| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50452 | τζάμπορι | τζά-μπο-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) τζαμπορί: προσκοπική συγκέντρωση σε εθνική ή διεθνή κλίμακα, προγραμματισμένη μεγάλη κατασκήνωση προσκόπων: παγκόσμιο/πανελλήνιο ~. ~ με συμμετοχή αντιπροσωπειών/αποστολών από διάφορες χώρες. [< γαλλ. jamborée, 1910, αγγλ. jamboree, 1919] | |
| 50453 | τζαμωτός | , ή, ό τζα-μω-τός επίθ. (προφ.): που είναι κατασκευασμένος, καλύπτεται ή περιβάλλεται από τζάμι: ~ή: πόρτα (= τζαμόπορτα)/σκάλα. ~ό: υπόστεγο/χώρισμα (μπάνιου). Πβ. τζαμένιος.|| ~ή: πρόσοψη.|| ~ή: βεράντα. Πβ. υαλόφρακτος. ● Ουσ.: τζαμωτό (το): χώρος κλεισμένος με τζαμαρία: ταράτσα με ~ (βλ. λιακωτό). | |
| 50454 | τζαναμπέτης | τζα-να-μπέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τζαναμπέτισσα} & τσαναμπέτης (λαϊκό): ιδιόρρυθμος, δύστροπος ή/και πονηρός. [< τουρκ. cenabet] | |
| 50455 | τζαναμπετιά | τζα-να-μπε-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ιδιότητα ή συμπεριφορά του τζαναμπέτη. | |
| 50456 | τζαναμπέτικος | , η, ο τζα-να-μπέ-τι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζει τον τζαναμπέτη: ~η: συμπεριφορά (= δύστροπη, παράξενη). | |
| 50457 | τζανεριά | τζα-νε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) : ΒΟΤ. κορομηλιά. | |
| 50458 | τζάνερο | τζά-νε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : κορόμηλο. [< σλαβ. čĭrnik] | |
| 50459 | τζανκ φουντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και χαμηλή διατροφική αξία· συνήθ. το γρήγορο φαγητό. Πβ. πλαστικό φαγητό, σκουπιδοτροφή. Βλ. φαστ φουντ. [< αμερικ. junk food, 1952] | |
| 50460 | τζάντζαλα | τζά-ντζα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): άχρηστα αντικείμενα: Η αποθήκη είναι γεμάτη με ~. Βλ. καλαμπαλίκια, συμπράγκαλα, τσουμπλέκια. ● ΦΡ.: τζάντζαλα μάντζαλα (επιτατ.): Έχει μαζέψει ένα σωρό ~ ~. [< μεσν. τζάντζαλον] | |
| 50461 | τζάουλ | τζά-ουλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης έργου και ενέργειας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων. Βλ. θερμίδα, νιούτον. [< αγγλ. joule, αγγλ. ανθρ. J. P. Joule] | |
| 50462 | τζαρτζάρισμα | τζαρ-τζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) μαρκάρισμα αντιπάλου με τον ώμο· κατ' επέκτ. πίεση, κόντρα: φάουλ από/σε ~. Έγινε/έκανε δυνατό ~.|| (μτφ.) Εσωκομματικά ~ατα. Πβ. πρεσάρισμα, πρέσινγκ. Βλ. -ισμα. | |
| 50463 | τζαρτζάρω | τζαρ-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {τζάρτζαρ-ε (σπάν.) τζαρτζάρ-ισε} (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) μαρκάρω τον αντίπαλο με τον ώμο, τον σπρώχνω, ενώ κινείται· κατ' επέκτ. στριμώχνω, πιέζω. Πβ. πρεσάρω. [< αγγλ. charge] | |
| 50464 | τζατζίκι | τζα-τζί-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. κρύο ορεκτικό από στραγγιστό γιαούρτι, τριμμένο αγγούρι, λάδι, αλάτι και σκόρδο: παραδοσιακό/σπιτικό ~. Γύρος πίτα με ~. Βλ. τυρο-καυτερή, -σαλάτα. ● Υποκ.: τζατζικάκι (το) [< τουρκ. cacιk· πβ. αγγλ. tzatziki, 1960, γαλλ. ~, 1990, ιταλ. ~, 1992, γερμ. Zaziki] | |
| 50465 | τζάω | βλ. τζάζω | |
| 50466 | τζελ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : προϊόν με αραιή κολλώδη σύσταση για φορμάρισμα, κράτημα ή υγρή όψη στο χτένισμα· γενικότ. διαφανής ουσία με ημίρρευστη υφή: ~ μαλλιών. (Υγρό) ~ φιξαρίσματος. Άπλωσε/έβαλε λίγο ~ στη φράντζα για να τη στρώσει. Βλ. αφρός, λακ, μπριγιαντίνη.|| Ενυδατικό ~ ματιών. Καθαριστικό ~ ελαφριάς σύνθεσης. Κρεμώδες ~ σώματος. Τονωτικό ~ προσώπου. ~ αδυνατίσματος/απολέπισης/ξυρίσματος/σύσφιξης. Αφρόλουτρο/σαμπουάν σε ~. Αντισηπτικό ~ χεριών. Καταπραϋντικό ~ αλόης σε σωληνάριο (πβ. αλοιφή). Οδοντόκρεμα ~. ~ λεύκανσης (δοντιών). Επίθεμα με ~.|| Αρωματικό αυτοκινήτου σε ~. Κερί σε μορφή ~. ΣΥΝ. γέλη [< αγγλ.-γαλλ. gel] | |
| 50467 | τζενεράλε | τζε-νε-ρά-λε επίθ. {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρόβα τζενεράλε/γενική πρόβα βλ. πρόβα [< ιταλ. generale] | |
| 58674 | τζέντλεμαν | τζέ-ντλε-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & τζέντελμαν: άντρας με λεπτούς τρόπους, ευγενικός και περιποιητικός προς τις γυναίκες και κατ' επέκτ. τυπικός, ευπρεπής, έντιμος: αληθινός/πραγματικός/σωστός ~! Φέρθηκε σαν/ως γνήσιος ~ και κράτησε τον λόγο του. Πβ. κύριος.|| ~ της πολιτικής. Πβ. ευπατρίδης. ΣΥΝ. ιππότης (2) ● Ο σωστός ορισμός πρέπει «να περικλείει την ανείπωτη ατμόσφαιρα, το αόρατο κραδαινόμενο παίξιμο της ζυγαριάς ανάμεσα εγωλατρείας κι ευγενείας, ευαισθησίας και ψυχικού συγκρατημού, πάθους και πειθαρχίας, που δημιουργούν τον τζέντλεμαν! Τον μαντεύεις από αστάθμητες, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες: Από μιαν κίνηση του χεριού, από τον τόνο της φωνής, από το περπάτημα. Από τον τρόπο που ντύνεται, τρώει, διασκεδάζει, από την ψυχρή ακαταμάχητη ένταση που αγαπάει την εξοχή, τα σπορτ, τη γυναίκα, τ’ άλογα, τους Τάιμς ...» (Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας. Αγγλία). [< αγγλ. gentleman] | |
| 50468 | τζερεμές | τζε-ρε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ζημιά που επιβαρύνει κάποιον χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος· κατ' επέκτ. πεταμένα λεφτά: Πληρώνει ~έδες (= τα σπασμένα). 2. (μτφ.) άχρηστος, τεμπέλης. Βλ. -ές. ΣΥΝ. ρεμπεσκές [< τουρκ. cereme] | |
| 50469 | τζερτζελές | τζερ-τζε-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. & τζέρτζελο (το): ευχάριστη συνήθ. αναστάτωση, φασαρία: Έγινε μεγάλος ~ στον γάμο. Τρελαίνεται για πλάκα και ~έ (πβ. χαβαλές). Πβ. νταβαντούρι. 2. (για πρόσ.) φασαριόζικος ή/και πλακατζής. Πβ. σαματατζής. Βλ. -ές. | |
| 50470 | τζετ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΕΡΟΝ. αεριωθούμενο αεροσκάφος: δικινητήριο/επιβατικό/πολεμικό/προσωπικό/υπερηχητικό ~. Τούρμπο ~. Αεροπλάνα τύπου ~. Βλ. λίαρ ~, τζάμπο ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ακροφύσιο για εκτόξευση ρευστών με υψηλή πίεση: ~ αέρα/νερού. Υδρομασάζ με τέσσερα ~. 3. (ως επίρρ. ή επιφών.) (νεαν. αργκό) τέλεια, άψογα. Πβ. τζάμι. [< 1: αγγλ. jet airplane, 1944, γαλλ. jet, 1957] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ