Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50800-50820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50254τέτρα1τέ-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρών τροπικών ψαριών γλυκού νερού. [< αγγλ. Τetra(gonopterus), 1931, γαλλ. tétra, 1985]
50255τέτρα2τέ-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ασύρματης επικοινωνίας· συνεκδ. η αντίστοιχη φορητή συσκευή. [< αγγλ. tetra (Terrestrial Trunked Radio), 1992]
50256τετραβάγγελοβλ. τετραευάγγελο
50257τετράγλωσσος, η, ο τε-τρά-γλωσ-σος επίθ. 1. που έχει γραφτεί σε τέσσερις γλώσσες: ~ος: κατάλογος/οδηγός. ~η: έκδοση/επιγραφή. ~ο: βιβλίο/γλωσσάριο/λεξικό. 2. (για πρόσ.) που μιλά τέσσερις γλώσσες. Βλ. -γλωσσος.
50258τετραγωνίζωτε-τρα-γω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τετραγώνι-σε, τετραγωνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τετραγωνίζ-οντας} 1. δίνω σε κάτι τετράγωνο σχήμα: ~ ένα χαρτί. ~σμένη: βέρα. ~σμένα: γυαλιά (ΑΝΤ. στρογγυλά). Βλ. τριγωνίζω. 2. ΜΑΘ. υψώνω έναν αριθμό στο τετράγωνο. ● ΦΡ.: τετραγωνίζω τον κύκλο (μτφ.): επιδιώκω κάτι ακατόρθωτο, ανέφικτο. [< 1: αρχ. τετραγωνίζω]
50259τετραγωνικός, ή, ό τε-τρα-γω-νι-κός επίθ.: που έχει τετράγωνο σχήμα: ~ός: χώρος. ~ή: δομή/κάτοψη/πλάκα. ~ό: κτίσμα.|| (ΜΑΘ.) ~ός: πίνακας (: που έχει τον ίδιο αριθμό γραμμών και στηλών). Βλ. διαγώνιος, κυκλικός, ορθογώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τετραγωνική ρίζα (θετικού αριθμού χ) (σύμβ. √): ΜΑΘ. αριθμός που, όταν υψωθεί στο τετράγωνο, δίνει τον αριθμό χ: H ~ ~ του εννέα είναι το τρία. [< γαλλ. racine carrée] , τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο (συντομ. τ.μ./τ.χλμ./τ.εκ./τ.δεκ./τ. χιλ., σύμβ. m2/km2/cm2/dm2/mm2): ΜΑΘ. βασικές μονάδες μέτρησης εμβαδού: τιμή διαμερίσματος ανά ~ μέτρο. (για πληθυσμιακή πυκνότητα) ... κάτοικοι ανά ~ χιλιόμετρο.|| Μεζονέτα διακοσίων τετραγωνικών (ενν. μέτρων).|| (μτφ.-εμφατ.) Έψαξε κάθε ~ εκατοστό του σπιτιού. Βλ. κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο. [< γαλλ. mètre carré] [< μτγν. τετραγωνικός]
50260τετραγωνισμόςτε-τρα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κατασκευή τετραγώνου με εμβαδόν ίσο με αυτό άλλου σχήματος· γενικότ. μετατροπή μιας επιφάνειας σε τετράγωνο: ~ της πλατείας. Βλ. ορθογωνισμός. 2. ΜΑΘ. ύψωση αριθμού στο τετράγωνο. Βλ. δύναμη. 3. ΑΣΤΡΟΝ. θέση ουράνιου σώματος, του οποίου η κατεύθυνση σχηματίζει ορθή γωνία με αυτή του Ηλίου ως προς έναν παρατηρητή από τη Γη. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: τετραγωνισμός του κύκλου 1. ΓΕΩΜ. άλυτο πρόβλημα που αφορά την κατασκευή με κανόνα και διαβήτη ενός τετραγώνου με εμβαδόν ίσο με το εμβαδόν δεδομένου κύκλου. 2. (μτφ.) εξαιρετικά δύσκολο έργο, ματαιοπονία: ~ ~ η προσπάθεια εύρεσης λύσης στο ... [< αρχ. τετραγωνισμός]
50261τετράγωνοτε-τρά-γω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώνου} 1. ΓΕΩΜ. τετράπλευρο που έχει τις πλευρές του ίσες μεταξύ τους και όλες τις γωνίες του ορθές: το εμβαδόν/το κέντρο/οι κορυφές/η περίμετρος του ~ώνου.|| Κόβετε το χαρτόνι σε σχήμα ~ώνου. Τα ~α της σκακιέρας. 2. ΜΑΘ. το γινόμενο ενός αριθμού επί τον εαυτό του: Το ~ του δύο είναι το τέσσερα. Υψώνω το τρία στο ~ (= στη δευτέρα).|| Το ~ της υποτείνουσας ορθογωνίου τριγώνου. ● Υποκ.: τετραγωνάκι (το): στη σημ. 1: κουρτίνα με μικρά ~ια. Πβ. καρέ.|| Τα ~ια του σταυρόλεξου. Σημειώστε τικ/x στο ~ (= κουτάκι)., τετραγωνίδιο (το) (λόγ.): Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: οικοδομικό τετράγωνο (ακρ. ΟΤ) & (προφ.) τετράγωνο: ελάχιστη δομημένη περιοχή που περικλείεται από τέσσερις συνήθ. δρόμους: όμορα ~ά ~α. Όρια (= οικοδομική γραμμή) ~ού ~ώνου. Συντελεστές δόμησης ανά ~ ~.|| (προφ.) Μένουμε στο ίδιο ~. Το μουσείο είναι τρία ~α πιο κάτω. ΣΥΝ. μπλοκ (3) [< αγγλ. square] , τέλειο τετράγωνο: ΜΑΘ. το τετράγωνο ακέραιου αριθμού., μαγικά τετράγωνα βλ. μαγικός ● ΦΡ.: ... στο τετράγωνο! & (λόγ.) εις το τετράγωνο (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ο υπερβολικός βαθμός μιας αρνητικής συνήθ. ιδιότητας ή κατάστασης: Ανοησία/παραλογισμός ~ ~! [< 1: αρχ. τετράγωνον 2: γαλλ. carré]
50262τετράγωνος, η, ο τε-τρά-γω-νος επίθ. 1. που έχει σχήμα τετραγώνου: ~ος: σκελετός (γυαλιών)/χώρος. ~η: αίθουσα/βάση (στήριξης)/επιφάνεια/κάτοψη/πλατεία/τσάντα/φόρμα (για κέικ). ~ο: δωμάτιο/κάδρο/κουτί/πλαίσιο/ταψί. ~ες: αγκύλες.|| ~ο: πρόσωπο (πβ. τετραγωνισμένο· βλ. στρογγυλό, ωοειδές).|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: οσφυϊκός (μυς). Βλ. -γωνος. ΣΥΝ. τετραγωνικός 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πρακτικότητα ή/και ευφυΐα: ~η: σκέψη. Βλ. θετικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τετράγωνη λογική βλ. λογική, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό [< 1: αρχ. τετράγωνος 2: αγγλ. square]
50263τετράδατε-τρά-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τετράς {-άδος} 1. σύνολο από τέσσερα ομοειδή πράγματα ή ομάδα τεσσάρων ατόμων: ~ ελαστικών. Έπαιξε μια ~ (: τέσσερα ζεύγη, σε παιχνίδι προγνωστικών αγώνων).|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμών.|| Παράταξη κατά ~ες. Στοιχηθείτε/χωριστείτε σε ~ες. Μπείτε στη σειρά ανά ~ες (= τέσσερις τέσσερις).|| (προφ.) Η αγία ~/τετράς του ανδρικού τένις (βλ. τριάδα). Τώρα που ήρθες, συμπληρώθηκε η ~ (πβ. καρέ). Βλ. -άδα. 2. οι τέσσερις πρώτες θέσεις σε αθλητική διοργάνωση: είσοδος/πρόκριση στην ~. Φαβορί για την ~. Έμεινε εκτός ~ας. Μπήκαν στην τελική ~. Τερμάτισαν στην πρώτη ~ του πρωταθλήματος. [< αρχ. τετράς]
50264τετραδιάστατος, η, ο τε-τρα-δι-ά-στα-τος επίθ. (επιστ.): που εμφανίζει και την τέταρτη διάσταση, δηλ. τον χρόνο: (ΦΥΣ., στη θεωρία της σχετικότητας) η έννοια του ~ου χωροχρονικού συνεχούς. Βλ. τρισδιάστατος.|| (ΙΑΤΡ.) ~α: υπερηχογραφήματα. (ΠΛΗΡΟΦ.) Πλοήγηση σε ~α δεδομένα. Βλ. -διάστατος. [< αγγλ. four-dimensional/-dimensioned]
50265τετραδιεύθυνσητε-τρα-δι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε όχημα) σύστημα διεύθυνσης που επενεργεί και στους τέσσερις τροχούς, εξασφαλίζοντας καλύτερη οδική συμπεριφορά: ενεργητική (: οι πίσω τροχοί κινούνται σύμφωνα με τους μπροστινούς)/παθητική (: οι πίσω τροχοί μπορούν να πάρουν κλίση ως προς τον διαμήκη άξονά τους) ~. Φορτωτής με ~. Βλ. τετρακίνηση. [< αγγλ. four-wheel steering]
50266τετραδικός, ή, ό τε-τρα-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε ένα σύνολο τεσσάρων μονάδων: ~ή: ταξινόμηση. ~ό: σχήμα.|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: ανάλυση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: δέντρα.|| (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό σύστημα αρίθμησης. [< μτγν. τετραδικός, γαλλ. quaternaire]
50267τετράδιοτε-τρά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου}: διπλωμένα φύλλα χαρτιού, συνήθ. με τυπωμένες γραμμές, δεμένα με εξώφυλλο από χοντρό χαρτόνι ή ειδικό πλαστικό, που χρησιμοποιούνται για γράψιμο: μαθητικό/μπλε/σχολικό ~. ~ ριγέ/σπιράλ. ~ αντιγραφής/αριθμητικής/ασκήσεων/επικοινωνίας (: του δασκάλου με τους γονείς)/εργασιών/καλλιγραφίας/μαγειρικής/μουσικής. Η ετικέτα/το κάλυμμα/οι σελίδες του ~ίου. Μετέφερε τις ασκήσεις από το πρόχειρο στο καλό (~). Ο καθηγητής έλεγξε τα ~α των μαθητών. Βλ. μπλοκ, τεφτέρι.|| Χειρόγραφα ~α και σχεδιάσματα του ποιητή. ● Υποκ.: τετραδιάκι (το) [< μτγν. τετράδιον ‘φύλλο (παπύρου ή περγαμηνής) διπλωμένο στα τέσσερα’, γαλλ. cahier, γερμ. Heft]
50268τετράδιπλος, η, ο τε-τρά-δι-πλος επίθ. 1. που έχει διπλωθεί τέσσερις φορές: ~ο: μαντίλι/πανί. 2. τετραπλάσιος· κατ' επέκτ. τεράστιος: ~ο: σεντόνι. Βλ. -διπλος. [< 1: μτγν. τετράδιπλος]
50269τετράδυμος, η, ο τε-τρά-δυ-μος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αφορά την ταυτόχρονη γονιμοποίηση τεσσάρων ωαρίων: ~η: κύηση. 2. (σπάν.-μτφ.) που αποτελείται από τέσσερα όμοια μέρη: (ΣΤΡΑΤ.) ~ο αντιαεροπορικό πολυβόλο. Βλ. -δυμος. ● Ουσ.: τετράδυμα (τα): τέσσερα αδέρφια που γεννιούνται από τον ίδιο τοκετό: Έκανε ~. Βλ. δί-, τρί-δυμοι, πεντάδυμος. [< 1: μτγν. τετράδυμος]
50270τετραεδρικός, ή, ό τε-τρα-ε-δρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τετράεδρο: (επιστ.) ~ή: γεωμετρία/συμμετρία. Δεσμοί με ~ή διάταξη.|| ~ή: συσκευασία (πβ. τετραπάκ). Πβ. τετράεδρος. 2. που εκλέγει τέσσερις βουλευτές: ~ές: περιφέρειες. Βλ. -εδρικός. [< γαλλ. tetraédrique]
50271τετράεδρος, η, ο τε-τρά-ε-δρος επίθ.: (για στερεό σώμα) που έχει τέσσερις επιφάνειες: ~η: πυραμίδα/σκεπή. Πβ. τετραεδρικός. Βλ. -εδρος. ● Ουσ.: τετράεδρο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έδρου}: ΓΕΩΜ. πολύεδρο με τέσσερις έδρες: κανονικό ~. Οι ακμές/οι κορυφές/ο όγκος ενός ~ου.|| (ΧΗΜ.) Το ~ του πυριτίου. [< μτγν. τετράεδρον, γαλλ. tétraèdre, αγγλ. tetrahedron] [< μτγν. τετράεδρος, αγγλ. tetrahedral]
50272τετραετής, ής, ές βλ. -ετής, τετρα-
50273τετραετίαβλ. -ετία, τετρα-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.