| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50412 | τεχνούργημα | τε-χνούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {τεχνουργήμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (λόγ.) καλλιτεχνικό έργο· γενικότ. δημιούργημα, κατασκευή: χειροποίητα ~ατα της λαϊκής τέχνης.|| Mεταλλικό ~. ~ατα από ξύλο/πλαστικές ύλες. Πβ. τέχνεργο, τέχνημα. Βλ. -ούργημα. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σφάλμα στην αναπαραγωγή οπτικής ή ηχητικής πληροφορίας που οφείλεται στη συσκευή αναμετάδοσης. [< μτγν. τεχνούργημα, αγγλ. artefact] | |
| 50413 | τεχνουργία | τε-χνουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. καλλιτεχνική δημιουργία· συνεκδ. τεχνούργημα: λαϊκή ~.|| ~ες και χειροποίητα δημιουργήματα. Πβ. τέχνημα. Βλ. -ουργία, πυρο~. 2. ο ιδιαίτερος τρόπος χρήσης ενός μέσου, τεχνική. [< 1: μτγν. τεχνουργία ‘έργο τέχνης’] | |
| 50414 | τεχνουργός | τε-χνουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που φτιάχνει κάτι με τεχνικά μέσα ή με τέχνη. Βλ. -ουργός1, πυρο~, τεχνίτης. [< μτγν. τεχνουργός ‘βιοτέχνης’] | |
| 50415 | τεχνουργώ | [τεχνουργῶ] τε-χνουρ-γώ ρ. (μτβ.) {τεχνουργ-εί ... | τεχνούργ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, σπάν. στην παθ. φωνή} (λόγ.): δημιουργώ, φτιάχνω κάτι με τεχνικά μέσα ή με τέχνη: ~εί με γυαλί. [< μτγν. τεχνουργῶ] | |
| 50416 | τεχνοφοβία | τε-χνο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): φόβος για τις επιπτώσεις των τεχνολογικών εξελίξεων στην κοινωνία ή το περιβάλλον· αρνητική στάση απέναντι στη χρήση προϊόντων τεχνολογίας, ιδ. των υπολογιστών. Βλ. -φοβία. [< αγγλ. technophobia, 1947] | |
| 50417 | τεχνοφοβικός | , ή, ό τε-χνο-φο-βι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται ή (για πρόσ.) που διακατέχεται από τεχνοφοβία: ~ή: κοινωνία/στάση. ~ές: αντιλήψεις.|| (ως ουσ.) Προγράμματα εκμάθησης υπολογιστών για ~ούς και ψηφιακά αναλφάβητους. [< αγγλ. technophobic, 1982, γαλλ. technophobe, 1971, διαδόθηκε περ. το 2000] | |
| 50418 | τέως | τέ-ως επίρρ. (λόγ.): μέχρι πριν από λίγο καιρό, αμέσως προηγουμένως: ο ~ βουλευτής/δήμαρχος/καθηγητής/πρόεδρος/υπουργός. Το ~ μέλος (του ΔΣ)/στέλεχος (του υπουργείου). Πβ. πρώην, μέχρι/έως πρότινος. [< αρχ. τέως] | |
| 50419 | τζα | βλ. τσα | |
| 50420 | τζάγκουαρ | τζά-γκου-αρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. είδος πάνθηρα, κυρ. της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής (επιστ. ονομασ. Panthera onca), που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών και έχει κιτρινωπό τρίχωμα με σκούρες κηλίδες. Βλ. λεοπάρδαλη. ΣΥΝ. ιαγουάρος [< αγγλ.-γαλλ. jaguar] | |
| 50421 | τζαζ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που χαρακτηρίζεται από σύνθετο, συγκοπτόμενο ρυθμό με συνεχείς παραλλαγές που εναλλάσσονται και αυτοσχεδιασμούς σε ένα θέμα: μαύρη/σύγχρονη ~. Κουαρτέτο/σύνολο ~. Θρύλοι/πιανίστας/σαξοφωνίστας/τραγουδιστής/τρομπετίστας της ~. Οι κλίμακες της ~. Λάτιν/σόουλ-~. ~-ροκ. Βλ. σουίνγκ.|| (ως επίθ.) ~ σκηνή. ~ συγκρότημα. Βαθιά/βραχνή ~ φωνή. Κλασικά ~ κομμάτια. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σύγχρονος χορός σε ήχους κυρ. της τζαζ που αποτελεί σύνθεση διαφόρων τεχνικών με έντονες, μικρές και κοφτές ρυθμικές κινήσεις. 3. (ως επίθ., νεαν. αργκό) ιδιόμορφος, αντισυμβατικός: Καλά, ο τύπος είναι τελείως ~ (πβ. ούφο, τρελαμένος, φευγάτος). Μιλάμε για πολύ ~ καταστάσεις (= απίστευτες). [< αμερικ. jazz, 1909, γαλλ. ~, 1918] | |
| 50422 | τζαζεύω | τζα-ζεύ-ω ρ. (αμτβ.) {τζάζε-ψε, -ψει, -μένος} (νεαν. αργκό): συμπεριφέρομαι περίεργα και αντιδρώ απρόβλεπτα: Έχει ~ψει (= λαλήσει, παλαβώσει, τρελαθεί, χαζέψει) τελείως. Είναι ~μένος (= τρελαμένος, φευγάτος). | |
| 50423 | τζαζιά | τζα-ζιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (αργκό): τζαζ μουσικό κομμάτι: τρελές/φοβερές/χορευτικές ~ιές. Βλ. μπλουζιά, ροκιά. | |
| 50424 | τζαζίστας | τζα-ζί-στας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μουσικός ή τραγουδιστής της τζαζ. Βλ. -ίστας, μπλουζίστας. [< αγγλ. jazzman, 1917, γαλλ. ~, περ. 1930, ιταλ. jazzista, 1956] | |
| 50425 | τζάζω & τζάω | τζά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτζα-σε, τζά-σει, προστ. τζάσε} (αργκό) 1. φεύγω: Άντε τζάσε! Πβ. αραίωνε, δίνε του, σπάσε, στρίβε, τζους. 2. διώχνω: Τον ~σε. | |
| 50426 | τζαϊνισμός | βλ. ζαϊνισμός | |
| 50432 | τζακ-ποτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζάκποτ & τζακπότ: (σε τυχερό παιχνίδι χωρίς νικητή, συνήθ. στο τζόκερ, το λόττο ή τα λαχεία) μεταφορά του τρέχοντος ποσού στην επόμενη κλήρωση: διπλό ~. Απανωτά/διαδοχικά/συνεχόμενα ~. Μεγάλο ~ στο πρότο. Σημειώθηκε ~. Έπιασε/κέρδισε/πέτυχε (το) ~.|| (σε διαδικτυακό καζίνο:) Προοδευτικό ~ στον κουλοχέρη/στο πόκερ. [< αγγλ. jack-pot, γαλλ. jackpot, περ. 1970] | |
| 50427 | τζακαράντα | τζα-κα-ρά-ντα ουσ. (θηλ.) & γιακαράντα: ΒΟΤ. φυλλοβόλο τροπικό δέντρο (γένος Jacaranda, οικογ. Bignoniaceae) με μοβ ή γαλάζια άνθη. [< γαλλ. jacaranda] | |
| 50428 | τζακάς | τζα-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή και τοποθέτηση τζακιών. Βλ. -άς. | |
| 50429 | τζάκετ | τζά-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σπορ σακάκι· στρατιωτικό πανωφόρι: αδιάβροχο/αθλητικό/αμάνικο/ανδρικό/αντιανεμικό/γυναικείο/δερμάτινο/ελαφρύ/κοντό/μιλιτέρ/μοντέρνο/χειμερινό ~. ~ με επένδυση/κουκούλα/φερμουάρ. ~ διπλής όψης. Βλ. ζακέτα, μπουφάν.|| ~ κυνηγού.|| Αεροπορικό ~. ~ παραλλαγής. Πβ. επενδύτης. [< αγγλ. jacket] | |
| 50430 | τζάκι | τζά-κι ουσ. (ουδ.) {τζακ-ιού} 1. εσωτερική κτιστή κατασκευή, κατάλληλα διαμορφωμένη για άναμμα φωτιάς, που συνήθ. συνδέεται με καμινάδα· συνεκδ. η φωτιά που καίει εκεί: ενεργειακό (: με κλειστή εστία, καλυμμένη με πυρίμαχο τζάμι)/θερμοδυναμικό ~. Παραδοσιακό ~ από μαντέμι/πυρότουβλο. Οικολογικό ~ με σύστημα καθαρής καύσης. Γωνιακό/διακοσμητικό ~ με επένδυση από γρανίτη/μάρμαρο/πέτρα. Ηλεκτρικό ~/~ αερίου χωρίς καμινάδα. Εγκατάσταση/τοποθέτηση ~ιού. Αξεσουάρ (: κρεμανταλάς, παραβάν)/σχάρα ~ιού. Καθαρισμός του ~ιού (από τις στάχτες). Το ~ καπνίζει/δεν τραβάει (ενν. τον καπνό).|| Ανάβω το ~. Κάηκαν τα κούτσουρα και έσβησε το ~. Πβ. παραγώνι, παραστιά. ΣΥΝ. εστία (1) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αριστοκρατική ή ισχυρή οικογένεια: τα (μεγάλα) πολιτικά ~ια. ● ΦΡ.: από (μεγάλο) σόι/τζάκι βλ. σόι [< τουρκ. ocak] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ