Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5060-5080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4137ανοιγοκλείνω[ἀνοιγοκλείνω] α-νοι-γο-κλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανοιγόκλει-σα}: ανοίγω και κλείνω, συνήθ. διαδοχικά και πολλές φορές: ~ τα μάτια/το στόμα/τα φώτα (= αναβοσβήνω).|| Η πόρτα ~ει αυτόματα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ένα αρχείο/μια εφαρμογή. [< μεσν. ανοιγοκλείνω]
4138ανοιγοκλείσιμο[ἀνοιγοκλείσιμο] α-νοι-γο-κλεί-σι-μο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ανοιγόκλεισμα: διαδοχικό, συνεχές άνοιγμα και κλείσιμο: το ~ των βλεφάρων (πβ. πετάρισμα)/του διακόπτη (: άναμμα και σβήσιμο).
4139ανοίγω[ἀνοίγω] α-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνοι-ξα, ανοί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, ανοιγ-όμενος, ανοίγ-οντας} 1. μετακινώ, αφαιρώ οτιδήποτε κρατάει κλειστό κάτι, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση σε αυτό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ την πόρτα (: ξεκλειδώνω ή γυρίζω το πόμολο). ~ το ψυγείο. ~ξε (διάπλατα) τα παντζούρια/το παράθυρο. (ελλειπτ.) ~ξέ μου να μπω (ενν. την πόρτα)! (προφ.) ~ξαν το σπίτι/το χρηματοκιβώτιο (= το διέρρηξαν).|| Στο αεροδρόμιο τού ζήτησαν να ~ξει την τσάντα του.|| ~ το καπάκι/την κονσέρβα (με το ανοιχτήρι)/το μπουκάλι. ~ξε την κατσαρόλα (= ξεσκέπασε).|| ~ το κιβώτιο/μπαούλο.|| ~ το φερμουάρ (πβ. ξεκουμπώνω).|| ~ τις κουρτίνες (= τραβώ).|| (βγάζω το περιτύλιγμα:) ~ το δέμα/τα δώρα/το πακέτο (πβ. ξεπακετάρω, ξετυλίγω).|| ~χτηκε η διαθήκη. Πβ. αποσφραγίζω.|| ~ την εφημερίδα. Ανοίξτε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα!|| Το ντουλάπι δεν ~ει, έχει κολλήσει/φρακάρει! Το κουτί ~ει από πάνω. Βλ. μισ~, ξαν~. ΑΝΤ. κλείνω (1) 2. απλώνω κάτι διπλωμένο ή πτυσσόμενο: ~ την ομπρέλα/τον χάρτη. ΑΝΤ. κλείνω.|| ~ ζύμη/φύλλο για πίτα.|| Ανοίξτε τα χέρια σας (= τεντώστε)!|| Καναπές που ~ει και γίνεται κρεβάτι.|| ~ξαν τα μπουμπούκια (= άνθισαν, έσκασαν). 3. θέτω σε λειτουργία συσκευή (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ το ραδιόφωνο/την τηλεόραση/τον υπολογιστή. ΣΥΝ. ανάβω.|| Πώς ~ει το κινητό σου; ΑΝΤ. κλείνω (3), σβήνω (2) 4. απελευθερώνω τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, περιστρέφοντας ή πατώντας τον μηχανισμό που εμποδίζει την παροχή του: (μτβ.) ~ τη βαλβίδα/στρόφιγγα. Μπορείς να ~ξεις το φως (= να το ανάψεις. ΑΝΤ. σβήνω);|| (αμτβ.) Ο διακόπτης ~ει με κάρτα.|| ~ την ένταση της τηλεόρασης (= αυξάνω). ΑΝΤ. κλείνω (5) 5. δημιουργώ εσοχή, κενό (συνήθ. στην επιφάνεια της γης): ~ μια λακκούβα (στο έδαφος/στο χώμα). ~χτηκαν λαγούμια/χαντάκια. ΣΥΝ. σκάβω.|| ~ξε πέρασμα ανάμεσα στο πλήθος.|| (κατ' επέκτ., για δημιουργία πληγής:) ~ξε ο ασθενής (= έπαθε κατακλίσεις). 6. ελευθερώνω χώρο από οτιδήποτε εμποδίζει το πέρασμα ή δημιουργεί στενότητα: ~ξε ο δρόμος στα χωριά που είχαν αποκλειστεί. (προφ.) Ανοίξτε να περάσω (= κάν(ε)τε τόπο)!|| ~ξαν τα σύνορα (= είναι ελεύθερη η επικοινωνία μεταξύ των χωρών). ΑΝΤ. κλείνω (9) 7. κάνω έναρξη σε κάτι, ξεκινώ: ~ λογαριασμό καταθέσεων.|| (για επαγγελματική δραστηριότητα:) ~ γραφείο/επιχείρηση/εστιατόριο (πβ. ιδρύω). ~ξε νέο κατάστημα (= εγκαινιάστηκε). Πότε ~εις το ιατρείο (ενν. μετά τις διακοπές); Το μαγαζί δεν θα ~ξει στις γιορτές (= θα μείνει κλειστό). ~ξαν τα σχολεία!|| (μτφ.) Την εκδήλωση θα ~ξει (με ομιλία του) ο ... (= θα προλογίσει). ~ξε τη συζήτηση (= άρχισε πρώτος). ~ξαν διάλογο με ... ~ξε θέμα ηγεσίας. Έχει ~ξει παρτίδες με τον υπόκοσμο. ~ει μια νέα περίοδος/ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο κρατών. Χώρα που ~ει δίαυλο επικοινωνίας/συνεργασίας με τις γειτονικές της. ~ει το Τριώδιο (= μπαίνει). ΑΝΤ. κλείνω (4) 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφανίζω τα περιεχόμενα αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ το έγγραφο/το λινκ/το παράθυρο.|| Δεν ~ει η (ιστο)σελίδα. 9. (αμτβ.) αυξάνεται το πλάτος μου, γίνομαι πιο ευρύς: Με τον καιρό τα παπούτσια θα ~ξουν και δεν θα σε στενεύουν.|| (μτφ.) ~ει το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις (= μεγαλώνει). 10. δίνω σε κάτι πιο φωτεινή απόχρωση: ~ τα μαλλιά μου (ΣΥΝ. ξανοίγω). 11. γράφω το πρώτο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: Ανοίξτε εισαγωγικά.|| ~ει παρένθεση. ΑΝΤ. κλείνω (12) 12. (προφ.) χειρουργώ: Τον ~ξαν.ανοίγεται: εκτείνεται, απλώνεται: Μπροστά μας ~ η θάλασσα.|| (μτφ.) ~ονται νέες δυνατότητες/ευκαιρίες/προοπτικές. Το κόμμα ~ στην κοινωνία (= κάνει άνοιγμα). ● Παθ.: ανοίγομαι 1. εξωτερικεύω τον ψυχικό μου κόσμο, εκδηλώνομαι: Δεν ~ εύκολα σε αγνώστους. Πβ. ανοίγω την καρδιά μου. 2. απομακρύνομαι από κάποιο χώρο: (από τη στεριά) Η βάρκα ~χτηκε στο πέλαγος. Μπήκαμε στο σκάφος και ~χτήκαμε στη θάλασσα. Πβ. βγαίνω στ' ανοιχτά, ξεμακραίνω.|| (για οδηγό:) ~χτηκε αριστερά, για να κάνει προσπέραση.|| (από τον χώρο της άμυνας στο ποδόσφαιρο:) Οι αντίπαλοι ~χτηκαν, αφήνοντας κενά στην αμυντική γραμμή. 3. διευρύνω, επεκτείνω τις δραστηριότητές μου, πνευματικές, οικονομικές· ξοδεύω υπέρμετρα, ξανοίγομαι: Χώρες που ~ονται στις νέες τεχνολογίες.|| (προφ.) Ας μην ~όμαστε (πολύ), έχουμε και έξοδα! ● Μτχ.: ανοιγόμενος , η, ο: που μπορεί να ανοίξει: ~η: οροφή (βλ. αίθριο). ~o: τραπέζι. Μηχανισμός αυτόματα/ηλεκτρικά/υδραυλικά ~. ~ καναπές που γίνεται κρεβάτι (: αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). Παράθυρα συρόμενα, ~α και ανακλινόμενα. ● ΦΡ.: ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου: χαίρομαι: ~ ~ όταν τον βλέπω!, ανοίγει η τύχη μου: βελτιώνεται πολύ η κατάστασή μου (ύστερα από απροσδόκητα θετικό συμβάν): Κέρδισε το λαχείο και ~ξε ~ του., ανοίγει ο κύκλος: αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια σειρά δραστηριοτήτων (που αναμένονται να διαρκέσουν αρκετές ημέρες): ~ ~ των απολογιών/διαπραγματεύσεων/κινητοποιήσεων., ανοίγω (τον) δρόμο 1. (μτφ.) δημιουργώ τις προϋποθέσεις (για κάτι συνήθ. θετικό): Οι νέες τεχνολογίες ~ουν ~ προς τη/στη γνώση.|| ~ξε ο δρόμος για την προαγωγή του. 2. δημιουργώ πέρασμα: ~ξε ~ με τους αγκώνες του/ανάμεσα στο πλήθος., ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) (προφ.): βάζω κάποιον σε μπελάδες, του προκαλώ προβλήματα: Μου έχεις ~ξει ~ με τα καμώματά σου!, ανοίγω ευκαιρίες: δημιουργώ νέες δυνατότητες: Σπουδές που ~ουν ~ στη (/για τη) ζωή.|| ~ουν/~ονται ~ που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε (= παρουσιάζονται)., ανοίγω σπίτι (μτφ.-προφ.): παντρεύομαι: Είναι ώρα ν' ανοίξεις κι εσύ ~ (= να νοικοκυρευτείς)!, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.): τον διαφωτίζω, τον αφυπνίζω: Μας ~ξε ~ και καταλάβαμε την απάτη. ΑΝΤ. κλείνω τα μάτια (κάποιου) (1), ανοίγω τα μάτια μου: ξυπνώ· κατ' επέκτ. ανακαλύπτω την αλήθεια: Με το που ~ξε ~ του ... || ~ξε ~ σου επιτέλους να δεις τι γίνεται (= ξεστραβώσου)!, ανοίγω την αγκαλιά μου 1. απλώνω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον: ~ξε ~ του και την έσφιξε στο στήθος του. 2. (μτφ.) υποδέχομαι κάποιον ζεστά, με στοργή: Ιατροί και νοσηλευτές ~ξαν ~ τους στα παιδιά., ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον): εξωτερικεύω, εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι που σκέφτομαι ή που με απασχολεί: (Μου) ~ξε ~ του και μου μίλησε για τα προβλήματά του (= μου ανοίχτηκε). Πβ. εξομολογούμαι, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη: προκαλώ επιθυμία για φαγητό/έχω έντονη επιθυμία για κάτι: Γεύσεις/πιάτα που ~ουν ~.|| (μτφ.) Η ανοδική πορεία της οικονομίας έχει ανοίξει την ~ των εταιρειών για νέες (επενδυτικές) δραστηριότητες., ανοίγω το σκορ: σημειώνω το πρώτο γκολ ή καλάθι: Οι φιλοξενούμενοι ~ξαν ~.|| Το σκορ ~ει με δυνατό σουτ του ..., ανοίγω τον φάκελο (μτφ.): ξεκινώ τη διερεύνηση μιας υπόθεσης: Δημοσιογράφος που έχει αποφασίσει να ~ξει ~ της δολοφονίας.|| ~ξε ο φάκελος της διαφθοράς., ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) (μτφ.-προφ.): (απειλητ. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας) τον χτυπώ στο κεφάλι: Θα σου ~ξω/σπάσω το ~!, άνοιξαν οι ουρανοί: σε περιπτώσεις πολύ δυνατής βροχής: ~ ~ και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς/ρίχνει καρεκλοπόδαρα., ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί (μτφ.): να εξαφανιστώ, να χαθώ από όλους και από όλα: Αισθάνθηκα τόσο άσχημα/ντράπηκα τόσο πολύ, που μακάρι ν' άνοιγε ~ ~!|| Αν λέω ψέματα, ν' ανοίξει ~ ~., ανοίγει (νέους) ορίζοντες βλ. ορίζοντας, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, ανοίγει ο καιρός βλ. καιρός, ανοίγει ο ουρανός βλ. ουρανός, ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός, ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο βλ. κλείνω, ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι, ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, ανοίγω ιστορίες βλ. ιστορία, ανοίγω λογαριασμούς βλ. λογαριασμός, ανοίγω πανιά βλ. πανί, ανοίγω πυρ βλ. πυρ, ανοίγω σαμπάνιες βλ. σαμπάνια, ανοίγω τα στραβά μου βλ. στραβός, ανοίγω την πόρτα της εξόδου βλ. πόρτα, ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα, ανοίγω το στόμα μου βλ. στόμα, ανοίγω τον χορό βλ. χορός, ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ἀνοίγω, αγγλ. open, γαλλ. ouvrir, γερμ. öffnen]
4140ανοίκειος, α, ο [ἀνοίκειος] α-νοί-κει-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν είναι κατάλληλος για την περίσταση: ~α: συμπεριφορά. ~ο: ύφος. ~α και συκοφαντική επίθεση. ~ες και απαξιωτικές εκφράσεις. Πβ. αγενής, ανάρμοστος, απρεπής, αταίριαστος, άτοπος. ΑΝΤ. αρμόζων 2. άγνωστος, ξένος: ~ο: περιβάλλον.|| (ως ουσ.-λόγ.) Ο φόβος για το ~ο (= διαφορετικό). ΑΝΤ. οικείος (1) [< μτγν. ἀνοίκειος]
4141ανοικειότητα[ἀνοικειότητα] α-νοι-κει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απουσία οικειότητας, επαφής: ~ μεταξύ των συνομιλητών. Αποξένωση/αποστασιοποίηση και ~. 2. η ιδιότητα του ασυνήθιστου, του διαφορετικού: ~ της γραφής/του λόγου. [< μεσν. ἀνοικειότης]
4142ανοικείωση[ἀνοικείωση] α-νοι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. (στον ρωσικό φορμαλισμό) γνώρισμα λογοτεχνικού κειμένου που βασίζεται στη μη οικεία χρήση λέξεων, κυρ. μέσω νέων συνδυασμών, αλλά και πρωτότυπων αφηγηματικών τεχνικών· κατ' επέκτ. βασική ιδιότητα κάθε μορφής τέχνης που ανατρέπει τη συνήθη αντίληψη της πραγματικότητας, απομακρύνοντας την εμπειρία αναγνωστών ή θεατών από καθιερωμένες συμβάσεις. Βλ. αποστασιοποίηση, λογοτεχνικότητα. 2. (σπάν.) ανοικειότητα. [< αγγλ. defamiliarization, 1971]
4143ανοίκιαστος, η, ο [ἀνοίκιαστος] α-νοί-κια-στος επίθ.: ξενοίκιαστος: ~ο: διαμέρισμα. ~α: δωμάτια. ~ο (παρα)μένει το μαγαζί εδώ και ένα χρόνο.|| ~ες: ταινίες. ~α: ντιβιντί.
4144ανοικοδόμηση[ἀνοικοδόμηση] α-νοι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εκ νέου οικοδόμηση κατεστραμμένου κτίσματος: ραγδαία ~. ~ της πληγείσας περιοχής. Πβ. ανίδρυση, κτίσιμο. Βλ. αναπαλαίωση, αναστήλωση, αποκατάσταση. ΑΝΤ. γκρέμισμα, κατεδάφιση (1) 2. (μτφ.) ξεπέρασμα δυσχερειών και περαιτέρω βελτίωση σε συλλογικό επίπεδο· ανόρθωση: κοινωνική/οικονομική ~. Η μεταπολεμική ~ της Ελλάδας. Πβ. ανασυγκρότηση, επανόρθωση. ΑΝΤ. κατάρρευση (3) [< αρχ. ἀνοικοδόμησις, γερμ. Wiederaufbau]
4145ανοικοδομώ[ἀνοικοδομῶ] α-νοι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {ανοικοδομ-εί... | ανοικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): ανακατασκευάζω ή επισκευάζω κτίσμα· γενικότ. οικοδομώ: Η πόλη ~είται τα τελευταία χρόνια με εντατικούς ρυθμούς. Η εκκλησία ~ήθηκε εκ βάθρων. Πβ. αναστηλώνω, ανεγείρω, ξαναχτίζω.|| (μτφ.) ~ήθηκε γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των .../η οικονομία. Πβ. ανασυγκροτώ, ανορθώνω, αποκαθιστώ. ΑΝΤ. γκρεμίζω, κατεδαφίζω. [< αρχ. ἀνοικοδομῶ]
4146ανοικοκύρευτος, η, ο [ἀνοικοκύρευτος] α-νοι-κο-κύ-ρευ-τος επίθ. (προφ.) ΣΥΝ. ακατάστατος 1. (για χώρο) που δεν είναι τακτοποιημένος: ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. ασυγύριστος (1), ασυμμάζευτος (1) ΑΝΤ. συμμαζεμένος 2. (για πρόσ., μειωτ.) που δεν νοιάζεται για την τάξη στο περιβάλλον του: ~ και αχαΐρευτος. ΣΥΝ. τσαπατσούλης
4147ανοικονόμητος, η, ο [ἀνοικονόμητος] α-νοι-κο-νό-μη-τος επίθ. (οικ.) 1. που δεν μπορεί να βολευτεί, να συμμαζευτεί, συνήθ. λόγω μεγάλου μεγέθους: (για πρόσ.) Ψηλός, αδέξιος και ~ (πβ. ατσούμπαλος). Βλ. αβόλευτος.|| ~ο: κείμενο. 2. (σπάν.-μτφ.) ανυπόφορος, ενοχλητικός: ~η: συμπεριφορά (= δύστροπη, ιδιόρρυθμη). [< μτγν. ἀνοικονόμητος]
4148ανοικτίρμων, ων, ον [ἀνοικτίρμων] α-νοι-κτίρ-μων επίθ. {ανοικτίρμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): που δεν νιώθει οίκτο: Τήρησε ~ονα και ανάλγητη στάση. Πβ. αδυσώπητος, άκαρδος, ανάλγητος, ανελέητος, άσπλαχνος. ΑΝΤ. ευσπλαχνικός, οικτίρμων [< αρχ. ἀνοικτίρμων]
4149ανοικτός, ή, ό βλ. ανοιχτός
4150άνοιξη[ἄνοιξη] ά-νοι-ξη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α) 1. εποχή του έτους, η οποία διαρκεί από την εαρινή ισημερία μέχρι το θερινό ηλιοστάσιο για το Β. Ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και χαρακτηρίζεται από μέτριες θερμοκρασίες και ανθοφορία των περισσότερων φυτών: ο ερχομός της ~ης. Μπήκε η ~! Μύρισε ~! Πβ. έαρ. 2. (μτφ.) ακμή, αναγέννηση: μουσική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ~ του αθλητισμού. Πβ. αναδημιουργία, αναζωογόνηση.|| (λογοτ.) Στην ~ της ζωής του. Πβ. νεότητα, νιάτα. ● ΣΥΜΠΛ.: Άνοιξη της Ευρώπης: ετήσια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του δημόσιου διαλόγου και του προβληματισμού των μαθητών σχετικά με τις αρχές, τα επιτεύγματα και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της διοργάνωσης σχολικών εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν δημόσιες συζητήσεις και συναντήσεις με εμπειρογνώμονες, διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ μαθητών ευρωπαϊκών σχολείων: η ημέρα της ~ης ~. ● ΦΡ.: ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη (παροιμ.): μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν να επιφέρουν σπουδαίες αλλαγές., φέρνω την άνοιξη (μτφ.): κάνω κάποιον ευτυχισμένο ή συντελώ, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση σε έναν χώρο: Έφερε ~ στη ζωή μου. [< μεσν. άνοιξη]
4151ανοιξιάτικος, η, ο [ἀνοιξιάτικος] α-νοι-ξιά-τι-κος επίθ.: που ανήκει στη χρονική περίοδο της άνοιξης ή ταιριάζει σε αυτήν: ~ος: καιρός. ~η: μέρα. ~ο: πρωινό/τοπίο. ~οι: περίπατοι. ~ες: αλλεργίες. ~α: λουλούδια. Πβ. εαρινός. Βλ. καλοκαιρ-, φθινοπωρ-ινός, χειμωνιάτικος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~α: ρολά (= σπρινγκ ρολς). Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: ανοιξιάτικα (τα): ρούχα κατάλληλα για την άνοιξη: Βγήκαν τα ~. ● επίρρ.: ανοιξιάτικα
4152ανοιχτά[ἀνοιχτά] α-νοι-χτά επίρρ. & ανοικτά 1. χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές, ξεκάθαρα, με παρρησία: Ας μιλήσουμε ~! Διακηρύσσει/λέει ~ τις απόψεις του (= ελεύθερα, χωρίς φόβο). Καταγγέλλει/κατηγορεί/(υπο)στηρίζει ~ την κυβέρνηση. Εξέφρασε ~ την αντίθεσή του. Διαφώνησε ~ με ... Καταφέρθηκε ~ εναντίον του ... Πήρε ~ το μέρος τους. Πβ. απερίφραστα, ευθέως, στα ίσα. 2. για κατάστημα, υπηρεσία, μουσείο που παραμένει σε λειτουργία, δεν κλείνει: Είμαστε ~ από... έως.../κατά τη διάρκεια των εορτών/όλη τη μέρα.|| (κατ' επέκτ.) Άφησε ~, για να αεριστεί το δωμάτιο (: άνοιξε την πόρτα ή το παράθυρο). 3. με φανερό τρόπο: Φλερτάρει ~. ● ΦΡ.: παίρνω ανοιχτά τη στροφή (προφ.): στρίβω το αυτοκίνητο ή τη μηχανή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απέχει αρκετά από την εσωτερική πλευρά του δρόμου.
4153ανοιχτήρι[ἀνοιχτήρι] α-νοι-χτή-ρι ουσ. (ουδ.): μικρό εργαλείο για το άνοιγμα μπουκαλιών, κονσερβών: ηλεκτρικό ~. ~ κρασιού (πβ. τιρμπουσόν). Βλ. -τήρι. [< μεσν. ανοικτήριον]
4154ανοιχτο- & ανοιχτό-& ανοικτο- & ανοικτό-: (μτφ.) το επίθετο ανοιχτός ως α' συνθετικό λέξεων, κυρ. επιθέτων: ανοιχτο-μάτης/~χέρης. Ανοιχτό-καρδος/~μυαλος.|| Ανοιχτό-χρωμος. [< μεσν. ανοιχτο-]
4155ανοιχτόκαρδος, η, ο [ἀνοιχτόκαρδος] α-νοι-χτό-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καλή διάθεση, φιλική συμπεριφορά: ~ος: άνθρωπος. Πβ. διαχυτικός, εγκάρδιος, εκδηλωτικός, εξωστρεφής, ζεστός, καλόκαρδος. ΑΝΤ. εσωστρεφής, κλειστός. Βλ. -καρδος. ● επίρρ.: ανοιχτόκαρδα
4156ανοιχτομάτης, α, ικο [ἀνοιχτομάτης] α-νοι-χτο-μά-της επίθ. (προφ.): που δεν του ξεφεύγει τίποτα: ~ης: έμπορος.|| (ως ουσ.-αρνητ. συνυποδ.) Τον εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι ~ηδες (= αετονύχηδες). Πβ. αετομάτης, τετραπέρατος. Βλ. διορατικός, έξυπνος, -μάτης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.