Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50840-50860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50294τετρακύλινδρος, η, ο τε-τρα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για κινητήρα) που διαθέτει τέσσερις κυλίνδρους: μοτοσικλέτα με ~ο μοτέρ.|| ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/μηχανή. Βλ. πεντακύλινδρος. [< γαλλ. à quatre cylindres, γερμ. Vierzylinder]
50295τετράκωπος, η, ο τε-τρά-κω-πος επίθ. (λόγ.): (για μικρό πλωτό μέσο) που κινείται με ή έχει τέσσερα κουπιά: ~η: βάρκα/λέμβος. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: τετράκωπος (η) {τετρακώπ-ου}: ΑΘΛ. σκάφος κωπηλατικών αγώνων με τέσσερα κουπιά· κατ’ επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: το πλήρωμα της ~ου.|| ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. ~ άνευ/μετά πηδαλιούχου. ~ ελαφρών βαρών. Βλ. σκιφ.
50296τετραλογίατε-τρα-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο τεσσάρων καλλιτεχνικών έργων, κυρ. λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών, με εσωτερική ενότητα: μυθιστορηματική/ποιητική ~. Το πρώτο βιβλίο μιας ~ας. Βλ. τριλογία.|| Επική ~ έργων όπερας. 2. ΦΙΛΟΛ. σύνολο τεσσάρων θεατρικών έργων, δηλ. τριών τραγωδιών και ενός σατυρικού δράματος, που διδάσκονταν σε δραματικούς αγώνες. Βλ. -λογία. [< γερμ. Tetralogie, γαλλ. tétralogie , αγγλ. tetralogy 2: αρχ. τετραλογία]
50297τετραμελής, ής, ές βλ. -μελής, τετρα-
50298τετραμερής, ής, ές βλ. -μερής, τετρα-
50299τετράμετρος, η, ο βλ. -μετρος, τετρα-
50300τετραμηνίαβλ. -μηνία, τετρα-
50301τετραμηνιαίος, α, ο βλ. -μηνιαίος, τετρα-
50302τετράμηνος, η, ο βλ. -μηνος, τετρα-
50303τετράνυχοςτε-τρά-νυ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύχου}: ΓΕΩΠ. γένος μικροσκοπικών παρασιτικών εντόμων (γένος Tetranychus, οικογ. Tetranychidae) που προσβάλλουν την κάτω επιφάνεια των φύλλων ή/και τους καρπούς των εσπεριδοειδών: κηλιδωτός/κίτρινος/κοινός ~.|| Κόκκινος ~ της μηλιάς. Βλ. ακάρεα. [< γαλλ. tétranyque]
50304τετραπάκτε-τρα-πάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αποστειρωμένο υλικό κυρ. από χαρτί, που χρησιμοποιείται στη συσκευασία διατροφικών ειδών, συνήθ. ρευστών: γάλα/χυμοί σε (κουτί από) ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tetra Pak/pack, 1953, σουηδικής ανακάλυψης]
50305τετράπαχος, η, ο τε-τρά-πα-χος επίθ. (προφ.-εμφατ.): υπερβολικά παχύς: Έχει γίνει ~ από το φαΐ.
50306τετραπέρατος, η, ο τε-τρα-πέ-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): που έχει ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, πανέξυπνος: ~ο: παιδί. Πβ. ανοιχτομάτης, ατσίδα, ξεφτέρι, σαΐνι.|| ~ο: μυαλό (: κοφτερό). [< πβ. μτγν. τετραπέρατος ‘που απλώνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα’]
50307τετραπλασιάζωβλ. -πλασιάζω, τετρα-
50308τετραπλασιασμόςβλ. -πλασιασμός, τετρα-
50309τετραπλάσιος, α, ο βλ. -πλάσιος, τετρα-
50310τετράπλευροτε-τρά-πλευ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -εύρου} : ΓΕΩΜ. γεωμετρικό σχήμα με τέσσερις πλευρές: εγγεγραμμένο/κυρτό/ορθογώνιο ~. Βλ. παραλληλόγραμο, ρόμβος, τετράγωνο, τραπέζιο.
50311τετράπλευρος, η, ο βλ. -πλευρος, τετρα-
50312τετραπληγίατε-τρα-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των άνω και κάτω άκρων, η οποία οφείλεται σε νευρολογικά αίτια: ατελής/μετατραυματική/πλήρης/σπαστική ~. Βλ. ημι-, μονο-, παρα-πληγία. [< γαλλ. tétraplégie, 1904, αγγλ. tetraplegia, 1911]
50313τετραπληγικός, ή, ό τε-τρα-πλη-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από τετραπληγία: ~ό: παιδί.|| (ως ουσ.) Υπολογιστές για ~ούς. Βλ. ημι-, παρα-πληγικός. [< γαλλ. tétraplégique, περ. 1950, αγγλ. tetraplegic, 1911]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.