Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50900-50920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50368τεφροφυλάκιοτε-φρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): (σε κέντρο αποτέφρωσης ή κοιμητήριο) ειδικός χώρος φύλαξης των τεφροδόχων. Bλ. -φυλάκιο.
50369τεφρώδης, ης, ες τε-φρώ-δης επίθ. {τεφρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.) 1. που το χρώμα του μοιάζει με της τέφρας: ~ης: άμμος. Πβ. σταχτής, τεφρός.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ες: φως (: που φωτίζει αμυδρά το σκοτεινό τμήμα της Σελήνης σε συγκεκριμένη φάση της και οφείλεται στο αντανακλώμενο από τη Γη ηλιακό φως). 2. που αποτελείται ή καλύπτεται από τέφρα: ~ης: άνθρακας.|| ~ης: επίχωση. Βλ. -ώδης. [< 1: μτγν. τεφρώδης]
50370τεφτέρι

τε-φτέ-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) δεφτέρι (λαϊκό): πρόχειρο τετράδιο λογαριασμών· σημειωματάριο: (κυρ. παλαιότ.) Κρατάει ~. Έγραψε στο ~ τα βερεσέδια/χρωστούμενα. Βλ. μπλοκ(άκι).|| (μτφ.-προφ.) Τα (μαύρα) ~ια της Ιστορίας. Πβ. κατάστιχο, κιτάπι. ● Υποκ.: τεφτεράκι (το) ● ΦΡ.: γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω [< μεσν. τεφτέρι < τουρκ. defter, tefter < αρχ. διφθέρα]

50371τεχν-βλ. τεχνο-
50372τεχνάζομαιτε-χνά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): σκαρφίζομαι ένα έξυπνο ή πονηρό τέχνασμα: ~εται διάφορα πράγματα, για να ... Είναι απίστευτο τι ~εται (= επινοεί) ο ανθρώπινος νους! ΣΥΝ. μηχανεύομαι, σοφίζομαι [< αρχ. τεχνάζομαι]
50373τέχνασματέ-χνα-σμα ουσ. (ουδ.) {τεχνάσμ-ατος | -ατα, -άτων} : έξυπνη ή πονηρή επινόηση για την επίτευξη ενός στόχου, εφεύρημα: διαφημιστικό/στρατηγικό ~. Mαγικό ~ (= τρικ· βλ. οφθαλμαπάτη). Διπλωματικά/επικοινωνιακά/λεκτικά/λογιστικά/νομικά/προεκλογικά/ρητορικά ~ατα. Σκηνοθετικά ~ατα (= ευρήματα). Ερωτικά ~ατα (= καμώματα, κόλπα). Βρόμικα/διαβολικά/πανούργα/φτηνά ~ατα. Χρησιμοποίησε διάφορα ~ατα, για να ... Πβ. αλχημεία, ελιγμός, μηχάνευμα, σόφισμα, τερτίπι, τρίπλα. [< αρχ. τέχνασμα]
50374τέχνεργοτέ-χνερ-γο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. κάθε κινητό εύρημα, επεξεργασμένο ή τροποποιημένο από ανθρώπινο χέρι: λίθινα/μεταλλικά/παλαιολιθικά/πήλινα ~α. ~α οψιανού. [< γερμ. Artefakt, αγγλ. artefact, γαλλ. ~, 1905]
50375τέχνητέ-χνη ουσ. (θηλ.) {τεχν-ών} 1. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) το σύνολο των δημιουργικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου που στοχεύουν στην έκφραση ενός αισθητικού ιδεώδους· ειδικότ. η αισθητική αξία ενός έργου: διαδραστική/παιδική ~. Αίθουσα/αντικείμενα/βιβλιοθήκη/γκαλερί/είδη/εργαστήριο/ίδρυμα/χώρος ~ης. Θεωρητικός/κριτικός (= τεχνοκριτικός) της ~ης. Ιστορία/Κοινωνιολογία/Παιδαγωγική/Φιλοσοφία της ~ης. Η ελευθερία/οι νόμοι της ~ης. Προώθηση της ~ης. Θεραπεία μέσα από την ~.|| (για καλλιτέχνη) Βρίσκεται στην πρωτοπορία της ~ης. Ασχολείται με/υπηρετεί την ~. Κάνει ~.|| Γλυπτό απαράμιλλης ~ης. Πβ. καλλιτεχνία. Βλ. κυβερνο~, φιλοτεχνία. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) καθεμία από τις μορφές καλλιτεχνικής δραστηριότητας: επιστήμες της ~ης. Η γλυπτική/δραματική/ζωγραφική/μουσική/ποιητική/ψηφιακή ~. Η ~ του θεάτρου/του χορού. Η ~ του δρόμου (βλ. γκράφιτι). Αναπαραστατικές ~ες. Κέντρο ~ών και Πολιτισμού. Τμήμα ~ών, Ήχου και Εικόνας.|| (συνεκδ. καλλιτέχνημα:) ~ από πηλό/χαρτί. 3. το σύνολο των καλλιτεχνικών έργων μιας περιόδου, μιας σχολής, ενός πολιτισμού ή ενός δημιουργού: η αρχαία ελληνική/ασιατική/βυζαντινή/δυτική/εκκλησιαστική/κλασική/κυκλαδική/παραδοσιακή/ρωμαϊκή/χριστιανική ~. Η ~ του 19ου αι./της ιταλικής Αναγέννησης/του μπαρόκ.|| Αντιπροσωπευτικά δείγματα της ~ης του ...|| (συνεκδ. εκφραστικοί τρόποι, τεχνοτροπία:) Η μοναδικότητα της ~ης ενός ζωγράφου. Βλ. αρ νουβό, αρ ντεκό. 4. ικανότητα, επιδεξιότητα: Δουλεύει με (πολλή) ~ τον πηλό. Η μαγειρική θέλει ~. Πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά.|| Η ~ της αφήγησης. Κατέχει την ~ του λόγου.|| H ~ της γοητείας/του έρωτα/της ζωής. Η ~ (του) να αγαπάς/να επικοινωνείς. Πβ. ταλέντο. 5. το σύνολο των γνώσεων, αρχών και κανόνων που διέπουν ένα συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας· ειδικότ. χειρωνακτικό επάγγελμα: γραμματική/ιατρική/ναυπηγική/ρητορική/συγγραφική ~. Η ~ της διαφήμισης. Η ~ των αρωμάτων.|| Ζαχαροπλαστική/κομμωτική/μαγειρική/τυπογραφική ~. Η ~ του επίπλου/του κοσμήματος. Η ~ του κτίστη/του ξυλουργού/του υποδηματοποιού (βλ. τεχνίτης). Δεν αποκαλύπτει τα μυστικά της ~ης του. Εξασκεί την ~ του γυαλιού (βλ. υαλουργός).|| (μτφ.) Έχει αναγάγει την απάτη σε ~. 6. (σπάν.) τέχνασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα του 20ού αι. στη ζωγραφική και τη γλυπτική, που δεν ενδιαφέρεται για την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. [< γαλλ. art abstrait, 1932] , ελευθέριες τέχνες: (στην αρχαιότητα και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση του Μεσαίωνα) η γραμματική, η διαλεκτική, η ρητορική, η μουσική, η αριθμητική, η γεωμετρία και η αστρονομία, σε αντίθεση προς τις μηχανικές (χειρωνακτικές) τέχνες. [< γαλλ. arts libéraux] , έργο τέχνης: δημιούργημα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και κατ' επέκτ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αισθητική ποιότητα: γνήσιο/πρωτότυπο/συλλεκτικό ~ ~. Ζωγραφικά ~α ~. Αγορά/αποκατάσταση/ασφάλιση/δημοπρασία/διακίνηση/εκτιμητής/εμπορία/κλοπή/πλειστηριασμός/συλλογή/συντήρηση/ψηφιοποίηση ~ων ~. Πβ. κομψοτέχνημα. [< γαλλ. oeuvre d'art] , Καλές Τέχνες: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, μουσική, χορός, ποίηση, κινηματογράφος: Ανωτάτη Σχολή ~ών ~ών. [< γαλλ. beaux arts] , μοντέρνα τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική δημιουργία του 19ου και του 20ού αι. (περ. έως το 1970), που χαρακτηρίζεται από τον πειραματισμό με νέες τεχνικές και μέσα, χωρίς να δίνεται σημασία στην ακριβή αναπαράσταση των αντικειμένων. Βλ. εξπρεσιον-, ιμπρεσιον-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός. [< γαλλ. art moderne] , παραστατικές τέχνες: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναπαριστούν την πραγματικότητα και προορίζονται για παράσταση (θέατρο, μουσική, τραγούδι, χορός). [< αγγλ. performing arts, 1946] , πολεμικές τέχνες: μορφές αυτοάμυνας ή μάχης με αντίπαλο, που έχουν ασιατική προέλευση και συχνά εξασκούνται και ως αθλήματα. Bλ. αϊκίντο, ζίου ζίτσου, καράτε, κουνγκ φου, ταεκβοντό, τάι τσι, τζούντο. [< αγγλ. martial arts, 1933] , σύγχρονη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική παραγωγή από τα τέλη του 20ού αι. κ. εξ.: Μουσείο Μοντέρνας και ~ης ~ης., άμορφη τέχνη βλ. άμορφος, γεωμετρική τέχνη βλ. γεωμετρικός, Γράμματα και Τέχνες βλ. γράμμα, γραφικές τέχνες βλ. γραφικός, εικαστικές τέχνες βλ. εικαστικός, εννοιολογική τέχνη βλ. εννοιολογικός, εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες βλ. εφαρμοσμένος, η έβδομη τέχνη βλ. έβδομος, η ένατη τέχνη βλ. ένατος, η όγδοη τέχνη βλ. όγδοος, η τέχνη της φυγής βλ. φυγή, ιερή τέχνη βλ. ιερός, κινητική τέχνη βλ. κινητικός, λαϊκή τέχνη βλ. λαϊκός, μηχανική τέχνη βλ. μηχανικός, πλαστικές τέχνες βλ. πλαστικός, ρομανική τέχνη βλ. ρομανικός, στρατευμένη τέχνη βλ. στρατευμένος ● ΦΡ.: η τέχνη για την τέχνη: δόγμα που θεωρεί την τέχνη αυτόνομη αισθητική αξία, χωρίς καμία ηθική, κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα: ~ ~, αλλιώς η τέχνη ως αυτοσκοπός. ΣΥΝ. αισθητισμός [< γαλλ. l' art pour l' art] , μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) (παροιμ.): για να δηλωθεί η σημασία της απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, ως χρήσιμων εφοδίων στη ζωή., παλιά μου τέχνη κόσκινο βλ. κόσκινο, πενία τέχνας κατεργάζεται βλ. πενία [< αρχ. τέχνη ‘χειρονακτική ικανότητα, δραστηριότητα, επιδεξιότητα, πλεκτάνη’, γαλλ.-αγγλ. art]
50376τεχνηέντωςτε-χνη-έ-ντως επίρρ. (λόγ.): με επιδέξιο ή/και παραπλανητικό συνήθ. τρόπο, χειρισμό: Ξέφυγε ~ από τη δύσκολη θέση. Απέφυγε ~ να απαντήσει στις ερωτήσεις. Ο ομιλητής ~ άφησε να εννοηθεί ότι ... Πβ. έντεχνα. [< αρχ. τεχνηέντως]
50377τέχνηματέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {τεχνήμ-ατα} (λόγ.): οτιδήποτε προκύπτει ως αποτέλεσμα έντεχνης ή καλλιτεχνικής εργασίας· κατ' επέκτ. τεχνούργημα: αρχαίο/εικαστικό/μουσικό ~. Χρηστικά ~ατα. Η συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει ~ατα από ...|| (μτφ.) ~ λόγου. [< αρχ. τέχνημα 'τέχνασμα']
50379τεχνήτιοτε-χνή-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. στοιχείο (σύμβ. Tc, Ζ 43) που παράγεται τεχνητά από τη σχάση του ουρανίου ή τον βομβαρδισμό του μολυβδαινίου: ραδιενεργό ισότοπο/σύμπλοκα ~ίου.|| (ΙΑΤΡ.) Απεικονιστικός έλεγχος/σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς με ~. [< γαλλ. technétium, 1937 < τεχνητός, αγγλ. technetium, περ. 1946]
50380τεχνητός, ή, ό τε-χνη-τός επίθ. 1. που είναι προϊόν κατασκευής, ειδικού σχεδιασμού ή σύνθεσης: ~ός: χλοοτάπητας. ~ή: λίμνη. ~ό: δάσος/νησί/φράγμα. ~ά: λουλούδια/φυτά (= ψεύτικα). Ένας ~ παράδεισος. Έρευνα σε ~ό (= εργαστηριακό) περιβάλλον/~ές συνθήκες.|| ~ό: μετάξι. ~ές: ίνες/ουσίες. ~ά: υλικά. Προϊόν χωρίς ~ά αρώματα/χρώματα. Πβ. συνθετικός.|| ~ός: αερισμός/φωτισμός. ~ή: ομίχλη (: σε θερμοκήπια)/παλαίωση (επίπλου). ~ό: μαύρισμα (βλ. σολάριουμ)/φως/χιόνι. ~οί: δορυφόροι.|| (ΧΗΜ.) ~ά: στοιχεία.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ός: εμπλουτισμός (υδάτων). ~ή: αναδάσωση/αναπαραγωγή (ψαριών). ~οί: υγρότοποι/ύφαλοι (: τσιμεντένιοι ογκόλιθοι που ποντίζονται στη θάλασσα, για να εποικιστούν από ψάρια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: γονιμοποίηση (: εξω- ή ενδο-σωματική)/διακοπή κύησης (βλ. έκτρωση)/διατροφή (ασθενών). ~ό: δέρμα/πόδι. ~ά: δόντια (βλ. γέφυρα, στεφάνη)/μέλη/όργανα. ~ές: οδοντοστοιχίες. Παράταση της ζωής με ~ά μέσα.|| (ΒΙΟΛ.) Διασταυρώσεις με ~ή σπερματέγχυση. ΑΝΤ. φυσικός, γνήσιος. 2. που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα, αυθαίρετος: ~ός: διαχωρισμός (εννοιών). ~ή: διάκριση/ρύθμιση. Πβ. συμβατικός. 3. (μτφ.) που δεν είναι αληθινός και γνήσιος· πλαστός, ψεύτικος: ~ό: χαμόγελο (= προσποιητό· ΑΝΤ. αυθεντικό).|| ~ός: εχθρός (= ανύπαρκτος, φανταστικός). ~ή: έλλειψη (τροφίμων)/ένταση/εντύπωση (ΑΝΤ. ρεαλιστική)/ισορροπία/κρίση/πραγματικότητα (: κατασκευασμένη· ΑΝΤ. αντικειμενική). ~ό: επεισόδιο (= σκηνοθετημένο, στημένο). Προκλήθηκε ~ θόρυβος/πανικός/φόβος. Έχει δημιουργήσει/ζει σε έναν ~ό κόσμο. Η διαφήμιση δημιουργεί συχνά ~ές (= πλασματικές) ανάγκες. Πβ. εικονικός, φτιαχτός. ΑΝΤ. πραγματικός (1) ● επίρρ.: τεχνητά ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνητή γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. επινοημένη γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται από φυσικούς ομιλητές. Βλ. εσπεράντο. ΑΝΤ. φυσική γλώσσα [< αγγλ. artificial language] , τεχνητά δάκρυα βλ. δάκρυ, τεχνητή αναπνοή βλ. αναπνοή, τεχνητή βροχή βλ. βροχή, τεχνητή γήρανση βλ. γήρανση, τεχνητή νοημοσύνη βλ. νοημοσύνη, τεχνητό γάλα βλ. γάλα, τεχνητό κλίμα βλ. κλίμα, τεχνητός νεφρός βλ. νεφρά, τεχνική ανεργία βλ. ανεργία [< αρχ. τεχνητός ‘που γίνεται με τέχνη’, γαλλ. artificiel, αγγλ. artificial]
50382τεχνικήτε-χνι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των μεθόδων για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου ή αποτελέσματος· κατ' επέκτ. ο τρόπος και η ικανότητα χρήσης των διαθέσιμων μέσων για την άσκηση μιας δραστηριότητας· ειδικότ. το ιδιαίτερο, προσωπικό ύφος, η τεχνοτροπία: αποτελεσματική/χρήσιμη ~. Απλές/βασικές/εφαρμοσμένες/πρακτικές/προχωρημένες/σύγχρονες/συμβατικές/ψυχολογικές ~ές. Διδακτικές/εκπαιδευτικές ~ές. ~ές μασάζ/χαλάρωσης. Οι ~ές ενός αθλήματος/χορού. ~ές πωλήσεων και επικοινωνίας. Δεν έχει μάθει ακόμα τις ~ές (: τα μυστικά) της δουλειάς.|| Η ~ της αφήγησης/της διαφήμισης/του θεάτρου/του κινηματογράφου/της φωτογραφίας. Η ~ της πειθούς. Πβ. τέχνη.|| Άριστη/άρτια ~. Επίδειξη υψηλής ~ής. Δεν έχει καλή ~. Πρέπει να βελτιώσει/δουλέψει κι άλλο την ~ του. Βλ. στρατηγική, τακτική.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ της διαστρέβλωσης/της υπεκφυγής.|| Καινούργια/μικτή ~ (στη ζωγραφική). Η ~ ενός πιανίστα/ενός συγγραφέα/μιας (καλλιτεχνικής) σχολής. Πβ. στιλ. 2. τεχνολογική εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων στην παραγωγή: ~ ανάλυσης/κατασκευής κτιρίων/ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας. Η ~ της κλωνοποίησης. Πρωτοποριακές ~ές.|| Ηλιακή/συγκοινωνιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική (της) χαρτοπετσέτας βλ. χαρτοπετσέτα [< γαλλ.-αγγλ. technique, γερμ. Technik]
50383τεχνικολόρτε-χνι-κο-λόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΚΙΝΗΜ. τεχνική παραγωγής έγχρωμων ταινιών: από το ασπρόμαυρο στο ~. Φιλμ που γυρίστηκε σε ~.|| (συνεκδ. η αντίστοιχη ταινία:) ~ του '50.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ. για έντονα, μη φυσικά χρώματα:) ~ φωτισμός. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Technicolor, 1917, γαλλ. technicolor, 1938]
50384τεχνικός, ή, ό τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τα μηχανικά ή μηχανολογικά μέρη ενός συστήματος, τον σχεδιασμό, την κατασκευή ή την τεχνολογία και τους συναφείς κλάδους: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: βλάβη/εξυπηρέτηση/κάλυψη/περιγραφή. Για ~ούς λόγους.|| ~ός: κανονισμός. ~ή: ασφάλεια/επιτροπή/στήριξη (προγράμματος). ~ό: εγχειρίδιο/λάθος/πλαίσιο (αναφοράς)/πρότυπο. ~ές: απαιτήσεις/εργασίες/λεπτομέρειες/οδηγίες/πληροφορίες/προδιαγραφές/συμβουλές. ~ά: ζητήματα/θέματα/μέσα/χαρακτηριστικά. ~ό προφίλ αυτοκινήτου. Ειδικό ~ό προσωπικό (βλ. εργατο~). Βλ. πυρο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: Σώμα (: υπεύθυνο για τη συντήρηση του ~ού υλικού).|| Προβλήματα ~ής (= λειτουργικής) φύσης. Υπάρχουν κάποιες ~ές (= πρακτικές) δυσκολίες.|| (για κατασκευαστικά έργα και τη συντήρησή τους) ~ή: νομοθεσία/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/τμήμα. ~ές: εγκαταστάσεις. Εταιρεία ~ών μελετών. Τομέας ~ών (= δομικών) έργων.|| ~ή: υποδομή (βλ. υλικο~). ~ά: επιτεύγματα. Η προσφορά του ~ού πολιτισμού στον άνθρωπο. ~ή πρόοδος και επιστήμη. Πβ. τεχνολογικός. Βλ. ψυχο~.|| ~ή: κατάρτιση/ορολογία/παιδεία/σχολή. ~ό: μουσείο/πανεπιστήμιο. ~ές: ειδικότητες/επιστήμες. ~ά: επαγγέλματα. Λεξικό ~ών όρων. 2. που γίνεται με δεξιοτεχνία, επιδέξιος: ~ός: ελιγμός/χειρισμός (= έντεχνος· ΑΝΤ. αδέξιος). ~ή: ικανότητα (= αριστοτεχνική).|| (ΑΘΛ.) ~ή: εκτέλεση πέναλτι/κατάβαση (πβ. σλάλομ). ~ό: χτύπημα της μπάλας. 3. ΑΘΛ. που έχει σχέση με την προπόνηση ή τον προπονητή ομάδας: ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. ~ό: επιτελείο (πβ. σταφ). || (στο ποδόσφαιρο) ~ή: περιοχή (: οριοθετημένη περιοχή στην οποία κάθονται η ~ή ομάδα και οι αναπληρωματικοί· πβ. πάγκος). ● Ουσ.: τεχνικός (ο/η): τεχνολογικά ή τεχνικά εξειδικευμένος επαγγελματίας· τεχνίτης: ~ αερομεταφορών/ασφαλείας/εφαρμογών πληροφορικής/υπολογιστών (πβ. ειδικός). Άδεια εξουσιοδοτημένου ~ού.|| ~ της ΔΕΗ/του ΟΤΕ. Βλ. μάστορας. [< γαλλ. technicien, αγγλ. technician] ● επίρρ.: τεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: από τεχνικής άποψης: ~ εφικτό εγχείρημα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική εκπαίδευση: που προετοιμάζει τους σπουδαστές για επαγγέλματα τα οποία σχετίζονται με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και την τεχνολογία., τεχνική ποινή: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) τιμωρία για ανάρμοστη συμπεριφορά παίκτη ή προπονητή: Του επιβλήθηκε/πήρε/τιμωρήθηκε με/χρεώθηκε με ~ ~ για διαμαρτυρία. Δέχτηκε δεύτερη ~ ~ και αποβλήθηκε. Ο διαιτητής έδωσε ~ ~ στον πάγκο. Βλ. ντισκαλιφιέ, φάουλ., τεχνική υποστήριξη/βοήθεια 1. ΠΛΗΡΟΦ. παροχή υπηρεσιών εγκατάστασης και επίλυσης τεχνικών προβλημάτων λογισμικού ή υλισμικού από εταιρεία πληροφοριακών συστημάτων: άμεση/τηλεφωνική ~ ~ όλο το εικοσιτετράωρο. ~ ~ δικτύων. ~ ~ στο σπίτι/στον χώρο σας. Γραμμή ~ής υποστήριξης. 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συντονισμένες ενέργειες που στοχεύουν στην ανάπτυξη κυρ. κρατών με την παροχή τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και υποδομής: ~ ~ από το ΔΝΤ. Βλ. μεταφορά τεχνολογίας. 3. (γενικότ.) υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής σε οχήματα ή συσκευές, μηχανήματα από εξειδικευμένους τεχνικούς: δίκτυο/μονάδες ~ής υποστήριξης της αντιπροσωπείας. Βλ. οδική βοήθεια, σέρβις.|| Οικιακή ~ βοήθεια. [< αγγλ. technical support (1989)/assistance] , ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός, τεχνική ανεργία βλ. ανεργία, τεχνική γεωλογία βλ. γεωλογία, τεχνική ηγεσία βλ. ηγεσία, τεχνική κατάδυση βλ. κατάδυση, τεχνικό δελτίο (έργου) βλ. δελτίο, τεχνικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. τεχνικός, γαλλ. technique, αγγλ. technical, γερμ. technisch]
50385τεχνικότητατε-χνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) το σύνολο των τεχνικών λεπτομερειών και χαρακτηριστικών ενός έργου: η ~ της γραφής/ενός κειμένου/του λόγου. Βλ. -ότητα. 2. ΟΙΚΟΝ. ο συνδυασμός των παραγόντων προσφοράς και ζήτησης στη διαμόρφωση των τιμών: ~ της αγοράς/των δεικτών/των μετοχών. [< 1: γαλλ. technicité]
50388τεχνο- & τεχνό- & τεχν-πρόθημα που αναφέρεται 1. στην τεχνική ή την τεχνολογία: τεχνο-επιστήμη/~τροπία. Tεχνο-κρατικός. Tεχνό-πολη. Τεχν-ίτης/~ουργός. 2. στην τέχνη: τεχνο-κριτικός.
50389τεχνοβλαστόςτε-χνο-βλα-στός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. -ΤΕΧΝΟΛ. εταιρεία που συστήνεται με κύριο στόχο την ανάπτυξη και αξιοποίηση πρωτογενών ερευνητικών δραστηριοτήτων και τη διάθεση καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών στην εγχώρια και διεθνή αγορά: ~ ιδρύματος/ινστιτούτου/πανεπιστημίου. Ενίσχυση επενδυτικών σχεδίων/υποστήριξη/χρηματοδότηση ~ών. ΣΥΝ. επιχείρηση έντασης γνώσης [< αγγλ. spin-off, 1950]
50390τεχνογλωσσίατε-χνο-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΓΛΩΣΣ. γλωσσική τεχνολογία. Βλ. -γλωσσία.
50391τεχνογνωσίατε-χνο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η γνώση των τεχνικών μέσων και μεθόδων που απαιτούνται για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών: βιομηχανική/πληροφορική/πυρηνική ~. Ανάπτυξη/αξιοποίηση/βελτίωση/διάδοση/διάχυση/χρήση της ~ας. Αγορά/δικαιώματα/εξαγωγή/προσφορά ~ας. Συμφωνία ανταλλαγής/μεταφοράς ~ας. Εταιρεία με αναγνωρισμένη/κορυφαία/συσσωρευμένη ~. Στελέχη με άριστη/εξειδικευμένη/υψηλή ~ (πβ. κατάρτιση). Βλ. -γνωσία. [< γαλλ. savoir-faire, αμερικ. know-how· πβ. γαλλ. ~, 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.