| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4157 | ανοιχτόμυαλος | , η, ο [ἀνοιχτόμυαλος] α-νοι-χτό-μυα-λος επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από προκαταλήψεις και στερεότυπα: ~η: προσέγγιση/στάση. ~ες: απόψεις. ~ και προοδευτικός άνθρωπος. Πβ. απροκατάληπτος. Βλ. ανεκτικός. ΑΝΤ. μυωπικός (2), προκατειλημμένος, στενόμυαλος ● επίρρ.: ανοιχτόμυαλα [< αγγλ. open-minded] | |
| 4158 | ανοιχτός | , ή, ό [ἀνοιχτός] α-νοι-χτός επίθ. & ανοικτός 1. που επιτρέπει, κυρ. μετακινούμενος ή αφαιρούμενος, την πρόσβαση σε κάτι κλειστό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ός: φάκελος. ~ή: πόρτα. ~ό: παράθυρο/στόμα/συρτάρι. Εξετάσεις με ~ά βιβλία. Πβ. ανοιγμένος, ολάνοιχτος. Βλ. μισάνοιχτος.|| (μτφ.) Το σπίτι του είναι πάντα ~ό στους/για τους φίλους του (= φιλόξενο). Όλοι οι δρόμοι είναι ~οί μπροστά σου (: δεν υπάρχουν εμπόδια, το μέλλον είναι ευοίωνο). Όσο έχω τα μάτια μου ~ά (= όσο ζω), θα του χρωστώ ευγνωμοσύνη.|| ~ή: μπλούζα. ~ό: πουκάμισο. Ρούχα ελαφριά, με ~ό λαιμό. ΣΥΝ. ξεκούμπωτος. ΑΝΤ. κουμπωμένος.|| (ξεσκέπαστος, μη στεγασμένος, ακάλυπτος:) ~ή: πισίνα. ~ό: αυτοκίνητο (= κάμπριο)/θέατρο/μπουκάλι/φρεάτιο. ~οί: χώροι άθλησης. ΑΝΤ. σκεπασμένος, σκεπαστός.|| ~ά: λουλούδια (= ανθισμένα). 2. ανεπούλωτος: (κυριολ. κ. μτφ.) ~ά: τραύματα (ΑΝΤ. επουλωμένα). 3. που δεν εμποδίζεται η είσοδος σε αυτόν ή που δεν είναι περικυκλωμένος από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο: ~ός: κόλπος. ~ή: κοιλάδα. Σπίτι με ~ή (= ανεμπόδιστη, ελεύθερη) θέα. Λιμάνι ~ό στα βορειοανατολικά. Ταξίδι στο ~ό πέλαγος. Πβ. ευρύς, πλατύς.|| ~ή: αυλή (= χωρίς περίφραξη). ~ά: σύνορα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: στροφή (= μεγάλης, αμβλείας γωνίας). ΑΝΤ. κλειστός (6) 4. απλωμένος, ξεδιπλωμένος: ~ή: ομπρέλα/παλάμη. Με ~ά (τα) πόδια/φτερά/χέρια (= τεντωμένα).|| Χορεύουν σε ~ό κύκλο. ΑΝΤ. κλειστός (7) 5. που επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου και γενικότ. είναι σε λειτουργία: ~ός: διακόπτης. ~ό: μικρόφωνο/φως. Άφησε/ξέχασε το μάτι της κουζίνας ~ό/την τηλεόραση ~ή/τον υπολογιστή ~ό. (ΣΥΝ. αναμμένος. ΑΝΤ. σβηστός).|| ~ή: βαλβίδα.|| Είναι ~ά σήμερα τα μαγαζιά; ΑΝΤ. κλειστός (3) 6. (μτφ.) που διακρίνεται από ευρύτητα πνεύματος, δεκτικότητα ή εξωστρέφεια, κοινωνικότητα: (χωρίς προκαταλήψεις:) ~ή: κοινωνία/σκέψη. ~ό: μυαλό.|| (δεκτικός, διαθέσιμος:) ~ στον διάλογο/στην κριτική/σε προτάσεις/στη συνεργασία.|| (εξωστρεφής, κοινωνικός:) Φιλικός, προσιτός και ~ στους πάντες. ΑΝΤ. κλειστός (5) 7. φωτεινός: ~ός: τόνος. ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα. ~ό: χρώμα (ματιών). ~ές: ανταύγειες. ~ά: μαλλιά. ΣΥΝ. ανοιχτόχρωμος ΑΝΤ. σκούρος 8. που δεν έχει (προ)καθοριστεί, προσδιοριστεί ή ρυθμιστεί ακόμα· εκκρεμής: ~ός: χρόνος αποπληρωμής. ~ό: συμβόλαιο (= χωρίς ορισμένη ημερομηνία λήξης). Ζήτημα ~ό (πβ. ανεπίλυτο).|| Αφήνω ~ό το ενδεχόμενο να ... (: δεν το αποκλείω, το θεωρώ πιθανό). 9. που επιτρέπει τη συμμετοχή ή την είσοδο όλων: ~ός: διαγωνισμός/διάλογος. ~ή: ακρόαση/διαδικασία/εκδήλωση/επικοινωνία/προκήρυξη/συζήτηση/συνέλευση. ~ό: σεμινάριο. ~ές: τεχνολογίες. Αίθουσα ~ή στο κοινό. Πβ. δημόσιος. ΑΝΤ. κλειστός (4) 10. που γίνεται φανερά και απροκάλυπτα, χωρίς προσπάθεια να κρατηθεί κρυφός: ~ή: αντιπαράθεση. Σε ~ή ρήξη.|| (σε χαρτοπαίγνιο:) ~ά φύλλα (= που μπορούν να τα δουν όλοι οι παίκτες). ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή άμυνα: ΑΘΛ. άμυνα που αφήνει στους αντιπάλους διόδους προς την εστία ή το καλάθι. ΑΝΤ. κλειστή άμυνα, ανοιχτή ατζέντα: που μπορεί να περιλάβει οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση: διαπραγματεύσεις/συνάντηση/συνεδρίαση με ~ ~., ανοιχτή εκπαίδευση: η δυνατότητα πρόσβασης κάθε πολίτη στην εκπαίδευση και ειδικότ. το δικαίωμα του κάθε φοιτητή να καθορίζει μόνος του τον τόπο, τον χρόνο και τον ρυθμό μελέτης του: ~ ~ με αρθρωτό/σπονδυλωτό σύστημα (: πρόγραμμα σπουδών που συνδυάζει θεματικές ενότητες). ~ ~ και εκπαίδευση εξ αποστάσεως/τηλεκπαίδευση. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. open education] , ανοιχτή ημερομηνία: που δεν έχει προκαθοριστεί: ~ ~ αναχώρησης/επιστροφής. Εισιτήρια ~ής ~ας. ΑΝΤ. κλειστή ημερομηνία, ανοιχτή οικονομία: ΟΙΚΟΝ. βασισμένη στο διεθνές εμπόριο: ελεύθερη ~ ~. Καθεστώς ~ής ~ας. Βλ. κλειστή οικονομία., ανοιχτή συλλαβή: ΓΛΩΣΣ. που λήγει σε φωνήεν. ΑΝΤ. κλειστή συλλαβή, ανοιχτή χορδή: ΜΟΥΣ. που πάλλεται, δεν είναι πατημένη (από κάποιο δάχτυλο). ΑΝΤ. κλειστή χορδή., ανοιχτό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡ. που δεν είναι συνδεδεμένο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: τάση ~ού ~ατος. Θερμοσίφωνες/λέβητες ~ού ~ατος. ΑΝΤ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. open circuit] , ανοιχτό παιχνίδι 1. ΑΘΛ. αγώνας χωρίς στενά μαρκαρίσματα μεταξύ των παικτών: ~ ~ με πολλά γκολ. ΑΝΤ. κλειστό παιχνίδι 2. με πιθανή κάθε έκβαση., ανοιχτός ορίζοντας 1. ανεμπόδιστος. 2. (μτφ.) ελεύθερος, που παρέχει απεριόριστες δυνατότητες: άνθρωπος/κοινωνία ~ών ~όντων. ΑΝΤ. κλειστός ορίζοντας (1), ανοικτές πωλήσεις βλ. πώληση, Ανοικτό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση, ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας) βλ. γραμμή, ανοιχτή διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, ανοιχτή θάλασσα βλ. θάλασσα, ανοιχτή πίστωση βλ. πίστωση, ανοιχτή πληγή βλ. πληγή, ανοιχτό βιβλίο βλ. βιβλίο, ανοιχτό μέτωπο βλ. μέτωπο, ανοιχτό χαρτί βλ. χαρτί, ανοιχτοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός, ανοιχτός στίβος βλ. στίβος, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό βλ. λογισμικό, ερωτήσεις ανοιχτού τύπου/ανοιχτές ερωτήσεις βλ. ερώτηση, λευκή επιταγή βλ. επιταγή, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (στα) ανοιχτά (νερά): στο πέλαγος: κρουαζιέρα ~ ~. Το πλοίο βυθίστηκε ανοιχτά της νήσου ... (= κοντά στο νησί ...) Βγήκαν/ψαρεύουν ~ ~., έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά (μτφ.): εντείνω την προσοχή μου: Έχε τ' αυτιά σου ανοιχτά και άκουσε/πρόσεξε τι θα πουν!, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, με ανοιχτά χαρτιά βλ. χαρτί, με ανοιχτές αγκάλες βλ. αγκάλη, με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό βλ. στόμα, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< μτγν. ἀνοικτός, μεσν. ανοιχτός, γαλλ. ouvert, αγγλ. open, γερμ. offen] | |
| 4159 | ανοιχτοσύνη | [ἀνοιχτοσύνη] α-νοι-χτο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) απουσία φραγμών στις αντιλήψεις, τη σκέψη, την προσφορά, την επικοινωνία: ~ του πνεύματος (πβ. ανεκτικ-, προοδευτικ-ότητα). Η ~ και εξωστρέφεια των κατοίκων μιας περιοχής (πβ. γενναιοδωρία, φιλικότητα, φιλοξενία). 2. (λογοτ.) ανοιχτός, άπλετος χώρος: η ~ της θάλασσας/του κάμπου. Πβ. απεραντοσύνη. Βλ. -οσύνη. | |
| 4160 | ανοιχτότητα | [ἀνοιχτότητα] α-νοι-χτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ανοικτότητα (λόγ.): ευρύτητα (πνεύματος), δεκτικότητα: ~ της γνώσης/ενός συστήματος. ~ απέναντι στην αλήθεια/στη διαφορετικότητα/στο καινούργιο. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. κλειστότητα (2) [< αγγλ. openness] | |
| 4161 | ανοιχτοχέρης | , α, ικο [ἀνοιχτοχέρης] α-νοι-χτο-χέ-ρης επίθ./ουσ. {ανοιχτοχέρηδες} (προφ.): που ξοδεύει χρήματα χωρίς να τα υπολογίζει, που δίνει απλόχερα: Είναι ~ για τους φίλους. Πβ. γαλαντόμος, γενναιόδωρος, χουβαρντάς. ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης | |
| 4162 | ανοιχτόχρωμος | , η, ο [ἀνοιχτόχρωμος] α-νοι-χτό-χρω-μος επίθ.: που έχει ανοιχτό χρώμα ή απόχρωση: ~η: επιδερμίδα (ΑΝΤ. μελαχρινή, μελαψή)/σκιά (ματιών). ~α: μαλλιά (πβ. ξανθά)/μάτια/ρούχα. Βλ. -χρωμος. ΑΝΤ. σκοτεινόχρωμος, σκούρος, σκουρόχρωμος | |
| 4163 | ανοιχτωσιά | [ἀνοιχτωσιά] α-νοι-χτω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): τόπος ανοιχτός· κατ' επέκτ. άπλα, ευρύτητα (χώρου): μπαλκόνι/πάρκο με ~. Πβ. απλωσιά, ευρυχωρία.|| ~ της θάλασσας/του τοπίου. || ~ της ψυχής. Πβ. ανοιχτοσύνη. | |
| 4164 | ανολοκλήρωτος | , η, ο [ἀνολοκλήρωτος] α-νο-λο-κλή-ρω-τος επίθ.: που δεν ολοκληρώθηκε, ημιτελής, ατελής: ~ος: έρωτας (πβ. ανεκπλήρωτος, πλατωνικός). ~η: διαδικασία/μελέτη/προσωπικότητα (πβ. ανώριμος). ~ο: έργο (= αποσπασματικό). ~ες: σπουδές/φράσεις. ~α: σχέδια. Η προσπάθειά τους έμεινε ~η. Αφήνω κάτι ~ο.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος. Πβ. ασυμπλήρωτος, ατελείωτος. ΑΝΤ. ολοκληρωμένος (1) [< γαλλ. inachevé] | |
| 34963 | ανολοκλήρωτος | , η, ο ξε-κρέ-μα-στος επίθ. 1. (μτφ.) που μένει χωρίς ηθική, οικονομική ή άλλη υποστήριξη: Νιώθει ~η (= ανασφαλής). Τον άφησαν ~ο (= αβοήθητο, ανυπεράσπιστο, εκτεθειμένο). Απολύθηκε και έμεινε ~ (= χωρίς δουλειά).|| Το έργο έμεινε ~ο (= ανολοκλήρωτο). 2. (μτφ.-προφ.) που δεν έχει σχέση με το περιβάλλον του ή την πραγματικότητα, που δεν έχει συνοχή ή ειρμό: ~α: λόγια (= ασυνάρτητα). Πβ. ασύνδετος, άσχετος, ξεκούδουνος. ΣΥΝ. ξεκάρφωτος (1) 3. που δεν είναι κρεμασμένος· κατ' επέκτ. που δεν είναι (καλά) στερεωμένος: ~ο: κάδρο.|| ~ο: ακουστικό. | |
| 4165 | ανομβρία | [ἀνομβρία] α-νομ-βρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ανεπάρκεια ή έλλειψη βροχοπτώσεων και η αντίστοιχη χρονική περίοδος: παρατεταμένη ~. Καταστροφή καλλιεργειών/ξήρανση δέντρων λόγω ~ας. Υψηλές θερμοκρασίες και ~ πλήττουν τη χώρα. Πβ. αναβροχιά, αν-, λειψ-υδρία, ξηρασία. 2. (σπάν.-μτφ.) απουσία, έλλειψη: επενδυτική ~. ~ ιδεών. [< αρχ. ἀνομβρία] | |
| 4166 | ανόμημα | [ἀνόμημα] α-νό-μη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): παραβατική πράξη που αντιβαίνει προς το δίκαιο, τον θείο νόμο ή την ηθική τάξη. Πβ. αμάρτημα, αμαρτία, κρίμα, παράπτωμα. ΣΥΝ. ανομία (2) ● ΦΡ.: νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω [< αρχ. ἀνόμημα] | |
| 4167 | ανομία | [ἀνομία] α-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. {συνήθ. στον εν.} απουσία έννομης τάξης λόγω παραβίασης των κοινωνικών κανόνων και αξιών: γενικευμένη/κοινωνική ~. ~ και ασυδοσία/διαφθορά. Βλ. αναρχία, -νομία. ΑΝΤ. νομιμότητα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) πράξη που αντιβαίνει στο γραπτό, άγραφο ή θείο Δίκαιο: πολιτικές ~ες. Πβ. αμάρτημα, αμαρτία, κρίμα, παρ~, παράπτωμα. ΣΥΝ. ανόμημα [< αρχ. ἀνομία, γαλλ. anomie, γερμ. Anomie, αγγλ. anomie, 1933] | |
| 4168 | ανομιμοποίητος | , η, ο [ἀνομιμοποίητος] α-νο-μι-μο-ποί-η-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που δεν νομιμοποιήθηκε, δεν αναγνωρίστηκε ως νόμιμος: ~ος: πόλεμος. ~η: εισβολή. ΑΝΤ. νόμιμος | |
| 4169 | ανομοιογένεια | [ἀνομοιογένεια] α-νο-μοι-ο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ομοιογένειας: γλωσσική/εθνική/θρησκευτική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτισμική ~. ~ της ομάδας/του πληθυσμού/στις σχολικές τάξεις. ΣΥΝ. ανομοιομορφία, ετερογένεια [< γαλλ. inhomogénéité, αγγλ. inhomogeneity] | |
| 4170 | ανομοιογενής | , ής, ές [ἀνομοιογενής] α-νο-μοι-ο-γε-νής επίθ.: που αποτελείται από ανόμοια στοιχεία: ~ής: πληθυσμός. ~ής: σύνθεση. ~ές: κοινό/μείγμα. ~είς: ομάδες. ΣΥΝ. ανομοιόμορφος, ετερογενής, ετερόκλιτος (1) ΑΝΤ. ομοιογενής, ομοιόμορφος (1) ● επίρρ.: ανομοιογενώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνομοιογενής ‘που ανήκει σε διαφορετικό γένος’, αγγλ. inhomogeneous] | |
| 4171 | ανομοιοκατάληκτος | , η, ο [ἀνομοιοκατάληκτος] α-νο-μοι-ο-κα-τά-λη-κτος επίθ.: ΜΕΤΡ. για στίχο ή ποίημα που δεν έχει ομοιοκαταληξία. Βλ. ελεύθερος στίχος. ΑΝΤ. ομοιοκατάληκτος [< μτγν. ἀνομοιοκατάληκτος] | |
| 4172 | ανομοιομορφία | [ἀνομοιομορφία] α-νο-μοι-ο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ομοιομορφίας: γεωγραφική ~. ~ του εδάφους. ΣΥΝ. ανομοιογένεια, ανομοιότητα, ετερογένεια ΑΝΤ. ομοιομορφία | |
| 4173 | ανομοιόμορφος | , η, ο [ἀνομοιόμορφος] α-νο-μοι-ό-μορ-φος επίθ.: που δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλο του το εύρος ή αποτελείται από ανόμοια μέρη ή έχει διαφορετική μορφή από κάποιον άλλο: ~ος: φωτισμός. ~η: ανάπτυξη/θέρμανση (της επιφάνειας της Γης)/κατανομή (πβ. ανισοκατανομή)/ροή/φθορά (π.χ. των ελαστικών). Πβ. ανομοιο-, ετερο-γενής. ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) ● επίρρ.: ανομοιόμορφα | |
| 4174 | ανόμοιος | , α, ο [ἀνόμοιος] α-νό-μοι-ος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.}: που δεν μοιάζει με κάποιον ή κάτι άλλο: ~οι: χαρακτήρες. ~ες: έννοιες/κατηγορίες/περιπτώσεις. ~α: είδη (π.χ. ζώων)/μεγέθη. Σύγκριση ~ων πραγμάτων. Πβ. αλλιώτικος, διαφορετικός.|| ~α: ομάδα. (= ανομοιογενής, ανομοιόμορφη). ΑΝΤ. όμοιος (1) ● επίρρ.: ανόμοια & (λόγ.) -οίως [< αρχ. ἀνόμοιος] | |
| 4175 | ανομοιότητα | [ἀνομοιότητα] α-νο-μοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη ομοιότητας: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική ~. ~ απόψεων. ~ες μεταξύ των ... Βλ. ποικιλομορφία. ΣΥΝ. ανομοιομορφία, διαφορά (1), διαφορετικότητα ΑΝΤ. ομοιότητα (1) [< αρχ. ἀνομοιότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ