Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50920-50940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50392τεχνογνώστηςτε-χνο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): επαγγελματίας με ειδικές τεχνικές γνώσεις για την παραγωγή έργου ή προϊόντος. Πβ. εμπειρογνώμονας. Βλ. -γνώστης.
50393τεχνογνωστικός, ή, ό τε-χνο-γνω-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την τεχνογνωσία ή τους τεχνογνώστες: ~ή: υποστήριξη. Εταιρεία με υψηλό ~ό επίπεδο.|| ~ό: δυναμικό.
50394τεχνογραφίατε-χνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τεχνική και μεθοδολογία για τη συγγραφή μιας μελέτης: επιστημονική ~. Βλ. -γραφία. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. το σύνολο των εκφραστικών τρόπων: η ~ της μεταβυζαντινής τέχνης. 3. (σπάν., στην αρχαιότητα) η διδασκαλία της γραμματικής και ρητορικής. [< μεσν. τεχνογραφία, αγγλ. technography]
50395τεχνόδερματε-χνό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνθετικό υλικό με πολυουρεθάνη, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για επένδυση επίπλων: πολυθρόνα/σκαμπό από ~. Βλ. δερματίνη. [< αγγλ. bicast leather]
50396τεχνοδομήτε-χνο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εξειδικευμένων στελεχών ενός οργανισμού, μιας υπηρεσίας ή επιτροπής που διαθέτουν τεχνογνωσία και συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων· γενικότ. η διοίκηση: η ~ μιας επιχείρησης. [< αμερικ. technostructure, 1967, γαλλ. technostructure, 1968]
50397τεχνοεπιστήμητε-χνο-ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.): η συνδυαστική χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας στην επίλυση προβλημάτων: η σύγχρονη ~. Ανάπτυξη/εφαρμογές της ~ης. Βλ. βιο-, νανο-τεχνολογία, γενετική, ρομποτική. [< αγγλ. technoscience, 1960 < techno(logical) + science]
50398τεχνοκεντρικός, ή, ό τε-χνο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που επικεντρώνεται στην τεχνολογία: ~ή: προσέγγιση. ~ό: μοντέλο. ~ές: αντιλήψεις. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: τεχνοκεντρικά
50399τεχνοκράτηςτε-χνο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τεχνοκράτισσα} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ανώτερο πολιτικό στέλεχος, επιχειρηματίας ή επιστήμονας με ειδίκευση σε τεχνολογικά θέματα, που ενεργεί με κριτήριο τα αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα, συνήθ. παραβλέποντας τον ανθρώπινο παράγοντα: στυγνός ~. Ειδικοί ~ες. ~ες-εμπειρογνώμονες. Επιτροπή/κυβέρνηση/ομάδα ~ών.|| (ως επίθ.) ~ μάνατζερ/οικονομολόγος/σύμβουλος/υπουργός. ~ες: τραπεζίτες. Βλ. -κράτης. [< αγγλ. technocrat, 1932, γερμ. Technokrat, γαλλ. technocrate, 1933]
50400τεχνοκρατίατε-χνο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η τεχνολογική γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με οικονομικά και κοινωνικά θέματα· κατ' επέκτ. κυριαρχία των ειδικών επιστημόνων στην άσκηση της πολιτικής. Βλ. -κρατία, μηχανοκρατία, τεχνοδομή. [< αγγλ. technocracy, 1919, γερμ. Technokratie, γαλλ. technocratie, 1930]
50402τεχνοκρατια

τε-χνο-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σύστημα που προωθεί, ευνοεί την τεχνοκρατία: άκρατος ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. technocratisme, 1936, αγγλ. technocratism, 1949]

50401τεχνοκρατικός, ή, ό τε-χνο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην τεχνοκρατία ή τους τεχνοκράτες: ~ός: τρόπος (διοίκησης/σκέψης). ~ή: ανάλυση/αντιμετώπιση (ενός προβλήματος)/αξιολόγηση (αποτελεσμάτων)/γνώση/διαχείριση/ιδεολογία/λειτουργία (ενός οργανισμού)/πολιτική/προσέγγιση/υποδομή (πβ. τεχνοδομή)/υποστήριξη (ενός φορέα). ~ό: επιτελείο/όργανο (της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/σύστημα/σχέδιο. Ο δημόσιος ~ μηχανισμός. ~ές αντιλήψεις για την οικονομία. Στέλεχος με ~ό προφίλ.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: κυβέρνηση. Ο σύγχρονος ~ πολιτισμός. Άχρωμος ~ λόγος. (Χρησιμοθηρική) εκπαίδευση ~ού χαρακτήρα (ΑΝΤ. ανθρωποκεντρικός). Στείρα ~ή λογική. ● επίρρ.: τεχνοκρατικά [< αγγλ. technocratic, 1932, γαλλ. technocratique, 1933]
50403τεχνοκριτικός, ή, ό τε-χνο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κριτική και τους κριτικούς της τέχνης: ~ή: ανάλυση. ~ό: δοκίμιο/σχόλιο. ~ά: κείμενα/σημειώματα (π.χ. σε εφημερίδες). ● Ουσ.: τεχνοκριτική (η): κριτική έργων τέχνης και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων: στήλη ~ής (π.χ. σε περιοδικό)., τεχνοκριτικός & τεχνοκρίτης (ο/η): επαγγελματίας που ασχολείται με την τεχνοκριτική. [< γαλλ. critique d΄art]
50404τεχνολογίατε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {τεχνολογι-ών, πληθ. μόνο στη σημ. 2} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (κ. με κεφαλ. Τ) ο τομέας εφαρμογής της επιστημονικής και τεχνικής γνώσης, οι εφαρμοσμένες επιστήμες: η ~ στην υπηρεσία του ανθρώπου. Ινστιτούτο ~ας. Οι εξελίξεις στον χώρο της ~ας. Αξιοποίηση των δυνατοτήτων/τα καλά της ~ας. Η ~ αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Βλ. ακτινο~, βιο~, μικρο~, νανο(βιο)~, νευρο~, ραδιο~, φυτο~, -λογία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το σύνολο των τεχνικών μέσων, γνώσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη ειδικών εφαρμογών σε διάφορους τομείς κυρ. της παραγωγής· συνεκδ. οι παρεχόμενες υπηρεσίες και τα μηχανικά επιτεύγματα: αρχαία/μοντέρνα/προηγμένη/πρωτοποριακή/σύγχρονη ~. Αμυντική/βιομηχανική/δορυφορική/εκπαιδευτική/ενεργειακή/επικοινωνιακή/ευρυζωνική/ηλεκτρονική/ηλιακή/θαλάσσια/(βιο)ιατρική/κινητή/μοριακή/μουσική/οπτική/πληροφορική/πολιτιστική/πυρηνική/τηλεπικοινωνιακή/υποστηρικτική/φαρμακευτική/χημική/ψηφιακή ~. ~ αυτοματισμών/κατασκευών/καυσίμων/των λέιζερ/λογισμικού/πετρελαίου/πολέμου/πολυμέσων/ποτών (πβ. οινολογία)/υλικών/υπολογιστών. ~ υψηλών επιδόσεων/προδιαγραφών. Βασική ~ οχημάτων. Η ~ του 21ου αι. Η τελευταία λέξη της ~ας. Ενίσχυση της εναλλακτικής/ήπιας/οικολογικής/περιβαλλοντικής/πράσινης ~ας. Τμήμα ~ας αεροσκαφών. Προϊόντα νέας ~ας.|| ~ ασφαλείας. Ανοιχτές/ηλεκτρονικές/καινοτόμες/ψηφιακές ~ες. ~ες διαδικτύου. ~ες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας/αντιρρύπανσης (= καθαρή ~). Βελτιωμένες ~ες εξοικονόμησης ενέργειας. 3. ΓΡΑΜΜ. (παλαιότ., ως είδος άσκησης) αναγνώριση και κλίση γραμματικών τύπων. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική τεχνολογία: ΠΛΗΡΟΦ. -ΓΛΩΣΣ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τον σχεδιασμό υπολογιστικών εργαλείων για την αναγνώριση και επεξεργασία του προφορικού και γραπτού λόγου: ~ ~ και ανάλυση φωνής/μηχανική μετάφραση. Βλ. γλωσσικοί πόροι, τεχνητή νοημοσύνη, υπολογιστική γλωσσολογία. ΣΥΝ. τεχνογλωσσία [< αγγλ. language technology] , μεταφορά τεχνολογίας: κάθε μηχανισμός μετάδοσης τεχνογνωσίας από έναν φορέα-δότη (αναπτυγμένα κράτη, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, κέντρα καινοτομίας, εφευρέτες, επιχειρήσεις) σε έναν φορέα-δέκτη (άλλα κράτη, επιχειρήσεις): ~ ~ από χώρα σε χώρα. Κέντρο ~άς ~. Επαφές/συνεργασίες εταιρειών για ~ ~. Βλ. τεχνική υποστήριξη/βοήθεια. [< αγγλ. technology transfer, 1969] , νέες τεχνολογίες: ΠΛΗΡΟΦ. οι εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών (πληροφορικά δίκτυα, σιντιρόμ, διαδίκτυο) και της τηλεπικοινωνίας (κινητή τηλεφωνία): οι ~ ~ στην εκπαίδευση. ~ ~ και Κοινωνία της Πληροφορίας., υψηλή τεχνολογία: που αφορά την παραγωγή ή/και τη χρήση προηγμένων, υπερσύγχρονων συσκευών, κυρ. στον τομέα της ηλεκτρονικής και των υπολογιστών: επιχειρήσεις ~ής ~ας. Βλ. χάι-τεκ. [< αγγλ. high technology, 1964] , ακουστική τεχνολογία & ακουστική βλ. ακουστικός, τεχνολογία αιχμής βλ. αιχμή, τεχνολογία κενού βλ. κενό, τεχνολογία τροφίμων βλ. τρόφιμα, Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας/Επικοινωνιών βλ. πληροφορία [< 1,2: γαλλ. technologie, αγγλ. technology 3: μτγν. τεχνολογία]
50405τεχνολογικός, ή, ό τε-χνο-λο-γι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τεχνολογία: ~ός: αναλφαβητισμός/δείκτης/εκσυγχρονισμός/έλεγχος/εξοπλισμός/κλάδος/πόλεμος/πολιτισμός/σχεδιασμός/φορέας. ~ή: αλλαγή/ανάπτυξη/ανεργία/ενημέρωση/εξέλιξη/καθυστέρηση/καινοτομία/κατάρτιση/πλατφόρμα/πρόοδος/συνεργασία/υποδομή. ~ό: άγχος/δυναμικό/θαύμα/λεξικό/μουσείο/πεδίο/πρόγραμμα/στρες (= τεχνοστρές)/φόρουμ. ~οί: όροι. ~ές: εφαρμογές/μέθοδοι. ~ά: επιτεύγματα/προϊόντα. Εταιρεία με ~ή υπεροχή. Εκπαίδευση με ~ό προσανατολισμό. Η γνώση στο σύγχρονο ~ό περιβάλλον. Ανώτατο ~ό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ακρ. ΑΤΕΙ). Πβ. τεχνικός. Βλ. επιστημονικός. ● επίρρ.: τεχνολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνολογικά μαθήματα: που περιλαμβάνουν τη διδασκαλία εφαρμοσμένων επιστημών. Βλ. θετικά, θεωρητικά μαθήματα., τεχνολογικές επιστήμες: εφαρμοσμένες επιστήμες., θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, τεχνολογική κλινική βλ. κλινική, τεχνολογικό πάρκο βλ. πάρκο [< γαλλ. technologique, αγγλ. technological]
50406τεχνολόγοςτε-χνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός τεχνολογικών εφαρμογών: ~ ακτινολόγος/γεωπόνος. ~ γραφικών τεχνών/ιατρικών εργαστηρίων/τροφίμων.|| ~ ηλεκτρολόγος/μηχανολόγος/πολιτικός μηχανικός/τοπογράφος. Βλ. -λόγος. [< μτγν. τεχνολόγος 'συγγραφέας εγχειριδίου ρητορικής', γαλλ. technologue, αγγλ. technologist]
50407τεχνοοικονομικός, ή, ό τε-χνο-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: που αφορά τεχνικά και οικονομικά θέματα: ~ός: σύμβουλος/σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/αποτίμηση (επενδύσεων)/έκθεση/μελέτη/μονάδα/προσέγγιση (προβλήματος)/υποστήριξη. ~ά: δεδομένα/κριτήρια/στοιχεία/συστήματα. ● επίρρ.: τεχνοοικονομικά [< αγγλ. techno-economic, 1960]
50408τεχνοπάρκοτε-χνο-πάρ-κο ουσ. (ουδ.): έκθεση διαδραστικών κατασκευών, που βοηθούν στην κατανόηση βασικών επιστημονικών νόμων και τεχνολογικών θεμάτων, τεχνολογικό πάρκο: ~ συμμετοχικών εκθεμάτων. Βλ. πλανητάριο. [< αγγλ. technopark, technology park]
50409τεχνόπολητε-χνό-πο-λη ουσ. (θηλ.): περιοχή με βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ερευνητικές μονάδες και εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως πολιτιστικό κέντρο. Βλ. τεχνολογικό πάρκο. [< αγγλ. technopolis, 1965, γαλλ. technopole, 1983, technopôle, 1986]
50410τεχνοστρές, τε-χνο-στρες ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνολογικό στρες, ψυχοσωματικό άγχος που δημιουργεί η πολύωρη εργασία στον υπολογιστή σε καθημερινή βάση σε συνδυασμό με τις δραστηριότητες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη διαχείριση ηλεκτρονικών μηνυμάτων. [< αμερικ. technostress, 1983, ιταλ. tecnostress, 1984]
50411τεχνοτροπίατε-χνο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): το ιδιαίτερο ύφος ενός έργου τέχνης, ενός δημιουργού ή μιας καλλιτεχνικής σχολής: αναγεννησιακή/λαϊκή/μουσική ~. Η ~ του γλύπτη/του ζωγράφου/των ιμπρεσιονιστών.|| Διακοσμητικές ~ες. Πβ. στιλ, τεχνική. [< γερμ. Stil]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.