Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50760-50780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50213τέσλατέ-σλα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της πυκνότητας μαγνητικής ροής (σύμβ. Τ). Βλ. επαγωγή, μάξγουελ. [< αμερικ. tesla, 1958, γαλλ. ~, περ. 1950]
50214τέσπατέ-σπα & τεσπά (νεαν. αργκό) : τέλος πάντων.
50215τεσσάρατεσ-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) τέσσερα γκολ: Έφαγαν/τους έριξαν ~. 2. (στον στρατό ή στο σχολείο) ποινή τεσσάρων ημερών. ● τεσσάρες (οι): ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν το τέσσερα: Έφερε ~. Βλ. ασό-, τριό-δυο, διπλές, τρι-, πεντ-, εξ-άρες. ΣΥΝ. ντόρτια
50216τεσσαράκοντατεσ-σα-ρά-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (λόγ.): σαράντα· κυρ. στη ● ΦΡ.: παρά μία(ν) τεσσαράκοντα (ΚΔ) (ειρων.): άγριος ξυλοδαρμός: Έφαγε ~ ~ (= της χρονιάς του). [< αρχ. τεσσαράκοντα]
50217τεσσαρακονταετής, ής, ές βλ. -ετής
50218τεσσαρακονταετίαβλ. -ετία
50219Τεσσαρακοστήβλ. Σαρακοστή
50220τεσσαρακοστός, ή, ό τεσ-σα-ρα-κο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 40ός, M' ή μ', λατ. ΧL): που κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό σαράντα σε μία σειρά (τυχαία, αλφαβητική, αξιολογική, χρονολογική) από πρόσωπα ή όμοια πράγματα: ~ή: επέτειος. Διανύει/έκλεισε το ~ό (τρίτο) έτος της ηλικίας του.|| Μπήκε ~ πρώτος στη σχολή του. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: τεσσαρακοστό (το): το καθένα από τα σαράντα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του ποσού. [< αρχ. τεσσαρακοστός]
50221τέσσαρες, ες, α βλ. τέσσερις
50222τεσσάριτεσ-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διαμέρισμα σε πολυκατοικία με τέσσερα κύρια δωμάτια: άνετο/ευρύχωρο ~. 2. σύνολο τεσσάρων ομοειδών μονάδων: Έπιασε ~ στο λόττο (: επιτυχία τεσσάρων προβλέψεων). Βλ. δεκα~.|| (ως επίθ.) ~ κιβώτιο ταχυτήτων. Ταλαιπωρείται κανά ~ χρόνια μ' αυτή την ιστορία. Βλ. -άρι. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παίκτης που αγωνίζεται κοντά στο καλάθι, στη θέση τέσσερα. 4. τραπουλόχαρτο με τον αριθμό τέσσερα: ~ μπαστούνι. ● Υποκ.: τεσσαράκι (το)
50224τεστουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. (επιστ.) ειδικός, τεκμηριωμένος έλεγχος για την εξαγωγή συμπερασμάτων: αντικειμενικό/αξιόπιστο ~. Η ακρίβεια/τα αποτελέσματα/η διάρκεια/η εγκυρότητα ενός ~. Επανάληψη του ~. Κάνω/πραγματοποιώ ένα ~.|| (ΙΑΤΡ., εξέταση:) Γενετικό/διαγνωστικό/προληπτικό ~. Προγεννητικά ~. ~ αίματος/γονιμότητας/δυσανεξίας (τροφών)/ούρων/χοληστερίνης. ~ για καρκίνο του προστάτη. Το ~ εγκυμοσύνης βγήκε αρνητικό/θετικό. Το ~ έδειξε ... (για αθλητή) Πέρασε από ~ ουσιών (= ντόπινγκ κοντρόλ).|| (ΨΥΧΟΛ.) Ατομικό/ομαδικό/ψυχολογικό ~. Ψυχομετρικά ~. ~ μνήμης/προσωπικότητας/συναισθηματικής νοημοσύνης.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Κοινωνιομετρικό ~.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Στατιστικό ~. 2. ΠΑΙΔΑΓ. πρόχειρη και συνήθ. σύντομη εξέταση ύλης που έχει διδαχθεί· γενικότ. δοκιμασία αξιολόγησης γνώσεων ή/και δεξιοτήτων από δημόσιο ή πιστοποιημένο φορέα: απροειδοποίητο/γραπτό/δοκιμαστικό/δύσκολο/εύκολο/προφορικό/ωριαίο ~. ~ προόδου. ~ ερωτήσεων/πολλαπλών επιλογών/σωστό-λάθος. ~ στην άλγεβρα. Πήρα είκοσι στο ~ (της) χημείας. Πβ. διαγώνισμα.|| Κατατακτήριο ~. ~ γλωσσομάθειας/επαγγελματικού προσανατολισμού/επίδοσης/ικανοτήτων/πιστοποίησης. Απέτυχε στο/πέρασε το ~. Βλ. διαγωνισμός. 3. έλεγχος λειτουργίας ή απόδοσης, τεστάρισμα: ~ μηχανήματος.|| (μτφ.) Κρίσιμο ~ για την οικονομία η αυριανή συνεδρίαση. ● Υποκ.: τεστάκι (το): κυρ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: Παπ τεστ & τεστ Παπ & τεστ Παπανικολάου: ΙΑΤΡ. κυτταρολογική χρωστική μέθοδος για την ανίχνευση και διάγνωση κακοήθων ή προκαρκινικών αλλοιώσεων του τραχήλου της μήτρας. [< αμερικ. Pap(anicolaou) test, 1946, pap smear, 1952] , συγκριτικό τεστ: δοκιμή προϊόντων της ίδιας κατηγορίας από ειδικούς, με στόχο τη σύγκριση και τον εντοπισμό των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους: ~ ~ εκτυπωτών/συστημάτων πλοήγησης/για φωτογραφικές μηχανές., τεστ αντοχής & στρες τεστ 1. έλεγχος της σταθερότητας και των ορίων συστήματος σε συνθήκες που υπερβαίνουν την ομαλή λειτουργία του μέχρι σημείου κατάρρευσης, με εφαρμογές στην πληροφορική και κυρ. την οικονομία: Οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υποβληθούν στο ~ ~ της ΕΚΤ. 2. ΙΑΤΡ. τεστ/δοκιμασία κοπώσεως. [< αγγλ. stress test, 1955] , Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων: γραπτή δοκιμασία για την αξιολόγηση γενικών και πρακτικών γνώσεων, που αφορά τους διαγωνισμούς οι οποίοι διενεργούνται από τον ΑΣΕΠ για διορισμό στο Δημόσιο., τεστ ντράιβ: δοκιμαστική οδήγηση οχήματος: ~ ~ στα νέα μοντέλα της εταιρείας. [< αγγλ. test-drive, 1950] , κρας τεστ βλ. κρας, τεστ νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, τεστ Ντι-Εν-Έι βλ. Ντι-Εν-Έι, τεστ πατρότητας βλ. πατρότητα, τεστ/δοκιμασία κοπώσεως βλ. κόπωση [< αγγλ. (mental) test, 1890, γαλλ. test, 1893 < λατ. testu(m) ‘κεραμικό δοχείο’]
50225τεστάρισματε-στά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έλεγχος, τσεκάρισμα: τελικό ~. Το μηχάνημα χρειάζεται ~.|| ~ των αντιδράσεων/των δυνατοτήτων. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τεστ (3)
50226τεστάρωτε-στά-ρω ρ. (μτβ.) {τέσταρ-α κ. -ισα, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.): υποβάλλω σε έλεγχο, δοκιμάζω: ~ το αυτοκίνητο.|| ~ει τις αντιδράσεις/τις αντοχές/τις γνώσεις/τις δυνάμεις/τον εαυτό της. Τον έχω ~ει, είναι αξιόπιστος. Πβ. ελέγχω, τσεκάρω. [< γαλλ. tester, 1941]
50227τεστοστερόνητε-στο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ανδρογόνος ορμόνη (σύμβ. C19H28O2) που εκκρίνεται από τους όρχεις και ρυθμίζει την παραγωγή του σπέρματος και την ανάπτυξη των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου: ολική και ελεύθερη ~. Υψηλές/χαμηλές τιμές ~ης. Αύξηση/μείωση των επιπέδων ~ης στο αίμα. Βλ. στεροειδή.|| (ΙΑΤΡ.) Χορήγηση ~ης για θεραπευτικούς λόγους.|| Συνθετική ~. Ανίχνευση εξωγενούς ~ης στο δείγμα του αθλητή (βλ. ντόπινγκ). Λήψη ~ης για αύξηση του μυϊκού ιστού (βλ. αναβολικά). Βλ. -όνη. [< γαλλ. testostérone, 1935, αγγλ. testosterone, 1935]
50228τετ α κεουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τετ-α-κε & τετακέ: απότομη αλλαγή κατεύθυνσης οχήματος, που κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών με πλαγιολίσθηση: εντυπωσιακό ~. [< γαλλ. tête-à-queue]
50229τετ α τετεπίρρ. & τετατέτ: σε ιδιαίτερη συνάντηση, κατ' ιδίαν: Κανόνισαν να τα πουν ~ (πβ. ιδιαιτέρως). Βρέθηκε ~ με τον διαρρήκτη (πβ. πρόσωπο με πρόσωπο).|| (ως ουσ.) Τηλεοπτικό ~. Είχαν ένα σύντομο ~. Φωτογραφία του ζευγαριού σε τρυφερό ~ (βλ. ενσταντανέ). [< γαλλ. tête-à-tête]
50230τεταγμένητε-ταγ-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. η κάθετη συντεταγμένη ενός σημείου στον χώρο. Βλ. τετμημένη. [< θηλ. της μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τάσσω, γαλλ. ordonée]
50231τεταμένος, η, ο τε-τα-μέ-νος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ένταση, οξυμμένος: ~η: ατμόσφαιρα/κατάσταση/συζήτηση (= έντονη). ~ο: κλίμα (= φορτισμένο). ~α: νεύρα (= τεντωμένα, τσιτωμένα)/πνεύματα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι ~ες (πβ. έκρυθμος).|| Με ~η προσοχή (: σε εγρήγορση, ετοιμότητα). 2. τεντωμένος: ~οι: μύες (= σφιγμένοι).|| (ΦΥΣ.) Εγκάρσια κύματα σε ~η χορδή. ● βλ. τείνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τείνω, γαλλ. tendu]
50232τετανίατε-τα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη νευρομυϊκή διεγερσιμότητα, που εκδηλώνεται με σπασμούς και παραισθησίες: νεογνική ~. Εμφάνιση ~ας λόγω υπερβολικά χαμηλών επιπέδων ασβεστίου/μαγνησίου (βλ. αλκάλωση, υπασβεστιαιμία). [< αγγλ. tetany, γαλλ. tétanie]
50233τετανικός, ή, ό τε-τα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τέτανο: ~ός: ερεθισμός. ~ή: συστολή. ~οί: σπασμοί. ~ές: συσπάσεις (των μυών).|| ~ή: τοξίνη. ~ό: εμβόλιο (= αντιτετανικό). [< μτγν. τετανικός, γαλλ. tétanique , αγγλ. tetanic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.