| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50288 | τετρακοσαριά | βλ. -αριά1 | |
| 50289 | τετρακόσια | τε-τρα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (προφ.) τετρακόσα 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 400 ή το σύνολο τετρακοσίων μονάδων. 2. (ως αριθμητ. τακτ.-προφ.) τετρακοσιοστός. [< αρχ. τετρακόσια] | |
| 50290 | τετρακόσιοι | , ες, α τε-τρα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. {τετρακοσί-ων} & (προφ.) τετρακόσοι: που αποτελούν σύνολο τετρακοσίων μονάδων: ~α: κιλά. Πρωταθλητής στα ~α μέτρα (του στίβου ή της κολύμβησης). ● ΦΡ.: τα 'χω τετρακόσια (προφ., συνήθ. για ηλικιωμένο): διατηρώ στο ακέραιο την πνευματική μου διαύγεια, τις διανοητικές μου ικανότητες. ΑΝΤ. τα 'χω χαμένα (2) [< αρχ. τετρακόσιοι] | |
| 50291 | τετρακοσιοστός | , ή, ό βλ. -οστός, τετρα- | |
| 50292 | τετράκτινος | , η, ο τε-τρά-κτι-νος επίθ.: που έχει τέσσερις ακτίνες: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: τροχός. ~ο: τιμόνι. ~ες: ζάντες (βλ. τριάκτινες).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Φιάλη με διακόσμηση ~ων αστεριών. | |
| 50293 | τετρακυκλίνη | τε-τρα-κυ-κλί-νη ουσ. (θηλ.) {τετρακυκλιν-ών}: ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό ευρέος φάσματος (σύμβ. C22H24N2O8): υδροχλωρική ~. Παράγωγα (της) ~ης. Η αντιμικροβιακή δράση των ~ών. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. tetracycline, 1952, γαλλ. tétracycline, 1954] | |
| 50294 | τετρακύλινδρος | , η, ο τε-τρα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για κινητήρα) που διαθέτει τέσσερις κυλίνδρους: μοτοσικλέτα με ~ο μοτέρ.|| ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/μηχανή. Βλ. πεντακύλινδρος. [< γαλλ. à quatre cylindres, γερμ. Vierzylinder] | |
| 50295 | τετράκωπος | , η, ο τε-τρά-κω-πος επίθ. (λόγ.): (για μικρό πλωτό μέσο) που κινείται με ή έχει τέσσερα κουπιά: ~η: βάρκα/λέμβος. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: τετράκωπος (η) {τετρακώπ-ου}: ΑΘΛ. σκάφος κωπηλατικών αγώνων με τέσσερα κουπιά· κατ’ επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: το πλήρωμα της ~ου.|| ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. ~ άνευ/μετά πηδαλιούχου. ~ ελαφρών βαρών. Βλ. σκιφ. | |
| 50296 | τετραλογία | τε-τρα-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο τεσσάρων καλλιτεχνικών έργων, κυρ. λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών, με εσωτερική ενότητα: μυθιστορηματική/ποιητική ~. Το πρώτο βιβλίο μιας ~ας. Βλ. τριλογία.|| Επική ~ έργων όπερας. 2. ΦΙΛΟΛ. σύνολο τεσσάρων θεατρικών έργων, δηλ. τριών τραγωδιών και ενός σατυρικού δράματος, που διδάσκονταν σε δραματικούς αγώνες. Βλ. -λογία. [< γερμ. Tetralogie, γαλλ. tétralogie , αγγλ. tetralogy 2: αρχ. τετραλογία] | |
| 50297 | τετραμελής | , ής, ές βλ. -μελής, τετρα- | |
| 50298 | τετραμερής | , ής, ές βλ. -μερής, τετρα- | |
| 50299 | τετράμετρος | , η, ο βλ. -μετρος, τετρα- | |
| 50300 | τετραμηνία | βλ. -μηνία, τετρα- | |
| 50301 | τετραμηνιαίος | , α, ο βλ. -μηνιαίος, τετρα- | |
| 50302 | τετράμηνος | , η, ο βλ. -μηνος, τετρα- | |
| 50303 | τετράνυχος | τε-τρά-νυ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύχου}: ΓΕΩΠ. γένος μικροσκοπικών παρασιτικών εντόμων (γένος Tetranychus, οικογ. Tetranychidae) που προσβάλλουν την κάτω επιφάνεια των φύλλων ή/και τους καρπούς των εσπεριδοειδών: κηλιδωτός/κίτρινος/κοινός ~.|| Κόκκινος ~ της μηλιάς. Βλ. ακάρεα. [< γαλλ. tétranyque] | |
| 50304 | τετραπάκ | τε-τρα-πάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αποστειρωμένο υλικό κυρ. από χαρτί, που χρησιμοποιείται στη συσκευασία διατροφικών ειδών, συνήθ. ρευστών: γάλα/χυμοί σε (κουτί από) ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tetra Pak/pack, 1953, σουηδικής ανακάλυψης] | |
| 50305 | τετράπαχος | , η, ο τε-τρά-πα-χος επίθ. (προφ.-εμφατ.): υπερβολικά παχύς: Έχει γίνει ~ από το φαΐ. | |
| 50306 | τετραπέρατος | , η, ο τε-τρα-πέ-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): που έχει ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, πανέξυπνος: ~ο: παιδί. Πβ. ανοιχτομάτης, ατσίδα, ξεφτέρι, σαΐνι.|| ~ο: μυαλό (: κοφτερό). [< πβ. μτγν. τετραπέρατος ‘που απλώνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα’] | |
| 50307 | τετραπλασιάζω | βλ. -πλασιάζω, τετρα- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ