| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50308 | τετραπλασιασμός | βλ. -πλασιασμός, τετρα- | |
| 50309 | τετραπλάσιος | , α, ο βλ. -πλάσιος, τετρα- | |
| 50310 | τετράπλευρο | τε-τρά-πλευ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -εύρου} : ΓΕΩΜ. γεωμετρικό σχήμα με τέσσερις πλευρές: εγγεγραμμένο/κυρτό/ορθογώνιο ~. Βλ. παραλληλόγραμο, ρόμβος, τετράγωνο, τραπέζιο. | |
| 50311 | τετράπλευρος | , η, ο βλ. -πλευρος, τετρα- | |
| 50312 | τετραπληγία | τε-τρα-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των άνω και κάτω άκρων, η οποία οφείλεται σε νευρολογικά αίτια: ατελής/μετατραυματική/πλήρης/σπαστική ~. Βλ. ημι-, μονο-, παρα-πληγία. [< γαλλ. tétraplégie, 1904, αγγλ. tetraplegia, 1911] | |
| 50313 | τετραπληγικός | , ή, ό τε-τρα-πλη-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από τετραπληγία: ~ό: παιδί.|| (ως ουσ.) Υπολογιστές για ~ούς. Βλ. ημι-, παρα-πληγικός. [< γαλλ. tétraplégique, περ. 1950, αγγλ. tetraplegic, 1911] | |
| 50314 | τετραπλός | , ή, ό τε-τρα-πλός επίθ. 1. που αποτελείται από τέσσερα μέρη ή συμβαίνει τέσσερις διαδοχικές φορές: ~ή: συσκευασία. ~ό: τζακ ποτ.|| (ΑΘΛ.) ~ό: σκιφ (: με τέσσερις κωπηλάτες).|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: κάταγμα (: σε τέσσερα σημεία). ~ό εμβόλιο για ιλαρά, παρωτίτιδα, ερυθρά και ανεμοβλογιά.|| ~ός: έλεγχος. ~ό: χτύπημα. Βλ. -πλός. 2. τέσσερις φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος: άτομα με ~ές πιθανότητες μόλυνσης από τον ιό. ΣΥΝ. τετραπλάσιος. Βλ. -πλός. ● επίρρ.: τετραπλά [< αρχ. τετραπλοῦς] | |
| 50315 | τετράποδος | , η, ο τε-τρά-πο-δος επίθ.: που έχει τέσσερα πόδια: (συνήθ. για ζώο) ~ος: σύντροφος/φύλακας (: σκύλος). Οι ~οι φίλοι μας. Βλ. -ποδος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: βάδιση. ● Ουσ.: τετράποδο (το) {-ου (λόγ.) -όδου} 1. ΖΩΟΛ. {στον πληθ.} κατηγορία σπονδυλωτών (επιστ. ονομασ. Tetrapoda) με τέσσερα άκρα· (στον εν.) ζώο. Βλ. υπερομοταξία. 2. (μτφ.-μειωτ.) κουτός ή ανήθικος άνθρωπος. Βλ. δίποδο. [< 1: γαλλ. tétrapode, περ. 1950, αγγλ. tetrapod] [< μτγν. τετράποδος] | |
| 50316 | τετράπολη | τε-τρά-πο-λη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ): ΑΡΧ. ένωση τεσσάρων αυτόνομων πόλεων-κρατών: δωρική ~. [< αρχ. τετράπολις] | |
| 50317 | τετραπολικός | , ή, ό τε-τρα-πο-λι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει δύο ζεύγη πόλων ή τέσσερις αγωγούς: ~ός: διακόπτης/κινητήρας/φασματογράφος. ~ό: βύσμα.|| (ΦΥΣ.) Διπολική και ~ή ροπή.|| ~ό: καλώδιο. | |
| 50318 | τετράπολο | τε-τρά-πο-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όλου}: ΗΛΕΚΤΡ. κύκλωμα που διαθέτει δύο ζεύγη πόλων: ενεργό/ηλεκτρικό/ισοδύναμο/παθητικό ~. Βλ. δίπολο. [< αγγλ. quadrupole, 1922, γαλλ. quadripôle, 1926] | |
| 50319 | τετράποντο | τε-τρά-πο-ντο ουσ. (ουδ.) ΑΘΛ. (προφ.) 1. (στο μπάσκετ) καλάθι τριών πόντων που ακολουθείται από βολή, καθώς ο παίκτης που το πέτυχε κέρδισε φάουλ πάνω στο σουτ. Βλ. γκολ φάουλ. 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για ομάδα που δεν κερδίζει μόνο τους τρεις βαθμούς της νίκης σε έναν αγώνα, αλλά έχει προβάδισμα σε περίπτωση ισοβαθμίας με τον συγκεκριμένο αντίπαλο στον τελικό βαθμολογικό πίνακα. | |
| 50320 | τετράπορτος | , η, ο τε-τρά-πορ-τος επίθ.: (συνήθ. για όχημα) που διαθέτει τέσσερις πόρτες, κυρ. σε αντιδιαστολή με το δίπορτο: ~ο: αμάξωμα/αυτοκίνητο. ~η έκδοση ενός μοντέλου. Βλ. -πορτος.|| (ως ουσ.) Τα πιο εντυπωσιακά ~α της αγοράς. ΣΥΝ. τετράθυρος [< αγγλ. four-door] | |
| 50321 | τετράπρακτος | , η, ο τε-τρά-πρα-κτος επίθ.: ΘΕΑΤΡ. (για θεατρικό έργο) που εκτυλίσσεται ή χωρίζεται σε τέσσερις πράξεις: ~η: κωμωδία/όπερα. ~ο: δράμα.|| (ως ουσ.) Έγραψε ένα ~ο. Βλ. μονό-, πολύ-πρακτος. [< γαλλ. en quatre actes, γερμ. Vierakter] | |
| 50322 | τετράπυλο | τε-τρά-πυ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύλου}: ΑΡΧΑΙΟΛ. μνημειακή κατασκευή με τέσσερα τοξωτά ανοίγματα: θριαμβικό/ρωμαϊκό ~. Βλ. αψίδα. [< μτγν. τετράπυλος] | |
| 50323 | τετράριχτος | , η, ο τε-τρά-ρι-χτος επίθ. & τετράρριχτος: ΑΡΧΙΤ. (για στέγη) που σχηματίζεται από τέσσερα επικλινή επίπεδα: ~η: οροφή/σκεπή. Βλ. δίριχτος. | |
| 50324 | τετράροδος | , η, ο τε-τρά-ρο-δος επίθ. (προφ.): τετράτροχος. | |
| 50325 | τετράρχης | τε-τράρ-χης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. διοικητής τετραρχίας. Βλ. -άρχης. [< μτγν. τετράρχης, γαλλ. tétrarque, αγγλ. tetrarch] | |
| 50326 | τετραρχία | τε-τραρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) σύστημα διοίκησης που διαιρούσε μια περιοχή και ειδικότ. τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε τέσσερις επαρχίες. Βλ. -αρχία. [< αρχ. τετραρχία, γαλλ. tétrarchie , αγγλ. tetrarchy] | |
| 50327 | τετράς | βλ. τετράδα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ