Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50880-50900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50348τετραχρωμίατε-τρα-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης εικόνων με τέσσερα χρώματα (κόκκινο, μαύρο, μπλε και κίτρινο)· συνεκδ. κάθε έντυπο το οποίο έχει εκτυπωθεί με τη συγκεκριμένη τεχνική: ~ όφσετ. ~ δύο όψεων. Μελάνια ~ας.|| Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι ~. Βλ. διχρωμία. 2. συνδυασμός τεσσάρων χρωμάτων: η ~ στη βυζαντινή αγιογραφία. Βλ. -χρωμία. [< 1: γερμ. Vierfarbendruck]
50349τετράχρωμος, η, ο τε-τρά-χρω-μος επίθ. 1. ΤΥΠΟΓΡ. που έχει τυπωθεί με τετραχρωμία: ~o: έντυπο/εξώφυλλο/φυλλάδιο. ~ες: εικόνες.|| ~η: εκτύπωση. 2. που έχει τέσσερα χρώματα: ~ο: στιλό. Βλ. -χρωμος. [< μτγν. τετράχρωμος]
50350τετραψήφιος, α, ο βλ. τετρα-, -ψήφιος
50351τετράωρος, η, ο βλ. τετρα-, -ωρος
50352τετραώροφος, η, ο βλ. τετρα-, -ώροφος
50353τετριμμένος, η, ο τε-τριμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): συνηθισμένος· βαρετός: ~η: άποψη/δικαιολογία/έννοια/ερώτηση. ~ο: επιχείρημα/θέμα/παράδειγμα. ~ες: εκφράσεις (πβ. κλισέ)/ευχές. ~α: λόγια (: χιλιοειπωμένα)/πράγματα. Πβ. κοινότοπος, μπανάλ.|| ~η: διαδικασία (: τυποποιημένη). ● Ουσ.: τετριμμένα (τα): τα συνηθισμένα, τα γνωστά: Δεν είπε τίποτα πέρα από τα ~.|| Δεν θα πω το ~ο (= γνωστό, στερεότυπο) περί ... ● βλ. τρίβω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. τρίβω]
50354τεύτλο[τεῦτλο] τεύ-τλο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. φυτό κυρ. διετές (επιστ. ονομασ. Beta vulgaris) με στρογγυλή σαρκώδη ρίζα (κόνδυλο)· ειδικότ. παντζάρι: βρασμένοι βολβοί (κόκκινων) ~ων για σαλάτα. Πβ. κοκκινογούλι. Βλ. γεώφυτα, ζαχαρό~, σέσκουλο.|| Κτηνοτροφικά ~α. [< αρχ. τεῦτλον]
50355τευτλοεξαγωγέαςτευ-τλο-ε-ξα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) εργάτης που μαζεύει τεύτλα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα συγκομιδής τεύτλων.
50356τευτλοκαλλιέργειαβλ. -καλλιέργεια
50357τευτλοπαραγωγήβλ. -παραγωγή
50358τευτλοπαραγωγόςβλ. -παραγωγός1
50359τευτονικός, ή, ό τευ-το-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Τεύτονες, αρχαίο γερμανικό φύλο της Βαλτικής· κατ' επέκτ. γερμανικός: ~οί: μύθοι.|| ~ές: γλώσσες. [< γερμ. teutonisch, γαλλ. teutonique]
50360τεύχος[τεῦχος ] τεύ-χος ουσ. (ουδ.) {τεύχ-ους | -η, -ών} 1. κάθε περιοδική αυτοτελής έκδοση εντύπου με αύξουσα συνήθ. αρίθμηση: εορταστικό/επετειακό/νέο/συλλεκτικό/τελευταίο/τρέχον ~ περιοδικού. ~ (ενημερωτικού) δελτίου. ~-αφιέρωμα στο περιβάλλον. Διανομή/κλείσιμο (ύλης)/κυκλοφορία του ~ους. Tα άρθρα/ο αριθμός/το εντιτόριαλ/τα θέματα/οι συνεργάτες/η τιμή του ~ους. Κόστος συνδρομής ανά ~. Διάθεση παλαιότερων/προηγούμενων ~ών. Ηλεκτρονικό αρχείο ~ών. Στο επόμενο ~/στο περασμένο ~/σε πρόσφατο ~/στο ~ Νοεμβρίου.|| ~ διακήρυξης/προκήρυξης. (ειδικότ., στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης) ~ Πρώτο (Α). 2. μέρος συνολικού έργου που εκδίδεται τμηματικά: τα ~η μιας εγκυκλοπαίδειας/ενός τόμου. [< μτγν. τεῦχος ‘παπύρινος κύλινδρος, τόμος’, γαλλ. fascicule, γερμ. Heft]
50361ΤΕΦΑΑ(το): Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού.
50362τεφάλτε-φάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αντικολλητικό μαγειρικό σκεύος, κυρ. τηγάνι, από τεφλόν: Σοτάρετε το κρέας σε ~.|| (ως επίθ.) ~ κατσαρόλα. Χύτρα ~. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Τefal < Tef(lon) + Al(uminium), 1956]
50363τεφαρίκιτε-φα-ρί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): για προϊόν πολύ καλής ποιότητας σε χαμηλή τιμή, ευκαιρία· γενικότ. καθετί εκλεκτό, πρώτης τάξεως: Το όχημα είναι ~. Πβ. κελεπούρι.|| (ως επίθ.) ~ πράμα.|| (σπάν., για πρόσ.) Παιδί ~. [< τουρκ. tefarik]
50364τεφλόν

τε-φλόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολυμερές πλαστικό με αντικολλητικές ιδιότητες, ανθεκτικό στη θερμότητα και τη διάβρωση, που χρησιμοποιείται ως επίστρωση σε μαγειρικά σκεύη και βιομηχανικά προϊόντα: τηγάνι από ~ (= τεφάλ).|| Υγρό ~.|| (ως επίθ.) Σωλήνες ~. Καλώδιο με επένδυση ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Teflon, 1945 < (Poly)te(tra)fl(uoroethylene) + -on, γαλλ. téflon, 1948]

50365τέφρατέ-φρα ουσ. (θηλ.): κατάλοιπο από την πλήρη καύση στερεών ουσιών ή ειδικότ. νεκρού σώματος, στάχτη: ξηρή ~. ~ κλιβάνου. Ιπτάμενη και υγρή ~ (: παραπροϊόντα ενεργειακών μονάδων). Πτητική ~ άνθρακα/τύρφης. Ραδιενεργός ~ από πυρηνική έκρηξη. Διάχυση τοξικής ~ας στην ατμόσφαιρα. Αξιοποίηση της ~ας στη δόμηση. Ανάκτηση υλικών από ανόργανη ~.|| Αγγείο/δοχείο ~ας (= τεφροδόχος). Σκόρπισαν την ~ του στη θάλασσα. Πβ. σποδός. Βλ. αποτέφρωση.|| (μτφ.) Οι ελπίδες του έγιναν ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηφαιστειακή τέφρα/στάχτη: ΓΕΩΛ. κονιορτοποιημένη ύλη που εκτινάσσεται από τον κρατήρα ηφαιστείου κατά την έκρηξή του: μαλακή ~ ~. Στρώματα ~ής ~ας. Αρχαίος οικισμός που θάφτηκε κάτω από την ~ ~. Βλ. λάβα. [< γαλλ. cendres volcaniques] ● ΦΡ.: αναγεννάται/ξαναγεννιέται από την τέφρα του/τις στάχτες του & (λόγ.) εκ της τέφρας του (μτφ.): για κάποιον που ανακτά τις δυνάμεις του ή για κάτι που δημιουργείται ξανά από το μηδέν. Βλ. φοίνικας2. [< γαλλ. renaître de ses cendres ] [< αρχ. τέφρα]
50366τεφροδόχοςτε-φρο-δό-χος ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.) τεφροδόχη 1. σκεύος για τη φύλαξη της τέφρας νεκρού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) χάλκινη ~.|| (ως επίθ.) ~ αμφορέας/κάλπη. 2. δοχείο που τοποθετείται κάτω από τζάκι για τη συγκέντρωση της στάχτης. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. urne cinéraire]
50367τεφρός, ή, ό τε-φρός επίθ. (επιστ.): που έχει σκούρο γκρίζο, σταχτί χρώμα: ~ός: ασβεστόλιθος. ~ό: μάρμαρο. Πβ. τεφρώδης. ΣΥΝ. φαιός [< αρχ. τεφρός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.