| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50268 | τετράδιπλος | , η, ο τε-τρά-δι-πλος επίθ. 1. που έχει διπλωθεί τέσσερις φορές: ~ο: μαντίλι/πανί. 2. τετραπλάσιος· κατ' επέκτ. τεράστιος: ~ο: σεντόνι. Βλ. -διπλος. [< 1: μτγν. τετράδιπλος] | |
| 50269 | τετράδυμος | , η, ο τε-τρά-δυ-μος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αφορά την ταυτόχρονη γονιμοποίηση τεσσάρων ωαρίων: ~η: κύηση. 2. (σπάν.-μτφ.) που αποτελείται από τέσσερα όμοια μέρη: (ΣΤΡΑΤ.) ~ο αντιαεροπορικό πολυβόλο. Βλ. -δυμος. ● Ουσ.: τετράδυμα (τα): τέσσερα αδέρφια που γεννιούνται από τον ίδιο τοκετό: Έκανε ~. Βλ. δί-, τρί-δυμοι, πεντάδυμος. [< 1: μτγν. τετράδυμος] | |
| 50270 | τετραεδρικός | , ή, ό τε-τρα-ε-δρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τετράεδρο: (επιστ.) ~ή: γεωμετρία/συμμετρία. Δεσμοί με ~ή διάταξη.|| ~ή: συσκευασία (πβ. τετραπάκ). Πβ. τετράεδρος. 2. που εκλέγει τέσσερις βουλευτές: ~ές: περιφέρειες. Βλ. -εδρικός. [< γαλλ. tetraédrique] | |
| 50271 | τετράεδρος | , η, ο τε-τρά-ε-δρος επίθ.: (για στερεό σώμα) που έχει τέσσερις επιφάνειες: ~η: πυραμίδα/σκεπή. Πβ. τετραεδρικός. Βλ. -εδρος. ● Ουσ.: τετράεδρο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έδρου}: ΓΕΩΜ. πολύεδρο με τέσσερις έδρες: κανονικό ~. Οι ακμές/οι κορυφές/ο όγκος ενός ~ου.|| (ΧΗΜ.) Το ~ του πυριτίου. [< μτγν. τετράεδρον, γαλλ. tétraèdre, αγγλ. tetrahedron] [< μτγν. τετράεδρος, αγγλ. tetrahedral] | |
| 50272 | τετραετής | , ής, ές βλ. -ετής, τετρα- | |
| 50273 | τετραετία | βλ. -ετία, τετρα- | |
| 50274 | τετραευάγγελο | τε-τρα-ευ-άγ-γε-λο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) τετραβάγελλο & (λόγ.) τετραευαγγέλιο: ΕΚΚΛΗΣ. το βιβλίο που περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια: χειρόγραφο ~ του 12ου αι. [< μεσν. τετραευαγγέλιον] | |
| 50275 | τετραήμερος | , η, ο βλ. -ήμερος, τετρα- | |
| 50276 | τετραθέσιος | , α, ο βλ. -θέσιος, τετρα- | |
| 50277 | τετράθυρος | , η, ο τε-τρά-θυ-ρος επίθ.: που διαθέτει τέσσερις θύρες, εισόδους ή ανοίγματα: ~ο: αμάξωμα/κουπέ/όχημα. H ~η έκδοση ενός μοντέλου. ΣΥΝ. τετράπορτος.|| (σπανιότ. ΤΕΧΝΟΛ.) ~ο: ρούτερ/USB. Βλ. -θυρος. ● Ουσ.: τετράθυρο (το): ενν. αυτοκίνητο: σπορ ~. [< αρχ. τετράθυρος, αγγλ. four-door, 1957] | |
| 50278 | τετρακέφαλος | , η, ο τε-τρα-κέ-φα-λος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τετρακέφαλος (μηριαίος μυς) {-ου (λόγ.) -άλου}: ΑΝΑΤ. μυς στην πρόσθια επιφάνεια του μηρού, με τέσσερις εκφύσεις: ορθός μηριαίος ~. Έξω/έσω/μέσος πλατύς ~. Γυμνασμένοι ~οι. Ασκήσεις ενδυνάμωσης ~ων.|| (ΙΑΤΡ.) Ατροφία ~ου. Θλάση στον ~ο. Βλ. δι-, τρι-κέφαλος. [< γαλλ. quadriceps, 1924] [< μτγν. τετρακέφαλος] | |
| 50279 | τετρακίνηση | τε-τρα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. σύστημα μετάδοσης της κίνησης στους τέσσερις τροχούς οχήματος, ανάλογα με τις συνθήκες οδήγησης: αυτόματη/ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ~. Επιλεκτική/κατ' επιλογή ~. Μόνιμη ~ με κεντρικό διαφορικό/με συνεκτικό συμπλέκτη. Κιβώτιο ~ης (= τέσσερα επί τέσσερα). Βλ.τετραδιεύθυνση. [< αγγλ. four-wheel drive, 1926] | |
| 50280 | τετρακινητήριος | , α, ο τε-τρα-κι-νη-τή-ρι-ος επίθ. ΜΗΧΑΝΟΛ.: που έχει τέσσερις κινητήρες: ~ο: αεροσκάφος.|| (ως ουσ.) ~ο μεγάλων αποστάσεων. Βλ. -κινητήριος. [< αγγλ. four-engined] | |
| 50281 | τετρακίνητος | , η, ο τε-τρα-κί-νη-τος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για όχημα) που διαθέτει σύστημα τετρακίνησης: ~ο: τζιπ (= τέσσερα επί τέσσερα). ~η (σπορ) έκδοση με δίλιτρο κινητήρα. ~ο μοντέλο με απόδοση ... ίππων. Βλ. -κίνητος.|| (ως ουσ.) Αγωνιστικό ~ο. ~α υψηλών επιδόσεων. [< αγγλ. four-wheel] | |
| 50282 | τετρακιόνιος | , α, ο τε-τρα-κι-ό-νι-ος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες: ~ος: ναός. ~ο: πρόστυλο (= τετράστυλο). | |
| 50283 | τετράκις | βλ. -άκις, τετρα- | |
| 50284 | τετράκλινος | , η, ο τε-τρά-κλι-νος επίθ.: που διαθέτει τέσσερα κρεβάτια: ~η: καμπίνα/κουκέτα. ~ο: διαμέρισμα. Συγκρότημα με ~ες μεζονέτες.|| (συνήθ. ως ουσ.) Κλείσαμε ένα ~ο (ενν. δωμάτιο, π.χ. σε ξενοδοχείο). Βλ. μονό-, δί-, τρί-κλινος. | |
| 50285 | τετρακοσάρα | τε-τρα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα τετρακοσίων κυβικών: μεταχειρισμένη ~.|| (ως επίθ.) ~ μηχανή. 2. σύνολο τετρακοσίων ομοειδών μονάδων: Έφαγε μια ~ (ευρώ) πρόστιμο.|| (ως επίθ.) Έχει καμιά ~ σιντί. ΣΥΝ. τετρακοσαριά. Βλ. -άρα. | |
| 50286 | τετρακοσάρης | τε-τρα-κο-σά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): δρομέας των τετρακοσίων μέτρων. Βλ. κατοστ-, διακοσ-άρης. | |
| 50287 | τετρακοσάρι | τε-τρα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο τετρακοσίων μονάδων: Πλήρωσε ένα ~ (: τετρακόσια ευρώ). ΣΥΝ. τετρακοσάρα.|| (ως επίθ.) ~ σκούτερ (: τετρακοσίων κυβικών). 2. (προφ., στον στίβο) αγώνας δρόμου τετρακοσίων μέτρων. || (στην κολύμβηση) Κολυμπάει ~. Βλ. -άρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ