Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5080-5100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4149ανοικτός, ή, ό βλ. ανοιχτός
4150άνοιξη[ἄνοιξη] ά-νοι-ξη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α) 1. εποχή του έτους, η οποία διαρκεί από την εαρινή ισημερία μέχρι το θερινό ηλιοστάσιο για το Β. Ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και χαρακτηρίζεται από μέτριες θερμοκρασίες και ανθοφορία των περισσότερων φυτών: ο ερχομός της ~ης. Μπήκε η ~! Μύρισε ~! Πβ. έαρ. 2. (μτφ.) ακμή, αναγέννηση: μουσική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ~ του αθλητισμού. Πβ. αναδημιουργία, αναζωογόνηση.|| (λογοτ.) Στην ~ της ζωής του. Πβ. νεότητα, νιάτα. ● ΣΥΜΠΛ.: Άνοιξη της Ευρώπης: ετήσια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του δημόσιου διαλόγου και του προβληματισμού των μαθητών σχετικά με τις αρχές, τα επιτεύγματα και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της διοργάνωσης σχολικών εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν δημόσιες συζητήσεις και συναντήσεις με εμπειρογνώμονες, διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ μαθητών ευρωπαϊκών σχολείων: η ημέρα της ~ης ~. ● ΦΡ.: ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη (παροιμ.): μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν να επιφέρουν σπουδαίες αλλαγές., φέρνω την άνοιξη (μτφ.): κάνω κάποιον ευτυχισμένο ή συντελώ, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση σε έναν χώρο: Έφερε ~ στη ζωή μου. [< μεσν. άνοιξη]
4151ανοιξιάτικος, η, ο [ἀνοιξιάτικος] α-νοι-ξιά-τι-κος επίθ.: που ανήκει στη χρονική περίοδο της άνοιξης ή ταιριάζει σε αυτήν: ~ος: καιρός. ~η: μέρα. ~ο: πρωινό/τοπίο. ~οι: περίπατοι. ~ες: αλλεργίες. ~α: λουλούδια. Πβ. εαρινός. Βλ. καλοκαιρ-, φθινοπωρ-ινός, χειμωνιάτικος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~α: ρολά (= σπρινγκ ρολς). Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: ανοιξιάτικα (τα): ρούχα κατάλληλα για την άνοιξη: Βγήκαν τα ~. ● επίρρ.: ανοιξιάτικα
4152ανοιχτά[ἀνοιχτά] α-νοι-χτά επίρρ. & ανοικτά 1. χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές, ξεκάθαρα, με παρρησία: Ας μιλήσουμε ~! Διακηρύσσει/λέει ~ τις απόψεις του (= ελεύθερα, χωρίς φόβο). Καταγγέλλει/κατηγορεί/(υπο)στηρίζει ~ την κυβέρνηση. Εξέφρασε ~ την αντίθεσή του. Διαφώνησε ~ με ... Καταφέρθηκε ~ εναντίον του ... Πήρε ~ το μέρος τους. Πβ. απερίφραστα, ευθέως, στα ίσα. 2. για κατάστημα, υπηρεσία, μουσείο που παραμένει σε λειτουργία, δεν κλείνει: Είμαστε ~ από... έως.../κατά τη διάρκεια των εορτών/όλη τη μέρα.|| (κατ' επέκτ.) Άφησε ~, για να αεριστεί το δωμάτιο (: άνοιξε την πόρτα ή το παράθυρο). 3. με φανερό τρόπο: Φλερτάρει ~. ● ΦΡ.: παίρνω ανοιχτά τη στροφή (προφ.): στρίβω το αυτοκίνητο ή τη μηχανή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απέχει αρκετά από την εσωτερική πλευρά του δρόμου.
4153ανοιχτήρι[ἀνοιχτήρι] α-νοι-χτή-ρι ουσ. (ουδ.): μικρό εργαλείο για το άνοιγμα μπουκαλιών, κονσερβών: ηλεκτρικό ~. ~ κρασιού (πβ. τιρμπουσόν). Βλ. -τήρι. [< μεσν. ανοικτήριον]
4154ανοιχτο- & ανοιχτό-& ανοικτο- & ανοικτό-: (μτφ.) το επίθετο ανοιχτός ως α' συνθετικό λέξεων, κυρ. επιθέτων: ανοιχτο-μάτης/~χέρης. Ανοιχτό-καρδος/~μυαλος.|| Ανοιχτό-χρωμος. [< μεσν. ανοιχτο-]
4155ανοιχτόκαρδος, η, ο [ἀνοιχτόκαρδος] α-νοι-χτό-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καλή διάθεση, φιλική συμπεριφορά: ~ος: άνθρωπος. Πβ. διαχυτικός, εγκάρδιος, εκδηλωτικός, εξωστρεφής, ζεστός, καλόκαρδος. ΑΝΤ. εσωστρεφής, κλειστός. Βλ. -καρδος. ● επίρρ.: ανοιχτόκαρδα
4156ανοιχτομάτης, α, ικο [ἀνοιχτομάτης] α-νοι-χτο-μά-της επίθ. (προφ.): που δεν του ξεφεύγει τίποτα: ~ης: έμπορος.|| (ως ουσ.-αρνητ. συνυποδ.) Τον εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι ~ηδες (= αετονύχηδες). Πβ. αετομάτης, τετραπέρατος. Βλ. διορατικός, έξυπνος, -μάτης.
4157ανοιχτόμυαλος, η, ο [ἀνοιχτόμυαλος] α-νοι-χτό-μυα-λος επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από προκαταλήψεις και στερεότυπα: ~η: προσέγγιση/στάση. ~ες: απόψεις. ~ και προοδευτικός άνθρωπος. Πβ. απροκατάληπτος. Βλ. ανεκτικός. ΑΝΤ. μυωπικός (2), προκατειλημμένος, στενόμυαλος ● επίρρ.: ανοιχτόμυαλα [< αγγλ. open-minded]
4158ανοιχτός, ή, ό [ἀνοιχτός] α-νοι-χτός επίθ. & ανοικτός 1. που επιτρέπει, κυρ. μετακινούμενος ή αφαιρούμενος, την πρόσβαση σε κάτι κλειστό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ός: φάκελος. ~ή: πόρτα. ~ό: παράθυρο/στόμα/συρτάρι. Εξετάσεις με ~ά βιβλία. Πβ. ανοιγμένος, ολάνοιχτος. Βλ. μισάνοιχτος.|| (μτφ.) Το σπίτι του είναι πάντα ~ό στους/για τους φίλους του (= φιλόξενο). Όλοι οι δρόμοι είναι ~οί μπροστά σου (: δεν υπάρχουν εμπόδια, το μέλλον είναι ευοίωνο). Όσο έχω τα μάτια μου ~ά (= όσο ζω), θα του χρωστώ ευγνωμοσύνη.|| ~ή: μπλούζα. ~ό: πουκάμισο. Ρούχα ελαφριά, με ~ό λαιμό. ΣΥΝ. ξεκούμπωτος. ΑΝΤ. κουμπωμένος.|| (ξεσκέπαστος, μη στεγασμένος, ακάλυπτος:) ~ή: πισίνα. ~ό: αυτοκίνητο (= κάμπριο)/θέατρο/μπουκάλι/φρεάτιο. ~οί: χώροι άθλησης. ΑΝΤ. σκεπασμένος, σκεπαστός.|| ~ά: λουλούδια (= ανθισμένα). 2. ανεπούλωτος: (κυριολ. κ. μτφ.) ~ά: τραύματα (ΑΝΤ. επουλωμένα). 3. που δεν εμποδίζεται η είσοδος σε αυτόν ή που δεν είναι περικυκλωμένος από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο: ~ός: κόλπος. ~ή: κοιλάδα. Σπίτι με ~ή (= ανεμπόδιστη, ελεύθερη) θέα. Λιμάνι ~ό στα βορειοανατολικά. Ταξίδι στο ~ό πέλαγος. Πβ. ευρύς, πλατύς.|| ~ή: αυλή (= χωρίς περίφραξη). ~ά: σύνορα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: στροφή (= μεγάλης, αμβλείας γωνίας). ΑΝΤ. κλειστός (6) 4. απλωμένος, ξεδιπλωμένος: ~ή: ομπρέλα/παλάμη. Με ~ά (τα) πόδια/φτερά/χέρια (= τεντωμένα).|| Χορεύουν σε ~ό κύκλο. ΑΝΤ. κλειστός (7) 5. που επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου και γενικότ. είναι σε λειτουργία: ~ός: διακόπτης. ~ό: μικρόφωνο/φως. Άφησε/ξέχασε το μάτι της κουζίνας ~ό/την τηλεόραση ~ή/τον υπολογιστή ~ό. (ΣΥΝ. αναμμένος. ΑΝΤ. σβηστός).|| ~ή: βαλβίδα.|| Είναι ~ά σήμερα τα μαγαζιά; ΑΝΤ. κλειστός (3) 6. (μτφ.) που διακρίνεται από ευρύτητα πνεύματος, δεκτικότητα ή εξωστρέφεια, κοινωνικότητα: (χωρίς προκαταλήψεις:) ~ή: κοινωνία/σκέψη. ~ό: μυαλό.|| (δεκτικός, διαθέσιμος:) ~ στον διάλογο/στην κριτική/σε προτάσεις/στη συνεργασία.|| (εξωστρεφής, κοινωνικός:) Φιλικός, προσιτός και ~ στους πάντες. ΑΝΤ. κλειστός (5) 7. φωτεινός: ~ός: τόνος. ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα. ~ό: χρώμα (ματιών). ~ές: ανταύγειες. ~ά: μαλλιά. ΣΥΝ. ανοιχτόχρωμος ΑΝΤ. σκούρος 8. που δεν έχει (προ)καθοριστεί, προσδιοριστεί ή ρυθμιστεί ακόμα· εκκρεμής: ~ός: χρόνος αποπληρωμής. ~ό: συμβόλαιο (= χωρίς ορισμένη ημερομηνία λήξης). Ζήτημα ~ό (πβ. ανεπίλυτο).|| Αφήνω ~ό το ενδεχόμενο να ... (: δεν το αποκλείω, το θεωρώ πιθανό). 9. που επιτρέπει τη συμμετοχή ή την είσοδο όλων: ~ός: διαγωνισμός/διάλογος. ~ή: ακρόαση/διαδικασία/εκδήλωση/επικοινωνία/προκήρυξη/συζήτηση/συνέλευση. ~ό: σεμινάριο. ~ές: τεχνολογίες. Αίθουσα ~ή στο κοινό. Πβ. δημόσιος. ΑΝΤ. κλειστός (4) 10. που γίνεται φανερά και απροκάλυπτα, χωρίς προσπάθεια να κρατηθεί κρυφός: ~ή: αντιπαράθεση. Σε ~ή ρήξη.|| (σε χαρτοπαίγνιο:) ~ά φύλλα (= που μπορούν να τα δουν όλοι οι παίκτες). ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή άμυνα: ΑΘΛ. άμυνα που αφήνει στους αντιπάλους διόδους προς την εστία ή το καλάθι. ΑΝΤ. κλειστή άμυνα, ανοιχτή ατζέντα: που μπορεί να περιλάβει οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση: διαπραγματεύσεις/συνάντηση/συνεδρίαση με ~ ~., ανοιχτή εκπαίδευση: η δυνατότητα πρόσβασης κάθε πολίτη στην εκπαίδευση και ειδικότ. το δικαίωμα του κάθε φοιτητή να καθορίζει μόνος του τον τόπο, τον χρόνο και τον ρυθμό μελέτης του: ~ ~ με αρθρωτό/σπονδυλωτό σύστημα (: πρόγραμμα σπουδών που συνδυάζει θεματικές ενότητες). ~ ~ και εκπαίδευση εξ αποστάσεως/τηλεκπαίδευση. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. open education] , ανοιχτή ημερομηνία: που δεν έχει προκαθοριστεί: ~ ~ αναχώρησης/επιστροφής. Εισιτήρια ~ής ~ας. ΑΝΤ. κλειστή ημερομηνία, ανοιχτή οικονομία: ΟΙΚΟΝ. βασισμένη στο διεθνές εμπόριο: ελεύθερη ~ ~. Καθεστώς ~ής ~ας. Βλ. κλειστή οικονομία., ανοιχτή συλλαβή: ΓΛΩΣΣ. που λήγει σε φωνήεν. ΑΝΤ. κλειστή συλλαβή, ανοιχτή χορδή: ΜΟΥΣ. που πάλλεται, δεν είναι πατημένη (από κάποιο δάχτυλο). ΑΝΤ. κλειστή χορδή., ανοιχτό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡ. που δεν είναι συνδεδεμένο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: τάση ~ού ~ατος. Θερμοσίφωνες/λέβητες ~ού ~ατος. ΑΝΤ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. open circuit] , ανοιχτό παιχνίδι 1. ΑΘΛ. αγώνας χωρίς στενά μαρκαρίσματα μεταξύ των παικτών: ~ ~ με πολλά γκολ. ΑΝΤ. κλειστό παιχνίδι 2. με πιθανή κάθε έκβαση., ανοιχτός ορίζοντας 1. ανεμπόδιστος. 2. (μτφ.) ελεύθερος, που παρέχει απεριόριστες δυνατότητες: άνθρωπος/κοινωνία ~ών ~όντων. ΑΝΤ. κλειστός ορίζοντας (1), ανοικτές πωλήσεις βλ. πώληση, Ανοικτό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση, ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας) βλ. γραμμή, ανοιχτή διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, ανοιχτή θάλασσα βλ. θάλασσα, ανοιχτή πίστωση βλ. πίστωση, ανοιχτή πληγή βλ. πληγή, ανοιχτό βιβλίο βλ. βιβλίο, ανοιχτό μέτωπο βλ. μέτωπο, ανοιχτό χαρτί βλ. χαρτί, ανοιχτοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός, ανοιχτός στίβος βλ. στίβος, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό βλ. λογισμικό, ερωτήσεις ανοιχτού τύπου/ανοιχτές ερωτήσεις βλ. ερώτηση, λευκή επιταγή βλ. επιταγή, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (στα) ανοιχτά (νερά): στο πέλαγος: κρουαζιέρα ~ ~. Το πλοίο βυθίστηκε ανοιχτά της νήσου ... (= κοντά στο νησί ...) Βγήκαν/ψαρεύουν ~ ~., έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά (μτφ.): εντείνω την προσοχή μου: Έχε τ' αυτιά σου ανοιχτά και άκουσε/πρόσεξε τι θα πουν!, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, με ανοιχτά χαρτιά βλ. χαρτί, με ανοιχτές αγκάλες βλ. αγκάλη, με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό βλ. στόμα, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< μτγν. ἀνοικτός, μεσν. ανοιχτός, γαλλ. ouvert, αγγλ. open, γερμ. offen]
4159ανοιχτοσύνη[ἀνοιχτοσύνη] α-νοι-χτο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) απουσία φραγμών στις αντιλήψεις, τη σκέψη, την προσφορά, την επικοινωνία: ~ του πνεύματος (πβ. ανεκτικ-, προοδευτικ-ότητα). Η ~ και εξωστρέφεια των κατοίκων μιας περιοχής (πβ. γενναιοδωρία, φιλικότητα, φιλοξενία). 2. (λογοτ.) ανοιχτός, άπλετος χώρος: η ~ της θάλασσας/του κάμπου. Πβ. απεραντοσύνη. Βλ. -οσύνη.
4160ανοιχτότητα[ἀνοιχτότητα] α-νοι-χτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ανοικτότητα (λόγ.): ευρύτητα (πνεύματος), δεκτικότητα: ~ της γνώσης/ενός συστήματος. ~ απέναντι στην αλήθεια/στη διαφορετικότητα/στο καινούργιο. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. κλειστότητα (2) [< αγγλ. openness]
4161ανοιχτοχέρης, α, ικο [ἀνοιχτοχέρης] α-νοι-χτο-χέ-ρης επίθ./ουσ. {ανοιχτοχέρηδες} (προφ.): που ξοδεύει χρήματα χωρίς να τα υπολογίζει, που δίνει απλόχερα: Είναι ~ για τους φίλους. Πβ. γαλαντόμος, γενναιόδωρος, χουβαρντάς. ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης
4162ανοιχτόχρωμος, η, ο [ἀνοιχτόχρωμος] α-νοι-χτό-χρω-μος επίθ.: που έχει ανοιχτό χρώμα ή απόχρωση: ~η: επιδερμίδα (ΑΝΤ. μελαχρινή, μελαψή)/σκιά (ματιών). ~α: μαλλιά (πβ. ξανθά)/μάτια/ρούχα. Βλ. -χρωμος. ΑΝΤ. σκοτεινόχρωμος, σκούρος, σκουρόχρωμος
4163ανοιχτωσιά[ἀνοιχτωσιά] α-νοι-χτω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): τόπος ανοιχτός· κατ' επέκτ. άπλα, ευρύτητα (χώρου): μπαλκόνι/πάρκο με ~. Πβ. απλωσιά, ευρυχωρία.|| ~ της θάλασσας/του τοπίου. || ~ της ψυχής. Πβ. ανοιχτοσύνη.
4164ανολοκλήρωτος, η, ο [ἀνολοκλήρωτος] α-νο-λο-κλή-ρω-τος επίθ.: που δεν ολοκληρώθηκε, ημιτελής, ατελής: ~ος: έρωτας (πβ. ανεκπλήρωτος, πλατωνικός). ~η: διαδικασία/μελέτη/προσωπικότητα (πβ. ανώριμος). ~ο: έργο (= αποσπασματικό). ~ες: σπουδές/φράσεις. ~α: σχέδια. Η προσπάθειά τους έμεινε ~η. Αφήνω κάτι ~ο.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος. Πβ. ασυμπλήρωτος, ατελείωτος. ΑΝΤ. ολοκληρωμένος (1) [< γαλλ. inachevé]
34963ανολοκλήρωτος

, η, ο ξε-κρέ-μα-στος επίθ. 1. (μτφ.) που μένει χωρίς ηθική, οικονομική ή άλλη υποστήριξη: Νιώθει ~η (= ανασφαλής). Τον άφησαν ~ο (= αβοήθητο, ανυπεράσπιστο, εκτεθειμένο). Απολύθηκε και έμεινε ~ (= χωρίς δουλειά).|| Το έργο έμεινε ~ο (= ανολοκλήρωτο). 2. (μτφ.-προφ.) που δεν έχει σχέση με το περιβάλλον του ή την πραγματικότητα, που δεν έχει συνοχή ή ειρμό: ~α: λόγια (= ασυνάρτητα). Πβ. ασύνδετος, άσχετος, ξεκούδουνος. ΣΥΝ. ξεκάρφωτος (1) 3. που δεν είναι κρεμασμένος· κατ' επέκτ. που δεν είναι (καλά) στερεωμένος: ~ο: κάδρο.|| ~ο: ακουστικό.

4165ανομβρία[ἀνομβρία] α-νομ-βρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ανεπάρκεια ή έλλειψη βροχοπτώσεων και η αντίστοιχη χρονική περίοδος: παρατεταμένη ~. Καταστροφή καλλιεργειών/ξήρανση δέντρων λόγω ~ας. Υψηλές θερμοκρασίες και ~ πλήττουν τη χώρα. Πβ. αναβροχιά, αν-, λειψ-υδρία, ξηρασία. 2. (σπάν.-μτφ.) απουσία, έλλειψη: επενδυτική ~. ~ ιδεών. [< αρχ. ἀνομβρία]
4166ανόμημα[ἀνόμημα] α-νό-μη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): παραβατική πράξη που αντιβαίνει προς το δίκαιο, τον θείο νόμο ή την ηθική τάξη. Πβ. αμάρτημα, αμαρτία, κρίμα, παράπτωμα. ΣΥΝ. ανομία (2) ● ΦΡ.: νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω [< αρχ. ἀνόμημα]
4167ανομία[ἀνομία] α-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. {συνήθ. στον εν.} απουσία έννομης τάξης λόγω παραβίασης των κοινωνικών κανόνων και αξιών: γενικευμένη/κοινωνική ~. ~ και ασυδοσία/διαφθορά. Βλ. αναρχία, -νομία. ΑΝΤ. νομιμότητα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) πράξη που αντιβαίνει στο γραπτό, άγραφο ή θείο Δίκαιο: πολιτικές ~ες. Πβ. αμάρτημα, αμαρτία, κρίμα, παρ~, παράπτωμα. ΣΥΝ. ανόμημα [< αρχ. ἀνομία, γαλλ. anomie, γερμ. Anomie, αγγλ. anomie, 1933]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.