Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5060-5080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4129άνοδος[ἄνοδος] ά-νο-δος ουσ. (θηλ.) {ανόδ-ου} 1. (μτφ.) ποσοτική αύξηση: αισθητή/απότομη/εκρηκτική/εντυπωσιακή/θεαματική/κατακόρυφη/ξαφνική/οριακή/σταδιακή/συγκρατημένη ~ των πωλήσεων. ~ της απασχόλησης/των εξαγωγών/των κερδών/του πληθωρισμού. ~ στις τιμές του πετρελαίου. ~ κατά/μόλις/της τάξης του ...%. Κούρσα/πορεία ~ου (των επιτοκίων). Ο δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου έκλεισε με/παρουσίασε/κατέγραψε/σημείωσε σημαντική ~ο (πβ. ανέβασμα).|| Επικίνδυνη ~ της στάθμης του νερού. Αναμένεται/προβλέπεται (μεγάλη/μικρή) ~ των βάσεων/της θερμοκρασίας.|| ~ του βιοτικού επιπέδου (= βελτίωση, καλυτέρευση). ΑΝΤ. κάθοδος (3), μείωση (1), πτώση (2) 2. κίνηση προς τα άνω: σκάλα ~ου. Ράμπες για τη διευκόλυνση ~ου-καθόδου ατόμων με κινητικές δυσκολίες.|| (ανοδική κατεύθυνση:) Τροχαίο ατύχημα στο ρεύμα ~ου προς ... Οδός που είναι μόνο ~. ΑΝΤ. κάθοδος (1) 3. (μτφ.) μετάβαση σε ανώτερη θέση: επαγγελματική/κοινωνική ~. ~ κόμματος (στην εξουσία). ~ στον θρόνο. Άλμα/προοπτικές/προσδοκίες ~ου. Πβ. ανάρρηση, αναρρίχηση, ανέλιξη.|| (ΑΘΛ.) Το κυνήγι/η μάχη της ~ου στην Α1 κατηγορία. Η ομάδα εξασφάλισε την ~ό της στη Β' Εθνική. ΑΝΤ. κατάρρευση (1), πτώση (5) 4. ΦΥΣ. συλλέκτης αρνητικά φορτισμένων ιόντων· θετικό ηλεκτρόδιο: το δυναμικό της ~ου. ΑΝΤ. κάθοδος (4) 5. ΠΛΗΡΟΦ. ανέβασμα αρχείων στον σέρβερ. [< 1: γαλλ. montée 2: αρχ. ἄνοδος 3: γαλλ. ascension 4: αγγλ.-γαλλ. anode 5: αγγλ. upload, 1979]
4130ανοησία[ἀνοησία] α-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη λογικής σκέψης, εξυπνάδας: ανθρώπινη ~. Μέχρι πού φτάνει η ~ τους; Είναι μεγάλη ~ να μιλάμε για ... Πβ. αβελτηρία, αμυαλιά, απερισκεψία, βλακεία, ευήθεια, ηλιθιότητα, κουταμάρα, χαζομάρα. ΑΝΤ. ευφυΐα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) λόγος ή πράξη που αντιβαίνει στη λογική: Κάνει/λέει ~ες. Άσε τις ~ες! Πβ. αρλούμπα, κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)!, κουραφέξαλα, μπαρούφα, μπούρδα, σαχλαμάρα. [< μτγν. ἀνοησία]
4131ανοηταίνω[ἀνοηταίνω] α-νο-η-ταί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.): γίνομαι ανόητος, λέω ή κάνω ανοησίες. Πβ. μωρολογώ, σαχλαμαρίζω. ΣΥΝ. ξεκουτιαίνω [< αρχ. ἀνοηταίνω]
4132ανόητος, η, ο [ἀνόητος] α-νό-η-τος επίθ.: που στερείται λογικής: ~η: απόφαση/ενέργεια/ερώτηση/ιδέα/σπατάλη (= αλόγιστη)/συμπεριφορά. ~ες: συζητήσεις. ~α: αστεία/λάθη (= απερίσκεπτα, επιπόλαια)/σχόλια. Μπορεί να ακούγεται/φαίνεται ~ο, αλλά ... Θα ήταν ~ο να ...|| (για πρόσ.) Πόσο ~η (= αφελής, εύπιστη) ήμουν που σε πίστεψα. Πβ. ευήθης, κουτός, μωρός, χαζός.|| (ως ουσ.) Τι έκανε πάλι ο ~; Μόνο ένας ~ θα ... Πβ. ζωντόβολο, μπουμπούνας, μπουνταλάς. ΣΥΝ. βλάκας ΑΝΤ. έξυπνος (1), ευφυής, νοήμων ● επίρρ.: ανόητα & (λόγ.) -ήτως [< αρχ. ἀνόητος]
4133ανόθευτος, η, ο [ἀνόθευτος] α-νό-θευ-τος επίθ. 1. που δεν νοθεύτηκε: ~η: βενζίνη. ~ο: κρασί. ~α: προϊόντα. Πβ. αυθεντικός, γνήσιος, καθαρός, πούρος. ΣΥΝ. αγνός (2) 2. (μτφ.) που δεν έχει αλλοιωθεί ή παραποιηθεί: ~η: έκφραση (της λαϊκής βούλησης). ~ες: εκλογές. ΑΝΤ. νόθος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ ανταγωνισμός. ● επίρρ.: ανόθευτα [< μτγν. ἀνόθευτος]
4134άνοια[ἄνοια] ά-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαθμιαία και συνήθ. μη αναστρέψιμη απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: αγγειακή (: ως αποτέλεσμα αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων)/αλκοολική/μετωποκροταφική/πρώιμη ~. Πβ. μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεροντική άνοια: απώλεια των νοητικών λειτουργιών λόγω βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος στα ηλικιωμένα άτομα. Βλ. μαλάκυνση (του) εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< γαλλ. démence sénile] [< αρχ. ἄνοια ‘ανοησία, τρέλα, μανία’, γαλλ. démence]
4135άνοιγμα[ἄνοιγμα] ά-νοιγ-μα ουσ. (ουδ.) {ανοίγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανοίγω: ~ της πόρτας με το κλειδί (= ξεκλείδωμα). ~ των παραθύρων. Σύστημα αυτόματου ~ατος θυρών.|| ~ της κονσέρβας (με το ανοιχτήρι)/του μπουκαλιού.|| ~ του φερμουάρ (πβ. ξεκούμπωμα).|| ~ των δώρων/πακέτων (= ξετύλιγμα).|| ~ του γράμματος/φακέλου. ~ της διαθήκης (= αποσφράγιση).|| ~ του βιβλίου/της εφημερίδας (στη σελίδα ...).|| ~ του στόματος.|| (ΟΠΤ.) ~ φακού ... mm (= διάμετρος).|| ~ του λιμανιού/της χωματερής μετά την απεργία. ~ (και πάλι) των σχολείων μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Πβ. επαναλειτουργία. ΑΝΤ. κλείσιμο (1) 2. άπλωμα (διπλωμένου ή πτυσσόμενου αντικειμένου), ξεδίπλωμα: ~ της ομπρέλας/του χάρτη. ΑΝΤ. κλείσιμο.|| ~ φύλλου για πίτα.|| (σε γυμναστικές κυρ. ασκήσεις:) ~ των ποδιών/των χεριών (πβ. διάταση).|| (σπάν.) ~ των λουλουδιών (= άνθισμα). 3. έναρξη της λειτουργίας συσκευής (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης/του υπολογιστή. (ΑΝΤ. κλείσιμο, σβήσιμο). 4. απελευθέρωση της ροής ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, μέσω περιστροφής ή πατήματος του μηχανισμού που εμποδίζει την παροχή του: ~ του διακόπτη/της λάμπας (ΑΝΤ. σβήσιμο). ~ της βρύσης. (ΑΝΤ. κλείσιμο). 5. δημιουργία εσοχής, κενού (συνήθ. στην επιφάνεια της γης)· κατ' επέκτ. η σχισμή που δημιουργείται: ~ λάκκου/λακκούβας (= σκάψιμο). ~ διώρυγας (= διάνοιξη).|| Το ~ της σπηλιάς (= η είσοδος). ~ του εδάφους (πβ. ρήγμα, ρωγμή).|| Φόρεμα με μεγάλο ~ στο στήθος (= ντεκολτέ).|| Τα ~ατα ενός κτιρίου (= παράθυρα, φεγγίτες). 6. απελευθέρωση χώρου από οτιδήποτε καθιστά δύσκολο το πέρασμά του ή δημιουργεί στενότητα· κατ' επέκτ. δίοδος, πέρασμα: ~ του δρόμου από τα χιόνια (= αποχιονισμός, καθαρισμός).|| ~ των συνόρων.|| Στενό ~. 7. έναρξη, ξεκίνημα: (επαγγελματικής δραστηριότητας:) ~ νέου καταστήματος (= ίδρυση).|| (μτφ.) ~ της συζήτησης. ~ συνεργασίας με τους γειτονικούς λαούς. ~ μιας νέας περιόδου/ενός νέου κεφαλαίου στον τομέα της ... ~ μιας νέας σελίδας στην ιστορία του τόπου. ~ του συνεδρίου με ομιλία του ... ΑΝΤ. λήξη 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφάνιση των περιεχομένων αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ του εγγράφου. 9. διεύρυνση, επέκταση των δραστηριοτήτων κάποιου· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) υπερβολικά έξοδα ή επενδύσεις με μεγάλο ρίσκο: οικονομικό ~ (σε νέες αγορές). Πολιτικό ~ του κόμματος (στη νεολαία). Η Κυβέρνηση κάνει ~ και σε άλλους πολιτικούς χώρους. ~ της εκπαίδευσης στις ανάγκες της κοινωνίας. ~ τραπεζών σε καταθέτες.|| Εμπορικά ~ατα σε χώρες του εξωτερικού. Μη εξυπηρετούμενα ~ατα (= δάνεια). Αποφύγετε τα μεγάλα ~ατα. 10. διαπλάτυνση και κατ' επέκτ. το σημείο όπου κάτι γίνεται πιο πλατύ: εργασίες για ~ του δρόμου (κοντά στα διόδια). Πβ. διεύρυνση, πλάτυνση. ΑΝΤ. στένεμα.|| Το ~ του κόλπου.|| (μτφ.) Κλείνει το ~ της ψαλίδας (: μειώνεται η διαφορά). 11. γραφή του πρώτου από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: ~ εισαγωγικών/παρένθεσης. 12. ΙΑΤΡ. ρήξη, σχίσιμο αγγείου ή ιστού (του ανθρώπινου σώματος): ~ της μύτης (= ρινορραγία). 13. (για χρώμα) ξάνοιγμα: ~ των μαλλιών. 14. άρση του απορρήτου: ~ των χρηματιστηριακών κωδικών. ● ΣΥΜΠΛ.: άνοιγμα (του) λογαριασμού ΟΙΚΟΝ. 1. δημιουργία λογαριασμού σε τράπεζα: ελάχιστο ποσό για ~ ~. 2. άρση του απορρήτου τραπεζικού λογαριασμού (στα πλαίσια εισαγγελικής έρευνας). [< μτγν. ἄνοιγμα]
4136ανοιγμένος, η, ο [ἀνοιγμένος] α-νοιγ-μέ-νος επίθ.: που έχει ανοιχτεί: ~η: συσκευασία. ~ο: πακέτο. ~α: πανιά/φτερά. Πίτες με φύλλο ~ο στο χέρι.|| (ΙΑΤΡ.) ~η: μύτη (: που αιμορραγεί).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες: (ιστο)σελίδες ~α: αρχεία/προγράμματα (= ενεργοποιημένα). Πβ. ανοιχτός. ● ΦΡ.: ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι
4137ανοιγοκλείνω[ἀνοιγοκλείνω] α-νοι-γο-κλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανοιγόκλει-σα}: ανοίγω και κλείνω, συνήθ. διαδοχικά και πολλές φορές: ~ τα μάτια/το στόμα/τα φώτα (= αναβοσβήνω).|| Η πόρτα ~ει αυτόματα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ένα αρχείο/μια εφαρμογή. [< μεσν. ανοιγοκλείνω]
4138ανοιγοκλείσιμο[ἀνοιγοκλείσιμο] α-νοι-γο-κλεί-σι-μο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ανοιγόκλεισμα: διαδοχικό, συνεχές άνοιγμα και κλείσιμο: το ~ των βλεφάρων (πβ. πετάρισμα)/του διακόπτη (: άναμμα και σβήσιμο).
4139ανοίγω[ἀνοίγω] α-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνοι-ξα, ανοί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, ανοιγ-όμενος, ανοίγ-οντας} 1. μετακινώ, αφαιρώ οτιδήποτε κρατάει κλειστό κάτι, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση σε αυτό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ την πόρτα (: ξεκλειδώνω ή γυρίζω το πόμολο). ~ το ψυγείο. ~ξε (διάπλατα) τα παντζούρια/το παράθυρο. (ελλειπτ.) ~ξέ μου να μπω (ενν. την πόρτα)! (προφ.) ~ξαν το σπίτι/το χρηματοκιβώτιο (= το διέρρηξαν).|| Στο αεροδρόμιο τού ζήτησαν να ~ξει την τσάντα του.|| ~ το καπάκι/την κονσέρβα (με το ανοιχτήρι)/το μπουκάλι. ~ξε την κατσαρόλα (= ξεσκέπασε).|| ~ το κιβώτιο/μπαούλο.|| ~ το φερμουάρ (πβ. ξεκουμπώνω).|| ~ τις κουρτίνες (= τραβώ).|| (βγάζω το περιτύλιγμα:) ~ το δέμα/τα δώρα/το πακέτο (πβ. ξεπακετάρω, ξετυλίγω).|| ~χτηκε η διαθήκη. Πβ. αποσφραγίζω.|| ~ την εφημερίδα. Ανοίξτε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα!|| Το ντουλάπι δεν ~ει, έχει κολλήσει/φρακάρει! Το κουτί ~ει από πάνω. Βλ. μισ~, ξαν~. ΑΝΤ. κλείνω (1) 2. απλώνω κάτι διπλωμένο ή πτυσσόμενο: ~ την ομπρέλα/τον χάρτη. ΑΝΤ. κλείνω.|| ~ ζύμη/φύλλο για πίτα.|| Ανοίξτε τα χέρια σας (= τεντώστε)!|| Καναπές που ~ει και γίνεται κρεβάτι.|| ~ξαν τα μπουμπούκια (= άνθισαν, έσκασαν). 3. θέτω σε λειτουργία συσκευή (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ το ραδιόφωνο/την τηλεόραση/τον υπολογιστή. ΣΥΝ. ανάβω.|| Πώς ~ει το κινητό σου; ΑΝΤ. κλείνω (3), σβήνω (2) 4. απελευθερώνω τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, περιστρέφοντας ή πατώντας τον μηχανισμό που εμποδίζει την παροχή του: (μτβ.) ~ τη βαλβίδα/στρόφιγγα. Μπορείς να ~ξεις το φως (= να το ανάψεις. ΑΝΤ. σβήνω);|| (αμτβ.) Ο διακόπτης ~ει με κάρτα.|| ~ την ένταση της τηλεόρασης (= αυξάνω). ΑΝΤ. κλείνω (5) 5. δημιουργώ εσοχή, κενό (συνήθ. στην επιφάνεια της γης): ~ μια λακκούβα (στο έδαφος/στο χώμα). ~χτηκαν λαγούμια/χαντάκια. ΣΥΝ. σκάβω.|| ~ξε πέρασμα ανάμεσα στο πλήθος.|| (κατ' επέκτ., για δημιουργία πληγής:) ~ξε ο ασθενής (= έπαθε κατακλίσεις). 6. ελευθερώνω χώρο από οτιδήποτε εμποδίζει το πέρασμα ή δημιουργεί στενότητα: ~ξε ο δρόμος στα χωριά που είχαν αποκλειστεί. (προφ.) Ανοίξτε να περάσω (= κάν(ε)τε τόπο)!|| ~ξαν τα σύνορα (= είναι ελεύθερη η επικοινωνία μεταξύ των χωρών). ΑΝΤ. κλείνω (9) 7. κάνω έναρξη σε κάτι, ξεκινώ: ~ λογαριασμό καταθέσεων.|| (για επαγγελματική δραστηριότητα:) ~ γραφείο/επιχείρηση/εστιατόριο (πβ. ιδρύω). ~ξε νέο κατάστημα (= εγκαινιάστηκε). Πότε ~εις το ιατρείο (ενν. μετά τις διακοπές); Το μαγαζί δεν θα ~ξει στις γιορτές (= θα μείνει κλειστό). ~ξαν τα σχολεία!|| (μτφ.) Την εκδήλωση θα ~ξει (με ομιλία του) ο ... (= θα προλογίσει). ~ξε τη συζήτηση (= άρχισε πρώτος). ~ξαν διάλογο με ... ~ξε θέμα ηγεσίας. Έχει ~ξει παρτίδες με τον υπόκοσμο. ~ει μια νέα περίοδος/ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο κρατών. Χώρα που ~ει δίαυλο επικοινωνίας/συνεργασίας με τις γειτονικές της. ~ει το Τριώδιο (= μπαίνει). ΑΝΤ. κλείνω (4) 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφανίζω τα περιεχόμενα αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ το έγγραφο/το λινκ/το παράθυρο.|| Δεν ~ει η (ιστο)σελίδα. 9. (αμτβ.) αυξάνεται το πλάτος μου, γίνομαι πιο ευρύς: Με τον καιρό τα παπούτσια θα ~ξουν και δεν θα σε στενεύουν.|| (μτφ.) ~ει το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις (= μεγαλώνει). 10. δίνω σε κάτι πιο φωτεινή απόχρωση: ~ τα μαλλιά μου (ΣΥΝ. ξανοίγω). 11. γράφω το πρώτο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: Ανοίξτε εισαγωγικά.|| ~ει παρένθεση. ΑΝΤ. κλείνω (12) 12. (προφ.) χειρουργώ: Τον ~ξαν.ανοίγεται: εκτείνεται, απλώνεται: Μπροστά μας ~ η θάλασσα.|| (μτφ.) ~ονται νέες δυνατότητες/ευκαιρίες/προοπτικές. Το κόμμα ~ στην κοινωνία (= κάνει άνοιγμα). ● Παθ.: ανοίγομαι 1. εξωτερικεύω τον ψυχικό μου κόσμο, εκδηλώνομαι: Δεν ~ εύκολα σε αγνώστους. Πβ. ανοίγω την καρδιά μου. 2. απομακρύνομαι από κάποιο χώρο: (από τη στεριά) Η βάρκα ~χτηκε στο πέλαγος. Μπήκαμε στο σκάφος και ~χτήκαμε στη θάλασσα. Πβ. βγαίνω στ' ανοιχτά, ξεμακραίνω.|| (για οδηγό:) ~χτηκε αριστερά, για να κάνει προσπέραση.|| (από τον χώρο της άμυνας στο ποδόσφαιρο:) Οι αντίπαλοι ~χτηκαν, αφήνοντας κενά στην αμυντική γραμμή. 3. διευρύνω, επεκτείνω τις δραστηριότητές μου, πνευματικές, οικονομικές· ξοδεύω υπέρμετρα, ξανοίγομαι: Χώρες που ~ονται στις νέες τεχνολογίες.|| (προφ.) Ας μην ~όμαστε (πολύ), έχουμε και έξοδα! ● Μτχ.: ανοιγόμενος , η, ο: που μπορεί να ανοίξει: ~η: οροφή (βλ. αίθριο). ~o: τραπέζι. Μηχανισμός αυτόματα/ηλεκτρικά/υδραυλικά ~. ~ καναπές που γίνεται κρεβάτι (: αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). Παράθυρα συρόμενα, ~α και ανακλινόμενα. ● ΦΡ.: ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου: χαίρομαι: ~ ~ όταν τον βλέπω!, ανοίγει η τύχη μου: βελτιώνεται πολύ η κατάστασή μου (ύστερα από απροσδόκητα θετικό συμβάν): Κέρδισε το λαχείο και ~ξε ~ του., ανοίγει ο κύκλος: αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια σειρά δραστηριοτήτων (που αναμένονται να διαρκέσουν αρκετές ημέρες): ~ ~ των απολογιών/διαπραγματεύσεων/κινητοποιήσεων., ανοίγω (τον) δρόμο 1. (μτφ.) δημιουργώ τις προϋποθέσεις (για κάτι συνήθ. θετικό): Οι νέες τεχνολογίες ~ουν ~ προς τη/στη γνώση.|| ~ξε ο δρόμος για την προαγωγή του. 2. δημιουργώ πέρασμα: ~ξε ~ με τους αγκώνες του/ανάμεσα στο πλήθος., ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) (προφ.): βάζω κάποιον σε μπελάδες, του προκαλώ προβλήματα: Μου έχεις ~ξει ~ με τα καμώματά σου!, ανοίγω ευκαιρίες: δημιουργώ νέες δυνατότητες: Σπουδές που ~ουν ~ στη (/για τη) ζωή.|| ~ουν/~ονται ~ που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε (= παρουσιάζονται)., ανοίγω σπίτι (μτφ.-προφ.): παντρεύομαι: Είναι ώρα ν' ανοίξεις κι εσύ ~ (= να νοικοκυρευτείς)!, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.): τον διαφωτίζω, τον αφυπνίζω: Μας ~ξε ~ και καταλάβαμε την απάτη. ΑΝΤ. κλείνω τα μάτια (κάποιου) (1), ανοίγω τα μάτια μου: ξυπνώ· κατ' επέκτ. ανακαλύπτω την αλήθεια: Με το που ~ξε ~ του ... || ~ξε ~ σου επιτέλους να δεις τι γίνεται (= ξεστραβώσου)!, ανοίγω την αγκαλιά μου 1. απλώνω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον: ~ξε ~ του και την έσφιξε στο στήθος του. 2. (μτφ.) υποδέχομαι κάποιον ζεστά, με στοργή: Ιατροί και νοσηλευτές ~ξαν ~ τους στα παιδιά., ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον): εξωτερικεύω, εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι που σκέφτομαι ή που με απασχολεί: (Μου) ~ξε ~ του και μου μίλησε για τα προβλήματά του (= μου ανοίχτηκε). Πβ. εξομολογούμαι, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη: προκαλώ επιθυμία για φαγητό/έχω έντονη επιθυμία για κάτι: Γεύσεις/πιάτα που ~ουν ~.|| (μτφ.) Η ανοδική πορεία της οικονομίας έχει ανοίξει την ~ των εταιρειών για νέες (επενδυτικές) δραστηριότητες., ανοίγω το σκορ: σημειώνω το πρώτο γκολ ή καλάθι: Οι φιλοξενούμενοι ~ξαν ~.|| Το σκορ ~ει με δυνατό σουτ του ..., ανοίγω τον φάκελο (μτφ.): ξεκινώ τη διερεύνηση μιας υπόθεσης: Δημοσιογράφος που έχει αποφασίσει να ~ξει ~ της δολοφονίας.|| ~ξε ο φάκελος της διαφθοράς., ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) (μτφ.-προφ.): (απειλητ. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας) τον χτυπώ στο κεφάλι: Θα σου ~ξω/σπάσω το ~!, άνοιξαν οι ουρανοί: σε περιπτώσεις πολύ δυνατής βροχής: ~ ~ και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς/ρίχνει καρεκλοπόδαρα., ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί (μτφ.): να εξαφανιστώ, να χαθώ από όλους και από όλα: Αισθάνθηκα τόσο άσχημα/ντράπηκα τόσο πολύ, που μακάρι ν' άνοιγε ~ ~!|| Αν λέω ψέματα, ν' ανοίξει ~ ~., ανοίγει (νέους) ορίζοντες βλ. ορίζοντας, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, ανοίγει ο καιρός βλ. καιρός, ανοίγει ο ουρανός βλ. ουρανός, ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός, ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο βλ. κλείνω, ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι, ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, ανοίγω ιστορίες βλ. ιστορία, ανοίγω λογαριασμούς βλ. λογαριασμός, ανοίγω πανιά βλ. πανί, ανοίγω πυρ βλ. πυρ, ανοίγω σαμπάνιες βλ. σαμπάνια, ανοίγω τα στραβά μου βλ. στραβός, ανοίγω την πόρτα της εξόδου βλ. πόρτα, ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα, ανοίγω το στόμα μου βλ. στόμα, ανοίγω τον χορό βλ. χορός, ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ἀνοίγω, αγγλ. open, γαλλ. ouvrir, γερμ. öffnen]
4140ανοίκειος, α, ο [ἀνοίκειος] α-νοί-κει-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν είναι κατάλληλος για την περίσταση: ~α: συμπεριφορά. ~ο: ύφος. ~α και συκοφαντική επίθεση. ~ες και απαξιωτικές εκφράσεις. Πβ. αγενής, ανάρμοστος, απρεπής, αταίριαστος, άτοπος. ΑΝΤ. αρμόζων 2. άγνωστος, ξένος: ~ο: περιβάλλον.|| (ως ουσ.-λόγ.) Ο φόβος για το ~ο (= διαφορετικό). ΑΝΤ. οικείος (1) [< μτγν. ἀνοίκειος]
4141ανοικειότητα[ἀνοικειότητα] α-νοι-κει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απουσία οικειότητας, επαφής: ~ μεταξύ των συνομιλητών. Αποξένωση/αποστασιοποίηση και ~. 2. η ιδιότητα του ασυνήθιστου, του διαφορετικού: ~ της γραφής/του λόγου. [< μεσν. ἀνοικειότης]
4142ανοικείωση[ἀνοικείωση] α-νοι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. (στον ρωσικό φορμαλισμό) γνώρισμα λογοτεχνικού κειμένου που βασίζεται στη μη οικεία χρήση λέξεων, κυρ. μέσω νέων συνδυασμών, αλλά και πρωτότυπων αφηγηματικών τεχνικών· κατ' επέκτ. βασική ιδιότητα κάθε μορφής τέχνης που ανατρέπει τη συνήθη αντίληψη της πραγματικότητας, απομακρύνοντας την εμπειρία αναγνωστών ή θεατών από καθιερωμένες συμβάσεις. Βλ. αποστασιοποίηση, λογοτεχνικότητα. 2. (σπάν.) ανοικειότητα. [< αγγλ. defamiliarization, 1971]
4143ανοίκιαστος, η, ο [ἀνοίκιαστος] α-νοί-κια-στος επίθ.: ξενοίκιαστος: ~ο: διαμέρισμα. ~α: δωμάτια. ~ο (παρα)μένει το μαγαζί εδώ και ένα χρόνο.|| ~ες: ταινίες. ~α: ντιβιντί.
4144ανοικοδόμηση[ἀνοικοδόμηση] α-νοι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εκ νέου οικοδόμηση κατεστραμμένου κτίσματος: ραγδαία ~. ~ της πληγείσας περιοχής. Πβ. ανίδρυση, κτίσιμο. Βλ. αναπαλαίωση, αναστήλωση, αποκατάσταση. ΑΝΤ. γκρέμισμα, κατεδάφιση (1) 2. (μτφ.) ξεπέρασμα δυσχερειών και περαιτέρω βελτίωση σε συλλογικό επίπεδο· ανόρθωση: κοινωνική/οικονομική ~. Η μεταπολεμική ~ της Ελλάδας. Πβ. ανασυγκρότηση, επανόρθωση. ΑΝΤ. κατάρρευση (3) [< αρχ. ἀνοικοδόμησις, γερμ. Wiederaufbau]
4145ανοικοδομώ[ἀνοικοδομῶ] α-νοι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {ανοικοδομ-εί... | ανοικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): ανακατασκευάζω ή επισκευάζω κτίσμα· γενικότ. οικοδομώ: Η πόλη ~είται τα τελευταία χρόνια με εντατικούς ρυθμούς. Η εκκλησία ~ήθηκε εκ βάθρων. Πβ. αναστηλώνω, ανεγείρω, ξαναχτίζω.|| (μτφ.) ~ήθηκε γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των .../η οικονομία. Πβ. ανασυγκροτώ, ανορθώνω, αποκαθιστώ. ΑΝΤ. γκρεμίζω, κατεδαφίζω. [< αρχ. ἀνοικοδομῶ]
4146ανοικοκύρευτος, η, ο [ἀνοικοκύρευτος] α-νοι-κο-κύ-ρευ-τος επίθ. (προφ.) ΣΥΝ. ακατάστατος 1. (για χώρο) που δεν είναι τακτοποιημένος: ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. ασυγύριστος (1), ασυμμάζευτος (1) ΑΝΤ. συμμαζεμένος 2. (για πρόσ., μειωτ.) που δεν νοιάζεται για την τάξη στο περιβάλλον του: ~ και αχαΐρευτος. ΣΥΝ. τσαπατσούλης
4147ανοικονόμητος, η, ο [ἀνοικονόμητος] α-νοι-κο-νό-μη-τος επίθ. (οικ.) 1. που δεν μπορεί να βολευτεί, να συμμαζευτεί, συνήθ. λόγω μεγάλου μεγέθους: (για πρόσ.) Ψηλός, αδέξιος και ~ (πβ. ατσούμπαλος). Βλ. αβόλευτος.|| ~ο: κείμενο. 2. (σπάν.-μτφ.) ανυπόφορος, ενοχλητικός: ~η: συμπεριφορά (= δύστροπη, ιδιόρρυθμη). [< μτγν. ἀνοικονόμητος]
4148ανοικτίρμων, ων, ον [ἀνοικτίρμων] α-νοι-κτίρ-μων επίθ. {ανοικτίρμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): που δεν νιώθει οίκτο: Τήρησε ~ονα και ανάλγητη στάση. Πβ. αδυσώπητος, άκαρδος, ανάλγητος, ανελέητος, άσπλαχνος. ΑΝΤ. ευσπλαχνικός, οικτίρμων [< αρχ. ἀνοικτίρμων]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.