματαιότητα των ~ών του βίου (: των επίγειων, πρόσκαιρων απολαύσεων). ΑΝΤ. δεινά.|| (ειρων.) Αντιδικίες, απειλές και άλλα ~ά (= ωραία). ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου (λόγ.): κάνω κάτι που είναι ευχάριστο και παράλληλα χρήσιμο. Βλ. τα καλά και συμφέροντα. [< γαλλ. joindre l'utile à l'agréable] [< αρχ. τερπνός] | |
| 50204 | τερπνότητα | τερ-πνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τερπνού: η ~ του λόγου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. τερπνότης] | |
| 50205 | τέρπω | τέρ-πω ρ. (μτβ.) {έτερ-ψε, τέρ-ψει, τέρπ-ομαι, -όμενος} (λόγ.): προκαλώ ευχαρίστηση, ψυχαγωγώ, διασκεδάζω: Εικόνα που ~ει τις αισθήσεις (= συγκινεί)/το μάτι/την όραση. Μελωδίες που ~ουν την ακοή/καρδιά (: αγαλλιάζουν).|| Χαίρεται να δίνει, ~εται (= ευφραίνεται) η ψυχή του. [< αρχ. τέρπω] | |
| 50206 | τερτίπι | τερ-τί-πι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. παραπλανητικό, πονηρό τέχνασμα· κόλπο: λόγος ευθύς, χωρίς ~ια (= φιοριτούρες) και εντυπωσιασμούς.|| Τα ~ια της ιστορίας/της μοίρας (= παιχνίδια).|| Επικοινωνιακό ~ (πβ. τρικ, τρίπλα). Γραφειοκρατικά/διαδικαστικά/δικονομικά/(προ)εκλογικά/κομματικά/νομικά/νομικίστικα/πολιτικά ~ια (: ελιγμοί, μανούβρες). Επιστρατεύει κάθε λογής ~ια, για να ... 2. τσαχπινιά: Άρχισε πάλι τα ~ια (= καμώματα). Πβ. νάζια, σκέρτσα, τζιριτζάντζουλες, τσαλίμια. [< τουρκ. tertip] | |
| 50207 | τερτσέτο | τερ-τσέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. κομμάτι για τρεις φωνές ή για τρία μουσικά όργανα. Πβ. τρίο, τριωδία. Βλ. κουαρτ-, ντου-έτο. 2. ΜΕΤΡ. τερτσίνα. [< ιταλ. terzetto] | |
| 50209 | τέρψη | τέρ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ευχαρίστηση, απόλαυση: αισθητική ~/~ των αισθήσεων. Οπτική ~.|| ~ του μυαλού/του πνεύματος/της ψυχής (πβ. ευφροσύνη). 2. ψυχαγωγία, διασκέδαση: η ~ των ακροατών/των αναγνωστών/των (τηλε)θεατών. ● ΦΡ.: προς τέρψη & (λογιότ.) προς τέρψιν (συνήθ. ειρων.): (+ γεν.) για ικανοποίηση: θέαμα ~ ~ των οφθαλμών. Καλό φαγητό ~ ~ του ουρανίσκου. ~ ~ του φιλοθεάμονος κοινού. [< αρχ. τέρψις] | |
| 50210 | ΤΕΣ | (η): Τεχνική Επαγγελματική Σχολή. | |
| 50211 | τες1 | προσ. αντων. {εγκλιτικός τ. θηλ. αιτ. πληθ.} (προφ.): τις: Φώναξέ ~! Βλ. αυτός. [< μεσν. τ.] | |
| 50212 | τες2 | άρθ. {θηλ. αιτ. πληθ.} (διαλεκτ.): τις. [< μεσν. τ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ