| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 50294 | τετρακύλινδρος | , η, ο τε-τρα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για κινητήρα) που διαθέτει τέσσερις κυλίνδρους: μοτοσικλέτα με ~ο μοτέρ.|| ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/μηχανή. Βλ. πεντακύλινδρος. [< γαλλ. à quatre cylindres, γερμ. Vierzylinder] | |
| 50295 | τετράκωπος | , η, ο τε-τρά-κω-πος επίθ. (λόγ.): (για μικρό πλωτό μέσο) που κινείται με ή έχει τέσσερα κουπιά: ~η: βάρκα/λέμβος. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: τετράκωπος (η) {τετρακώπ-ου}: ΑΘΛ. σκάφος κωπηλατικών αγώνων με τέσσερα κουπιά· κατ’ επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: το πλήρωμα της ~ου.|| ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. ~ άνευ/μετά πηδαλιούχου. ~ ελαφρών βαρών. Βλ. σκιφ. | |
| 50296 | τετραλογία | τε-τρα-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο τεσσάρων καλλιτεχνικών έργων, κυρ. λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών, με εσωτερική ενότητα: μυθιστορηματική/ποιητική ~. Το πρώτο βιβλίο μιας ~ας. Βλ. τριλογία.|| Επική ~ έργων όπερας. 2. ΦΙΛΟΛ. σύνολο τεσσάρων θεατρικών έργων, δηλ. τριών τραγωδιών και ενός σατυρικού δράματος, που διδάσκονταν σε δραματικούς αγώνες. Βλ. -λογία. [< γερμ. Tetralogie, γαλλ. tétralogie , αγγλ. tetralogy 2: αρχ. τετραλογία] | |
| 50297 | τετραμελής | , ής, ές βλ. -μελής, τετρα- | |
| 50298 | τετραμερής | , ής, ές βλ. -μερής, τετρα- | |
| 50299 | τετράμετρος | , η, ο βλ. -μετρος, τετρα- | |
| 50300 | τετραμηνία | βλ. -μηνία, τετρα- | |
| 50301 | τετραμηνιαίος | , α, ο βλ. -μηνιαίος, τετρα- | |
| 50302 | τετράμηνος | , η, ο βλ. -μηνος, τετρα- | |
| 50303 | τετράνυχος | τε-τρά-νυ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύχου}: ΓΕΩΠ. γένος μικροσκοπικών παρασιτικών εντόμων (γένος Tetranychus, οικογ. Tetranychidae) που προσβάλλουν την κάτω επιφάνεια των φύλλων ή/και τους καρπούς των εσπεριδοειδών: κηλιδωτός/κίτρινος/κοινός ~.|| Κόκκινος ~ της μηλιάς. Βλ. ακάρεα. [< γαλλ. tétranyque] | |
| 50304 | τετραπάκ | τε-τρα-πάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αποστειρωμένο υλικό κυρ. από χαρτί, που χρησιμοποιείται στη συσκευασία διατροφικών ειδών, συνήθ. ρευστών: γάλα/χυμοί σε (κουτί από) ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tetra Pak/pack, 1953, σουηδικής ανακάλυψης] | |
| 50305 | τετράπαχος | , η, ο τε-τρά-πα-χος επίθ. (προφ.-εμφατ.): υπερβολικά παχύς: Έχει γίνει ~ από το φαΐ. | |
| 50306 | τετραπέρατος | , η, ο τε-τρα-πέ-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): που έχει ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, πανέξυπνος: ~ο: παιδί. Πβ. ανοιχτομάτης, ατσίδα, ξεφτέρι, σαΐνι.|| ~ο: μυαλό (: κοφτερό). [< πβ. μτγν. τετραπέρατος ‘που απλώνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα’] | |
| 50307 | τετραπλασιάζω | βλ. -πλασιάζω, τετρα- | |
| 50308 | τετραπλασιασμός | βλ. -πλασιασμός, τετρα- | |
| 50309 | τετραπλάσιος | , α, ο βλ. -πλάσιος, τετρα- | |
| 50310 | τετράπλευρο | τε-τρά-πλευ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -εύρου} : ΓΕΩΜ. γεωμετρικό σχήμα με τέσσερις πλευρές: εγγεγραμμένο/κυρτό/ορθογώνιο ~. Βλ. παραλληλόγραμο, ρόμβος, τετράγωνο, τραπέζιο. | |
| 50311 | τετράπλευρος | , η, ο βλ. -πλευρος, τετρα- | |
| 50312 | τετραπληγία | τε-τρα-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των άνω και κάτω άκρων, η οποία οφείλεται σε νευρολογικά αίτια: ατελής/μετατραυματική/πλήρης/σπαστική ~. Βλ. ημι-, μονο-, παρα-πληγία. [< γαλλ. tétraplégie, 1904, αγγλ. tetraplegia, 1911] | |
| 50313 | τετραπληγικός | , ή, ό τε-τρα-πλη-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από τετραπληγία: ~ό: παιδί.|| (ως ουσ.) Υπολογιστές για ~ούς. Βλ. ημι-, παρα-πληγικός. [< γαλλ. tétraplégique, περ. 1950, αγγλ. tetraplegic, 1911] | |