Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50780-50800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50248τετζερέδιαβλ. τεντζερέδια
50249τέτζερηςβλ. τέντζερης
50250τετηγμένοςβλ. τήκω
50251τετμημένητε-τμη-μέ-νη ουσ. (θηλ.) : ΓΕΩΜ. η οριζόντια συντεταγμένη ενός σημείου στον χώρο. Βλ. τέμνουσα, τεταγμένη. ● βλ. τέμνω [< θηλ. της μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τέμνω, γαλλ. abscisse]
50252τέτοιος, α, ο τέ-τοιος δεικτ. αντων. 1. αυτού του είδους: (ως επίθ.) Μείνε ήσυχη, δεν υπάρχει ~ κίνδυνος/~ο πρόβλημα. Γιατί γίνεται ~ (= τόσος) ντόρος; Πέρσι ~α εποχή, ... Σε μια ~α περίπτωση ... Δεν ξέρω τίποτα ~ο. ~o γλέντι δεν ξανάγινε.|| (ευχετ.) Πάντα ~α!|| (μειωτ.) ~ που ήταν, καλά να πάθει! Είναι αναξιόπιστος και σαν ~ απορρίπτεται. Μην μπλέκεις με ~ους ανθρώπους. Δεν χρειάζομαι ~ους φίλους.|| (για δυσάρεστη κατάσταση ή συμπεριφορά) Δεν αξίζω ~α αντιμετώπιση. ~α διασκέδαση να μου λείπει. Δεν γίνονται ~α πράγματα. Εγώ δεν κάνω ~α. ~α μου λες και ανησυχώ. 2. (+ άρθ.) (προφ.) για όνομα ή χαρακτηρισμό που δεν θυμάται κάποιος, δεν θέλει ή δεν μπορεί να αναφέρει: Πες του ~ου, του πώς τον λένε, να έρθει εδώ. Πού είναι, μωρέ, το ~ο; Πβ. απο~.|| Το ~ο της (= αιδοίο)/του (= πέος). Πβ. πράμα. 3. (προφ.) ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. τοιούτος ● ΦΡ.: και (άλλα) τέτοια (προφ.): για να αποφύγουμε την επανάληψη τετριμμένων ή ενοχλητικών λόγων: Μου έλεγε να προσέχω, να μην πίνω και ~ ~., κάτι τέτοιο (προφ.): κάτι παρόμοιο, σχετικό: Δεν έχω ξαναδεί ποτέ ~ ~. Δεν υπάρχει η υποδομή για ~ ~. Θα έφερνε τούρτα ή ~ ~, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ακριβώς., τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια (προφ.): για κάτι που λέγεται ή γίνεται παράκαιρα: ~ ~, ας το σκεφτόσουν νωρίτερα., κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, πού τέτοια τύχη! βλ. τύχη, πού τέτοιο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ... βλ. βαθμός, στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι [< μεσν. τέτοιος]
50253τετρα- & τετρά-& τετρ- α' συνθετικό λέξεων, κυρ. επιθέτων, που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από τέσσερα μέρη: τετρα-ετής. Τετρά-θυρο (βλ. τρι-).|| (ως ουσ., ΓΕΩΜ.) Τετρά-εδρο. 2. (επιτατ.) είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: τετρα-πλάσιος.|| Τετρα-πέρατος. Τετρά-παχος. Βλ. πεντα-. [πβ. αγγλ. tetra-, γαλλ. tétra-]
50254τέτρα1τέ-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρών τροπικών ψαριών γλυκού νερού. [< αγγλ. Τetra(gonopterus), 1931, γαλλ. tétra, 1985]
50255τέτρα2τέ-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ασύρματης επικοινωνίας· συνεκδ. η αντίστοιχη φορητή συσκευή. [< αγγλ. tetra (Terrestrial Trunked Radio), 1992]
50256τετραβάγγελοβλ. τετραευάγγελο
50257τετράγλωσσος, η, ο τε-τρά-γλωσ-σος επίθ. 1. που έχει γραφτεί σε τέσσερις γλώσσες: ~ος: κατάλογος/οδηγός. ~η: έκδοση/επιγραφή. ~ο: βιβλίο/γλωσσάριο/λεξικό. 2. (για πρόσ.) που μιλά τέσσερις γλώσσες. Βλ. -γλωσσος.
50258τετραγωνίζωτε-τρα-γω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τετραγώνι-σε, τετραγωνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τετραγωνίζ-οντας} 1. δίνω σε κάτι τετράγωνο σχήμα: ~ ένα χαρτί. ~σμένη: βέρα. ~σμένα: γυαλιά (ΑΝΤ. στρογγυλά). Βλ. τριγωνίζω. 2. ΜΑΘ. υψώνω έναν αριθμό στο τετράγωνο. ● ΦΡ.: τετραγωνίζω τον κύκλο (μτφ.): επιδιώκω κάτι ακατόρθωτο, ανέφικτο. [< 1: αρχ. τετραγωνίζω]
50259τετραγωνικός, ή, ό τε-τρα-γω-νι-κός επίθ.: που έχει τετράγωνο σχήμα: ~ός: χώρος. ~ή: δομή/κάτοψη/πλάκα. ~ό: κτίσμα.|| (ΜΑΘ.) ~ός: πίνακας (: που έχει τον ίδιο αριθμό γραμμών και στηλών). Βλ. διαγώνιος, κυκλικός, ορθογώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τετραγωνική ρίζα (θετικού αριθμού χ) (σύμβ. √): ΜΑΘ. αριθμός που, όταν υψωθεί στο τετράγωνο, δίνει τον αριθμό χ: H ~ ~ του εννέα είναι το τρία. [< γαλλ. racine carrée] , τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο (συντομ. τ.μ./τ.χλμ./τ.εκ./τ.δεκ./τ. χιλ., σύμβ. m2/km2/cm2/dm2/mm2): ΜΑΘ. βασικές μονάδες μέτρησης εμβαδού: τιμή διαμερίσματος ανά ~ μέτρο. (για πληθυσμιακή πυκνότητα) ... κάτοικοι ανά ~ χιλιόμετρο.|| Μεζονέτα διακοσίων τετραγωνικών (ενν. μέτρων).|| (μτφ.-εμφατ.) Έψαξε κάθε ~ εκατοστό του σπιτιού. Βλ. κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο. [< γαλλ. mètre carré] [< μτγν. τετραγωνικός]
50260τετραγωνισμόςτε-τρα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κατασκευή τετραγώνου με εμβαδόν ίσο με αυτό άλλου σχήματος· γενικότ. μετατροπή μιας επιφάνειας σε τετράγωνο: ~ της πλατείας. Βλ. ορθογωνισμός. 2. ΜΑΘ. ύψωση αριθμού στο τετράγωνο. Βλ. δύναμη. 3. ΑΣΤΡΟΝ. θέση ουράνιου σώματος, του οποίου η κατεύθυνση σχηματίζει ορθή γωνία με αυτή του Ηλίου ως προς έναν παρατηρητή από τη Γη. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: τετραγωνισμός του κύκλου 1. ΓΕΩΜ. άλυτο πρόβλημα που αφορά την κατασκευή με κανόνα και διαβήτη ενός τετραγώνου με εμβαδόν ίσο με το εμβαδόν δεδομένου κύκλου. 2. (μτφ.) εξαιρετικά δύσκολο έργο, ματαιοπονία: ~ ~ η προσπάθεια εύρεσης λύσης στο ... [< αρχ. τετραγωνισμός]
50261τετράγωνοτε-τρά-γω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώνου} 1. ΓΕΩΜ. τετράπλευρο που έχει τις πλευρές του ίσες μεταξύ τους και όλες τις γωνίες του ορθές: το εμβαδόν/το κέντρο/οι κορυφές/η περίμετρος του ~ώνου.|| Κόβετε το χαρτόνι σε σχήμα ~ώνου. Τα ~α της σκακιέρας. 2. ΜΑΘ. το γινόμενο ενός αριθμού επί τον εαυτό του: Το ~ του δύο είναι το τέσσερα. Υψώνω το τρία στο ~ (= στη δευτέρα).|| Το ~ της υποτείνουσας ορθογωνίου τριγώνου. ● Υποκ.: τετραγωνάκι (το): στη σημ. 1: κουρτίνα με μικρά ~ια. Πβ. καρέ.|| Τα ~ια του σταυρόλεξου. Σημειώστε τικ/x στο ~ (= κουτάκι)., τετραγωνίδιο (το) (λόγ.): Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: οικοδομικό τετράγωνο (ακρ. ΟΤ) & (προφ.) τετράγωνο: ελάχιστη δομημένη περιοχή που περικλείεται από τέσσερις συνήθ. δρόμους: όμορα ~ά ~α. Όρια (= οικοδομική γραμμή) ~ού ~ώνου. Συντελεστές δόμησης ανά ~ ~.|| (προφ.) Μένουμε στο ίδιο ~. Το μουσείο είναι τρία ~α πιο κάτω. ΣΥΝ. μπλοκ (3) [< αγγλ. square] , τέλειο τετράγωνο: ΜΑΘ. το τετράγωνο ακέραιου αριθμού., μαγικά τετράγωνα βλ. μαγικός ● ΦΡ.: ... στο τετράγωνο! & (λόγ.) εις το τετράγωνο (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ο υπερβολικός βαθμός μιας αρνητικής συνήθ. ιδιότητας ή κατάστασης: Ανοησία/παραλογισμός ~ ~! [< 1: αρχ. τετράγωνον 2: γαλλ. carré]
50262τετράγωνος, η, ο τε-τρά-γω-νος επίθ. 1. που έχει σχήμα τετραγώνου: ~ος: σκελετός (γυαλιών)/χώρος. ~η: αίθουσα/βάση (στήριξης)/επιφάνεια/κάτοψη/πλατεία/τσάντα/φόρμα (για κέικ). ~ο: δωμάτιο/κάδρο/κουτί/πλαίσιο/ταψί. ~ες: αγκύλες.|| ~ο: πρόσωπο (πβ. τετραγωνισμένο· βλ. στρογγυλό, ωοειδές).|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: οσφυϊκός (μυς). Βλ. -γωνος. ΣΥΝ. τετραγωνικός 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πρακτικότητα ή/και ευφυΐα: ~η: σκέψη. Βλ. θετικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τετράγωνη λογική βλ. λογική, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό [< 1: αρχ. τετράγωνος 2: αγγλ. square]
50263τετράδατε-τρά-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τετράς {-άδος} 1. σύνολο από τέσσερα ομοειδή πράγματα ή ομάδα τεσσάρων ατόμων: ~ ελαστικών. Έπαιξε μια ~ (: τέσσερα ζεύγη, σε παιχνίδι προγνωστικών αγώνων).|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμών.|| Παράταξη κατά ~ες. Στοιχηθείτε/χωριστείτε σε ~ες. Μπείτε στη σειρά ανά ~ες (= τέσσερις τέσσερις).|| (προφ.) Η αγία ~/τετράς του ανδρικού τένις (βλ. τριάδα). Τώρα που ήρθες, συμπληρώθηκε η ~ (πβ. καρέ). Βλ. -άδα. 2. οι τέσσερις πρώτες θέσεις σε αθλητική διοργάνωση: είσοδος/πρόκριση στην ~. Φαβορί για την ~. Έμεινε εκτός ~ας. Μπήκαν στην τελική ~. Τερμάτισαν στην πρώτη ~ του πρωταθλήματος. [< αρχ. τετράς]
50264τετραδιάστατος, η, ο τε-τρα-δι-ά-στα-τος επίθ. (επιστ.): που εμφανίζει και την τέταρτη διάσταση, δηλ. τον χρόνο: (ΦΥΣ., στη θεωρία της σχετικότητας) η έννοια του ~ου χωροχρονικού συνεχούς. Βλ. τρισδιάστατος.|| (ΙΑΤΡ.) ~α: υπερηχογραφήματα. (ΠΛΗΡΟΦ.) Πλοήγηση σε ~α δεδομένα. Βλ. -διάστατος. [< αγγλ. four-dimensional/-dimensioned]
50265τετραδιεύθυνσητε-τρα-δι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε όχημα) σύστημα διεύθυνσης που επενεργεί και στους τέσσερις τροχούς, εξασφαλίζοντας καλύτερη οδική συμπεριφορά: ενεργητική (: οι πίσω τροχοί κινούνται σύμφωνα με τους μπροστινούς)/παθητική (: οι πίσω τροχοί μπορούν να πάρουν κλίση ως προς τον διαμήκη άξονά τους) ~. Φορτωτής με ~. Βλ. τετρακίνηση. [< αγγλ. four-wheel steering]
50266τετραδικός, ή, ό τε-τρα-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε ένα σύνολο τεσσάρων μονάδων: ~ή: ταξινόμηση. ~ό: σχήμα.|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: ανάλυση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: δέντρα.|| (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό σύστημα αρίθμησης. [< μτγν. τετραδικός, γαλλ. quaternaire]
50267τετράδιοτε-τρά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου}: διπλωμένα φύλλα χαρτιού, συνήθ. με τυπωμένες γραμμές, δεμένα με εξώφυλλο από χοντρό χαρτόνι ή ειδικό πλαστικό, που χρησιμοποιούνται για γράψιμο: μαθητικό/μπλε/σχολικό ~. ~ ριγέ/σπιράλ. ~ αντιγραφής/αριθμητικής/ασκήσεων/επικοινωνίας (: του δασκάλου με τους γονείς)/εργασιών/καλλιγραφίας/μαγειρικής/μουσικής. Η ετικέτα/το κάλυμμα/οι σελίδες του ~ίου. Μετέφερε τις ασκήσεις από το πρόχειρο στο καλό (~). Ο καθηγητής έλεγξε τα ~α των μαθητών. Βλ. μπλοκ, τεφτέρι.|| Χειρόγραφα ~α και σχεδιάσματα του ποιητή. ● Υποκ.: τετραδιάκι (το) [< μτγν. τετράδιον ‘φύλλο (παπύρου ή περγαμηνής) διπλωμένο στα τέσσερα’, γαλλ. cahier, γερμ. Heft]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.