| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50234 | τέτανος | τέ-τα-νος ουσ. (αρσ.) {τετάν-ου}: ΙΑΤΡ. βακτηριακή λοίμωξη που εκδηλώνεται με μυϊκούς σπασμούς και μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο: νεογνικός ~. Κλωστηρίδιο του ~ου.|| Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας, ~ου και κοκίτη. Ορός αντιτοξίνης ~ου (= αντιτετανικός). [< αρχ. τέτανος ‘σπασμωδικό τέντωμα του σώματος’, γαλλ. tétanos, αγγλ. tetanus, γερμ. Tetanus] | |
| 50235 | τεταρταίος | , α, ο [τεταρταῖος] τε-ταρ-ταί-ος επίθ. (λόγ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: τεταρταίος πυρετός 1. ΙΑΤΡ. υψηλός πυρετός που οφείλεται σε μορφή ελονοσίας και ανεβαίνει κάθε τέταρτη μέρα. 2. (μτφ.) μεγάλη ταραχή, πανικός: Μ' έπιασε ~ ~ απ' τον φόβο μου. [< 2: γαλλ. fièvre quarte ] [< αρχ. τεταρταῖος] | |
| 50236 | Τετάρτη | Τε-τάρ-τη ουσ. (θηλ.): η τέταρτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και τρίτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Τετάρτη (συντομ. Μ. Τετάρτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μτγν. Τετάρτη] | |
| 50237 | τεταρτημόριο | τε-ταρ-τη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. το ένα από τα τέσσερα ίσα τμήματα ενός συνόλου: επιφάνεια διαιρεμένη σε ~α. Πβ. τέταρτο.|| (IATΡ.) Άλγος στο δεξιό άνω ~ της κοιλίας. 2. ΓΕΩΜ. καθένα από τα τέσσερα ίσα μέρη στα οποία χωρίζουν έναν κύκλο δύο κάθετες μεταξύ τους διάμετροί του. Bλ. ημικύκλιο. 3. ΜΟΥΣ. το μισό διάστημα ενός ημιτονίου. Βλ. τριτημόριο. [< αρχ. τεταρτημόριον] | |
| 50238 | τεταρτιάτικος | , η, ο τε-ταρ-τιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που συμβαίνει την Τετάρτη. Βλ. δευτερ-, παρασκευ-ιάτικος. | |
| 50239 | τέταρτο | τέ-ταρ-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άρτου} 1. καθένα από τα τέσσερα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ της επιφάνειας (πβ. τεταρτημόριο)/του μέτρου (: εικοσιπέντε εκατοστά)/του μήκους (κύματος)/της περιουσίας/του προϋπολογισμού. Ένα ~ (= διακόσια πενήντα γραμμάρια)/δύο ~α (= μισό κιλό) τυρί. Το αγόρασε στο ένα ~ της αρχικής του τιμής. Το πρώτο ~ του 21ου αι.|| Το ένα ~ του εκλογικού σώματος/των ερωτηθέντων δηλώνει ότι ... Πάνω από τα τρία ~α του πληθυσμού της χώρας ... Βλ. μισό. 2. χρονική διάρκεια δεκαπέντε λεπτών: Η ώρα είναι έντεκα και/παρά ~. Γκολ στο τελευταίο ~ του αγώνα. (σε συνταγή) Βράζετε το φαγητό για ένα ~. Θα συναντηθούμε σε ένα ~. Το λεωφορείο περνά κάθε ~. Έκανε/της πήρε τρία ~α να ετοιμαστεί. Βλ. ημίωρο. 3. ΜΟΥΣ. αξία νότας που είναι ίση με το μισό της μισής νότας και διπλάσια του ογδόου: Παίξε τρία ~α. 4. καθεμία από τις τέσσερις φάσεις της σελήνης: δεύτερο ~. ● Υποκ.: τεταρτάκι (το) (προφ.): για τις υποδιαιρέσεις της ώρας ή του κιλού: Σε ένα ~ θα είμαι εκεί.|| Ένα ~ κρασί. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαδημαϊκό τέταρτο βλ. ακαδημαϊκός [< αρχ. τέταρτον, ιταλ. quarto] | |
| 50240 | τεταρτογενής | , ής, ές τε-ταρ-το-γε-νής επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στο Τεταρτογενές: ~ής: αιώνας. ~είς: αποθέσεις. ~ή: ηφαίστεια/στρώματα. Νεογενή και ~ή ιζήματα. 2. που δημιουργείται ή εμφανίζεται στην τέταρτη φάση μιας εξελικτικής διαδικασίας. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Τεταρτογενές (το) & τεταρτογενής περίοδος & Τεταρτογενής (η): ΓΕΩΛ. η πιο πρόσφατη από τις δύο περιόδους του καινοζωικού αιώνα. Βλ. Νεογενές, Ολό-, Πλειστό-καινο. ● ΣΥΜΠΛ.: τεταρτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών. Βλ. πρωτο-, δευτερο-, τριτο-γενής τομέας. [< αγγλ. quaternary sector, 1975] [< γαλλ. quaternaire] | |
| 50241 | τεταρτοετής | , ής, ές βλ. -ετής | |
| 50242 | τέταρτος | , η, ο τέ-ταρ-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. τετ-άρτου, (λόγ.) θηλ. τετάρτη} (σύμβ. 4ος, Δ' ή δ', IV): που η θέση του σε μια σειρά αντιστοιχεί στον αριθμό τέσσερα: Κατέβηκε στην ~η στάση. Το ~ο νούμερο κερδίζει.|| (για βαθμολογική, αξιολογική ή ιεραρχική κατάταξη:) Μπήκε ~ στη σχολή του. Ήρθε ~ στα τετρακόσια μέτρα. Ομάδα ~ης κατηγορίας. ● Ουσ.: τετάρτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) ενν. τάξη του δημοτικού σχολείου (σύμβ. Δ'). 2. η τέταρτη ταχύτητα οχήματος. 3. ΜΑΘ. η τέταρτη δύναμη αριθμού. Βλ. δευτέρα. 4. ΜΟΥΣ. διάστημα τεσσάρων φθόγγων που περιέχει τρεις τόνους ή δύο τόνους και ένα ημιτόνιο. Βλ. τρίτη., τέταρτος (ο) 1. ενν. όροφος: Μένει στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Απρίλιος: Έρχεται στις 10/4 (: δέκα ~άρτου). ● επίρρ.: τέταρτον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην τέταρτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: Τέταρτος Κόσμος: οι κοινωνικές τάξεις των πλούσιων χωρών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Βλ. Τρίτος Κόσμος. [< γαλλ. quart-monde , 1969] , η τέταρτη διάσταση βλ. διάσταση, η τέταρτη εξουσία βλ. εξουσία, τέταρτη ηλικία βλ. ηλικία, τέταρτος διαιτητής βλ. διαιτητής, τέταρτος τοίχος βλ. τοίχος [< αρχ. τέταρτος] | |
| 50243 | τεταρτοσφαίριο | τε-ταρ-το-σφαί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} : ΑΡΧΙΤ. (σε ορθόδοξο ναό) το θολωτό επιστέγασμα της αψίδας ή της κόγχης του ιερού που σχηματίζει το μισό ενός ημισφαιρίου. | |
| 50244 | τεταρτοταγής | , ής, ές τε-ταρ-το-τα-γής επίθ. {τεταρτοταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΧΗΜ. (για οργανική ένωση) στην οποία ένα άτομο άνθρακα συνδέεται με άλλα τέσσερα με απλούς δεσμούς: ~ή: άλατα αμμωνίου. ● ΣΥΜΠΛ.: τεταρτοταγής δομή: ΒΙΟΧ. συνδυασμός δύο ή περισσότερων πολυπεπτιδικών αλυσίδων σε ένα πρωτεϊνικό μόριο. Βλ. πρωτο-, δευτερο-, τριτο-ταγής δομή. [< αγγλ. quaternary structure, 1958] | |
| 50245 | τετατέτ | βλ. τετ α τετ | |
| 50246 | τετελεσμένος | , η, ο τε-τε-λε-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει ήδη συντελεστεί, μη αναστρέψιμος, οριστικός: ~η: κατάσταση/πράξη/υπόθεση.|| (ΝΟΜ.) ~η: ανθρωποκτονία/απάτη/απόφαση (= τελεσίδικη. Πβ. ειλημμένη).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ος: μέλλοντας (= συντελεσμένος). ● Ουσ.: τετελεσμένα (τα) (αρνητ. συνυποδ.): γεγονότα που δημιουργούν μια δεδομένη κατάσταση: διπλωματικά/εδαφικά/κατοχικά/παράνομα/στρατιωτικά ~. Τα ~ της εισβολής. Ανατροπή/αποδοχή/άρση/εδραίωση/επιβολή/επικύρωση/νομιμοποίηση/παγίωση των ~ων. Μεθόδευση νέων ~ων.|| Διεθνές/πολιτικό ~ο. Κίνηση με σκοπό τη δημιουργία ~ου κατά ... (ΝΟΜ.) Νομικό ~ο (= δεδικασμένο). ● ΣΥΜΠΛ.: τετελεσμένο γεγονός βλ. γεγονός [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τελῶ] | |
| 50247 | τετέλεσται | τε-τέ-λε-σται (ΚΔ) (ως επιφών.): έφτασε το τέλος, αυτό ήταν: ~ για την εταιρεία (= έκλεισε, χρεοκόπησε).|| (ως ουσ.) Φτάσαμε στο ~ (πβ. αμήν, φινάλε). [< γ’ εν. πρόσ. παθ. παρακ. του ρ. τελῶ | |
| 50248 | τετζερέδια | βλ. τεντζερέδια | |
| 50249 | τέτζερης | βλ. τέντζερης | |
| 50250 | τετηγμένος | βλ. τήκω | |
| 50251 | τετμημένη | τε-τμη-μέ-νη ουσ. (θηλ.) : ΓΕΩΜ. η οριζόντια συντεταγμένη ενός σημείου στον χώρο. Βλ. τέμνουσα, τεταγμένη. ● βλ. τέμνω [< θηλ. της μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τέμνω, γαλλ. abscisse] | |
| 50252 | τέτοιος | , α, ο τέ-τοιος δεικτ. αντων. 1. αυτού του είδους: (ως επίθ.) Μείνε ήσυχη, δεν υπάρχει ~ κίνδυνος/~ο πρόβλημα. Γιατί γίνεται ~ (= τόσος) ντόρος; Πέρσι ~α εποχή, ... Σε μια ~α περίπτωση ... Δεν ξέρω τίποτα ~ο. ~o γλέντι δεν ξανάγινε.|| (ευχετ.) Πάντα ~α!|| (μειωτ.) ~ που ήταν, καλά να πάθει! Είναι αναξιόπιστος και σαν ~ απορρίπτεται. Μην μπλέκεις με ~ους ανθρώπους. Δεν χρειάζομαι ~ους φίλους.|| (για δυσάρεστη κατάσταση ή συμπεριφορά) Δεν αξίζω ~α αντιμετώπιση. ~α διασκέδαση να μου λείπει. Δεν γίνονται ~α πράγματα. Εγώ δεν κάνω ~α. ~α μου λες και ανησυχώ. 2. (+ άρθ.) (προφ.) για όνομα ή χαρακτηρισμό που δεν θυμάται κάποιος, δεν θέλει ή δεν μπορεί να αναφέρει: Πες του ~ου, του πώς τον λένε, να έρθει εδώ. Πού είναι, μωρέ, το ~ο; Πβ. απο~.|| Το ~ο της (= αιδοίο)/του (= πέος). Πβ. πράμα. 3. (προφ.) ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. τοιούτος ● ΦΡ.: και (άλλα) τέτοια (προφ.): για να αποφύγουμε την επανάληψη τετριμμένων ή ενοχλητικών λόγων: Μου έλεγε να προσέχω, να μην πίνω και ~ ~., κάτι τέτοιο (προφ.): κάτι παρόμοιο, σχετικό: Δεν έχω ξαναδεί ποτέ ~ ~. Δεν υπάρχει η υποδομή για ~ ~. Θα έφερνε τούρτα ή ~ ~, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ακριβώς., τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια (προφ.): για κάτι που λέγεται ή γίνεται παράκαιρα: ~ ~, ας το σκεφτόσουν νωρίτερα., κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, πού τέτοια τύχη! βλ. τύχη, πού τέτοιο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ... βλ. βαθμός, στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι [< μεσν. τέτοιος] | |
| 50253 | τετρα- & τετρά- | & τετρ- α' συνθετικό λέξεων, κυρ. επιθέτων, που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από τέσσερα μέρη: τετρα-ετής. Τετρά-θυρο (βλ. τρι-).|| (ως ουσ., ΓΕΩΜ.) Τετρά-εδρο. 2. (επιτατ.) είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: τετρα-πλάσιος.|| Τετρα-πέρατος. Τετρά-παχος. Βλ. πεντα-. [πβ. αγγλ. tetra-, γαλλ. tétra-] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ