Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50880-50900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50334τετρατάξιος, α, ο τε-τρα-τά-ξι-ος επίθ.: (κυρ. παλαιότ., για σχολική βαθμίδα ή σχολείο) που αποτελείται από τέσσερις τάξεις: ~ο: Γυμνάσιο.|| ~ο: Δημοτικό (= τετραθέσιο).|| (ως ουσ.) ~ο αρρένων.
50335τετράτομος, η, ο βλ. τετρα-, -τομος
50336τετράτροχος, η, ο τε-τρά-τρο-χος επίθ.: (για όχημα) που κινείται με τέσσερις τροχούς: ~η: μηχανή (πβ. γουρούνα). ~ο: αμάξι/αυτοκίνητο. Βλ. -τροχος.|| (ως ουσ.) ~α μεγάλου κυβισμού. Βλ. δίτροχο, τροχοφόρο. ΣΥΝ. τετράροδος [< μτγν. τετράτροχος]
50337τετραϋδροκανναβινόλητε-τρα-ϋ-δρο-καν-να-βι-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. ψυχοδραστική, ναρκωτική ουσία (σύμβ. C21H30O2) που περιέχεται στα φύλλα της ινδικής κάνναβης: συνθετική ~. Δ9-~. Βλ. -όλη. [< αγγλ. tetrahydrocannabinol, 1967]
50338τετράφυλλος, η, ο βλ. τετρα-, -φυλλος
50339τετραφωνίατε-τρα-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. εκτέλεση σύνθεσης από τέσσερις φωνές: χορωδιακές ~ες. Τραγουδούν σε ~. Βλ. κουαρτέτο, -φωνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου μέσω τεσσάρων ανεξάρτητων καναλιών: χρήση της ~ας στον κινηματογράφο. [< 2: αγγλ. quadraphony, 1969, γαλλ. quadriphonie, περ. 1970]
50340τετραφωνικός, ή, ό τε-τρα-φω-νι-κός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. τετράφωνος: ~ή: χορωδία.|| ~ό: τραγούδι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (για ήχο) που σχετίζεται με την τεχνική της τετραφωνίας: ~ή: μείξη (δίσκου). ~ά: ηχεία. Βλ. -φωνικός. ● επίρρ.: τετραφωνικά [< 2: αγγλ. quadraphonic, 1969]
50341τετράφωνος, η, ο τε-τρά-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. που αποτελείται ή εκτελείται από τέσσερις φωνές: ~η: χορωδία.|| ~η: συγχορδία/ψαλμωδία. Βλ. δί-, τρί-φωνος. ΣΥΝ. τετραφωνικός (1) [< γερμ. vierstimmig]
50342τετράχειρατε-τρά-χει-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ονομασία των πιθήκων που χρησιμοποιούν τα πόδια τους και τα χέρια τους με τον ίδιο τρόπο λόγω της ευκινησίας των δαχτύλων τους. Βλ. τετράποδο. [< μτγν. τετράχειρ 'που έχει τέσσερα χέρια']
50343τετραχλωράνθρακαςτε-τρα-χλω-ράν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. ένωση (σύμβ. CCl4) αποτελούμενη από ένα άτομο άνθρακα και τέσσερα άτομα χλωρίου· συνεκδ. άχρωμο πτητικό υγρό, ιδιαίτερα τοξικό. ΣΥΝ. τετραχλωρομεθάνιο [< γαλλ. tétrachlorure de carbone, αγγλ. carbon tetrachloride]
50344τετραχλωριούχος, ος, ο [τετραχλωριοῦχος] τε-τρα-χλω-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που έχει τέσσερα άτομα χλωρίου στο μόριό της: ~ος: άνθρακας (= τετραχλωράνθρακας). ~ο: τιτάνιο. Βλ. -ούχος2. [< αγγλ. tetrachloride]
50345τετραχλωρομεθάνιοτε-τρα-χλω-ρο-με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, ιδιαίτερα τοξικό υγρό, που χρησιμοποιείται ως διαλύτης. ΣΥΝ. τετραχλωράνθρακας [< αγγλ. tetrachloromethane, γαλλ. tétrachlorométhane]
50346τετράχορδος, η, ο τε-τρά-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει τέσσερις χορδές: ~η: λύρα. ~ο: βιολί/μπουζούκι. Βλ. -χορδος. ● Ουσ.: τετράχορδο (το) 1. ενν. μουσικό όργανο. 2. σύνολο τεσσάρων διαδοχικών φθόγγων της κλίμακας. [< μτγν. τετράχορδος]
50347τετράχρονος, η, ο τε-τρά-χρο-νος επίθ. 1. που έχει διάρκεια ή ηλικία τεσσάρων χρόνων: ~η: παραμονή.|| ~ος: γιος. (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. παιδί). Βλ. -χρονος. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για κινητήρα εσωτερικής καύσης) που ο κύκλος λειτουργίας του ολοκληρώνεται σε τέσσερα στάδια: ~ο: μοτέρ.|| ~η: μηχανή/μοτοσικλέτα. Βλ. δίχρονος. [< 1: μτγν. τετράχρονος 2: γαλλ. à quatre temps]
50348τετραχρωμίατε-τρα-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης εικόνων με τέσσερα χρώματα (κόκκινο, μαύρο, μπλε και κίτρινο)· συνεκδ. κάθε έντυπο το οποίο έχει εκτυπωθεί με τη συγκεκριμένη τεχνική: ~ όφσετ. ~ δύο όψεων. Μελάνια ~ας.|| Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι ~. Βλ. διχρωμία. 2. συνδυασμός τεσσάρων χρωμάτων: η ~ στη βυζαντινή αγιογραφία. Βλ. -χρωμία. [< 1: γερμ. Vierfarbendruck]
50349τετράχρωμος, η, ο τε-τρά-χρω-μος επίθ. 1. ΤΥΠΟΓΡ. που έχει τυπωθεί με τετραχρωμία: ~o: έντυπο/εξώφυλλο/φυλλάδιο. ~ες: εικόνες.|| ~η: εκτύπωση. 2. που έχει τέσσερα χρώματα: ~ο: στιλό. Βλ. -χρωμος. [< μτγν. τετράχρωμος]
50350τετραψήφιος, α, ο βλ. τετρα-, -ψήφιος
50351τετράωρος, η, ο βλ. τετρα-, -ωρος
50352τετραώροφος, η, ο βλ. τετρα-, -ώροφος
50353τετριμμένος, η, ο τε-τριμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): συνηθισμένος· βαρετός: ~η: άποψη/δικαιολογία/έννοια/ερώτηση. ~ο: επιχείρημα/θέμα/παράδειγμα. ~ες: εκφράσεις (πβ. κλισέ)/ευχές. ~α: λόγια (: χιλιοειπωμένα)/πράγματα. Πβ. κοινότοπος, μπανάλ.|| ~η: διαδικασία (: τυποποιημένη). ● Ουσ.: τετριμμένα (τα): τα συνηθισμένα, τα γνωστά: Δεν είπε τίποτα πέρα από τα ~.|| Δεν θα πω το ~ο (= γνωστό, στερεότυπο) περί ... ● βλ. τρίβω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τρίβω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.