| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50431 | τζακούζι | τζα-κού-ζι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδική μπανιέρα με υδρομασάζ: θερμαινόμενο ~. Εγκαταστάσεις σπα με σάουνα, χαμάμ και ~. Πισίνα/σουίτα με ~. Πβ. δινόλουτρο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. jacuzzi, 1966, γαλλ. ~ περ. 1984] | |
| 50433 | τζαμάδικο | τζα-μά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): το εργαστήριο ή το μαγαζί του τζαμά. Βλ. -άδικο. | |
| 50434 | τζαμαρία | τζα-μα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη επιφάνεια ή διαχωριστική κατασκευή από τζάμι· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος που καλύπτεται από αυτή την κατασκευή: παράθυρα με ~ ασφαλείας. Βεράντα με ~ (= λιακωτό). Η ~ (= βιτρίνα) του καταστήματος. Η πρόσοψη του κτιρίου έχει διπλή ~/είναι όλο ~. Πβ. υαλοστάσιο.|| Καθόταν στη ~ (πβ. τζαμωτό). 2. (συνεκδ.) τζαμόπορτα: Άνοιξε τις ~ες να μπει φρέσκος αέρας. ● τζαμαρίες (οι) (προφ.-ειρων.): γυαλιά οράσεως, συνήθ. με χοντρούς φακούς: Τι ~ είναι αυτές που φορά! | |
| 50435 | τζαμάρισμα | τζα-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): είδος μουσικής εκτέλεσης, συνήθ. από οργανοπαίκτες της ροκ ή της τζαζ, χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία ή συγκεκριμένο πρόγραμμα. Βλ. αυτοσχεδιασμός. [< αγγλ. jamming, jam session, 1929, γαλλ. jam-session, περ. 1935] | |
| 50436 | τζαμάρω | τζα-μά-ρω ρ. (αμτβ.) {τζάμαρα, κυρ. στον ενεστ.} (αργκό): συμμετέχω σε τζαμάρισμα μαζί με άλλους μουσικούς. Βλ. αυτοσχεδιάζω. [< αγγλ. jam, 1935] | |
| 50437 | τζαμάς | τζα-μάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που κόβει και τοποθετεί τζάμια ή φτιάχνει τζαμόπορτες· έμπορος τζαμιών. Βλ. -άς. | |
| 50438 | τζαμάτος | , η, ο [τζαμᾶτος] τζα-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): τέλειος, φανταστικός, φοβερός. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. γαμάτος ● επίρρ.: τζαμάτα | |
| 50439 | τζαμένιος | , ια, ιο τζα-μέ-νιος επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί ή καλύπτεται από τζάμι: ~ια: (εξώ)πορτα/πρόσοψη. ~ιο: χώρισμα. Πβ. τζαμωτός.|| ~ιο: κτίριο. Πβ. γυάλινος. Βλ. -ένιος. | |
| 50440 | τζάμι | τζά-μι ουσ. (ουδ.) 1. επιφάνεια από γυαλί που τοποθετείται συνήθ. σε πλαίσιο πόρτας ή παραθύρου: άθραυστο/αλεξίσφαιρο/αντιθαμβωτικό/διαφανές/διαχωριστικό/διπλό/ενισχυμένο/πλαστικό (βλ. πλεξιγκλάς)/προστατευτικό/χρωματιστό ~. Ηχομονωτικά/θερμομονωτικά ~ια. ~ αμμοβολής. Το ~ της βιτρίνας/της οθόνης. Αλλαγή/αντικατάσταση ~ιού. Εστία με πυρίμαχο ~ (βλ. κρύσταλλο). Κουφώματα με ενεργειακά ~ια (: για μικρότερη απώλεια θερμότητας). Καθαριστικό για (τα) ~ια. Το ~ έσπασε/ράγισε. Η εικόνα του καθρεφτιζόταν στο ~. Τα ~ια θόλωσαν από τους υδρατμούς. Πβ. υαλοπίνακας.|| (ειδικότ., σε αυτοκίνητο:) Ηλεκτρικά/φιμέ ~ια. (Πλευρικά) ~ια ασφαλείας. Το ~ του (συν)οδηγού. Το πίσω ~ (του πορτμπαγκάζ). Ανεβάζω/κλείνω το ~.|| (μτφ.-προφ.) Πρόσωπο ~ (= καθαρό, λείο, χωρίς σπυράκια και ατέλειες). 2. (ως επίρρ. ή επιφών.) (νεαν. αργκό) τέλεια, φίνα: Περάσαμε ~. Πβ. τζετ. ● Υποκ.: τζαμάκι (το): στη σημ. 1. [< τουρκ. cam] | |
| 50441 | τζαμί | τζα-μί ουσ. (ουδ.): ναός μουσουλμανικής λατρείας. Βλ. μιναρές, μουεζίνης. ΣΥΝ. τέμενος (1) [< τουρκ. cami] | |
| 50442 | τζαμιλίκι | τζα-μι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & τζαμλίκι: πλαίσιο παραθύρου ή πόρτας, συνήθ. ξύλινο, στο οποίο τοποθετείται τζάμι· κατ' επέκτ. πλαίσιο με τζάμι: κουφώματα χωρίς ~ια. Βλ. κάσα, κάσωμα.|| Ανοιγόμενο/δίφυλλο/συρόμενο ~. [< τουρκ. camlιk] | |
| 50443 | τζαμοκαθαριστής | τζα-μο-κα-θα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τον καθαρισμό τζαμιών. 2. & τζαμοκαθαριστήρας: εργαλείο που αποτελείται από σφουγγάρι ή πανί, προσαρμοσμένο συνήθ. στο άκρο κονταριού, και χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό τζαμιών. Βλ. υαλοκαθαριστήρας. | |
| 50444 | τζαμόπορτα | τζα-μό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πόρτα από τζάμι: δίφυλλη ~. Διπλές/συρόμενες ~ες. Πβ. υαλόθυρα. Βλ. τζαμωτός. | |
| 50445 | τζαμπ σουτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ με άλμα. Βλ. λέι απ, τρίποντο. [< αμερικ. jump shot, 1948] | |
| 50446 | τζάμπα | τζά-μπα επίρρ. & τσάμπα (προφ.) 1. δωρεάν ή πολύ φτηνά: Το ηχείο το πήρα ~ από ένα φίλο (: μου το χάρισε). (ως επίθ.) ~ φαγητό. Βρήκα ~ εισιτήρια/προσκλήσεις.|| Το αγόρασε σε τιμή ευκαιρίας, σχεδόν ~. Πβ. πάμφθηνα.|| ~ δουλεύει (: για πολύ λίγα χρήματα).|| (ως ουσ.) Έχει μάθει/συνηθίσει στο ~. Πβ. τζαμπέ. 2. (μτφ.) μάταια: ~ ο ενθουσιασμός/ο κόπος (= κρίμα, χαράμι· ΑΝΤ. χαλάλι)/η κούραση/η φασαρία. ~ ανησυχείς/ταλαιπωρείσαι/χάνεις την ώρα σου. ~ ήρθαμε, δεν είναι κανείς εδώ. 3. (ως επίθ.) (μτφ.-ειρων.) που δεν έχει βαρύτητα ή συνέπειες, χωρίς αιτία ή κόστος: ~ αντίσταση/κριτική/λόγια/μαγκιά/υποσχέσεις (πβ. ανέξοδος, εύκολος). ~ επαναστάτες.|| Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, ~ είναι! ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά βλ. λεφτά ● ΦΡ.: στο τζάμπα (προφ.-ειρων.): χωρίς καθόλου χρήματα ή με πολύ λίγα: Δεν πλήρωσαν είσοδο, μπήκαν ~ ~. Τη βγάζουν ~ ~, πάντα τους κερνάνε., τζάμπα και βερεσέ (προφ.): άδικα, άσκοπα: Τόση δουλειά πήγε ~ ~ (= στράφι)!, τζάμπα κι άδικα (προφ.): χωρίς λόγο, μάταια: ~ ~ στενοχωριέσαι., τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι αυτό που προσφέρεται χωρίς αντάλλαγμα είναι πάντα ευχάριστο και καλοδεχούμενο., τζάμπα πράμα & πράγμα (προφ.): κυρ. για προϊόν σε πολύ καλή τιμή: Παρ' το, ~ ~ είναι. Βλ. κελεπούρι., τζάμπα μάγκας βλ. μάγκας, τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; βλ. γαλόνι2 [< τουρκ. caba] | |
| 50447 | τζαμπατζής | τζα-μπα-τζής ουσ. (αρσ.) & τσαμπατζής (προφ.): αυτός που προσπαθεί και συνήθ. καταφέρνει να συμμετέχει σε κάτι, χωρίς να πληρώνει ή ψάχνει πάντα να αγοράσει το φτηνότερο προϊόν: μεγάλος ~! [< τουρκ. cabacι] | |
| 50448 | τζαμπατζίδικος | , η, ο τζα-μπα-τζί-δι-κος επίθ. & (σπάν.) τσαμπατζίδικος (προφ.) 1. που χαρακτηρίζει τον τζαμπατζή: ~η: λογική/νοοτροπία. ~ες: λύσεις. Βλ. -τζίδικος. 2. άδικος, χαμένος: ~α (= πεταμένα) λεφτά πληρώσαμε. | |
| 50449 | τζαμπέ | τζα-μπέ επίρρ. & τσαμπέ (νεαν. αργκό): τζάμπα: Πήγε ~ στο θέατρο.|| (ως επίθ.) ~ εισιτήρια/μετακινήσεις. | |
| 50450 | τζάμπο τζετ | τζά-μπο τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΕΡΟΝ. μεγάλο αεροπλάνο με δύο διαδρόμους μεταξύ των καθισμάτων, για μεταφορά πολλών επιβατών: ~ τετρακοσίων θέσεων. Αεροσκάφος τύπου ~. Βλ. αίρμπας. [< αμερικ. jumbo jet, 1964] | |
| 50451 | τζάμπολ | τζά-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) διαδικασία έναρξης αγώνα μπάσκετ κατά την οποία ο ψηλότερος συνήθ. παίκτης από κάθε ομάδα παρατάσσεται απέναντι από τον αντίστοιχο αντίπαλο και ο διαιτητής πετά την μπάλα ανάμεσά τους ψηλά με σκοπό αυτοί να τη διεκδικήσουν και να τη στείλουν σε παίκτη της δικής τους ομάδας· κατ' επέκτ. έναρξη αγώνα: Πήραν θέση στη γραμμή του ~.|| Μία ώρα πριν το ~ της αναμέτρησης/του ντέρμπι/του τελικού και το γήπεδο είναι γεμάτο. [< αμερικ. jump ball, 1924] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ