Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51000-51020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50458τζάνεροτζά-νε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : κορόμηλο. [< σλαβ. čĭrnik]
50459τζανκ φουντουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και χαμηλή διατροφική αξία· συνήθ. το γρήγορο φαγητό. Πβ. πλαστικό φαγητό, σκουπιδοτροφή. Βλ. φαστ φουντ. [< αμερικ. junk food, 1952]
50460τζάντζαλατζά-ντζα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): άχρηστα αντικείμενα: Η αποθήκη είναι γεμάτη με ~. Βλ. καλαμπαλίκια, συμπράγκαλα, τσουμπλέκια. ● ΦΡ.: τζάντζαλα μάντζαλα (επιτατ.): Έχει μαζέψει ένα σωρό ~ ~. [< μεσν. τζάντζαλον]
50461τζάουλτζά-ουλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης έργου και ενέργειας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων. Βλ. θερμίδα, νιούτον. [< αγγλ. joule, αγγλ. ανθρ. J. P. Joule]
50462τζαρτζάρισματζαρ-τζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) μαρκάρισμα αντιπάλου με τον ώμο· κατ' επέκτ. πίεση, κόντρα: φάουλ από/σε ~. Έγινε/έκανε δυνατό ~.|| (μτφ.) Εσωκομματικά ~ατα. Πβ. πρεσάρισμα, πρέσινγκ. Βλ. -ισμα.
50463τζαρτζάρωτζαρ-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {τζάρτζαρ-ε (σπάν.) τζαρτζάρ-ισε} (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) μαρκάρω τον αντίπαλο με τον ώμο, τον σπρώχνω, ενώ κινείται· κατ' επέκτ. στριμώχνω, πιέζω. Πβ. πρεσάρω. [< αγγλ. charge]
50464τζατζίκιτζα-τζί-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. κρύο ορεκτικό από στραγγιστό γιαούρτι, τριμμένο αγγούρι, λάδι, αλάτι και σκόρδο: παραδοσιακό/σπιτικό ~. Γύρος πίτα με ~. Βλ. τυρο-καυτερή, -σαλάτα. ● Υποκ.: τζατζικάκι (το) [< τουρκ. cacιk· πβ. αγγλ. tzatziki, 1960, γαλλ. ~, 1990, ιταλ. ~, 1992, γερμ. Zaziki]
50465τζάωβλ. τζάζω
50466τζελουσ. (ουδ.) {άκλ.} : προϊόν με αραιή κολλώδη σύσταση για φορμάρισμα, κράτημα ή υγρή όψη στο χτένισμα· γενικότ. διαφανής ουσία με ημίρρευστη υφή: ~ μαλλιών. (Υγρό) ~ φιξαρίσματος. Άπλωσε/έβαλε λίγο ~ στη φράντζα για να τη στρώσει. Βλ. αφρός, λακ, μπριγιαντίνη.|| Ενυδατικό ~ ματιών. Καθαριστικό ~ ελαφριάς σύνθεσης. Κρεμώδες ~ σώματος. Τονωτικό ~ προσώπου. ~ αδυνατίσματος/απολέπισης/ξυρίσματος/σύσφιξης. Αφρόλουτρο/σαμπουάν σε ~. Αντισηπτικό ~ χεριών. Καταπραϋντικό ~ αλόης σε σωληνάριο (πβ. αλοιφή). Οδοντόκρεμα ~. ~ λεύκανσης (δοντιών). Επίθεμα με ~.|| Αρωματικό αυτοκινήτου σε ~. Κερί σε μορφή ~. ΣΥΝ. γέλη [< αγγλ.-γαλλ. gel]
50467τζενεράλετζε-νε-ρά-λε επίθ. {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρόβα τζενεράλε/γενική πρόβα βλ. πρόβα [< ιταλ. generale]
58674τζέντλεμαντζέ-ντλε-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & τζέντελμαν: άντρας με λεπτούς τρόπους, ευγενικός και περιποιητικός προς τις γυναίκες και κατ' επέκτ. τυπικός, ευπρεπής, έντιμος: αληθινός/πραγματικός/σωστός ~! Φέρθηκε σαν/ως γνήσιος ~ και κράτησε τον λόγο του. Πβ. κύριος.|| ~ της πολιτικής. Πβ. ευπατρίδης. ΣΥΝ. ιππότης (2) ● Ο σωστός ορισμός πρέπει «να περικλείει την ανείπωτη ατμόσφαιρα, το αόρατο κραδαινόμενο παίξιμο της ζυγαριάς ανάμεσα εγωλατρείας κι ευγενείας, ευαισθησίας και ψυχικού συγκρατημού, πάθους και πειθαρχίας, που δημιουργούν τον τζέντλεμαν! Τον μαντεύεις από αστάθμητες, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες: Από μιαν κίνηση του χεριού, από τον τόνο της φωνής, από το περπάτημα. Από τον τρόπο που ντύνεται, τρώει, διασκεδάζει, από την ψυχρή ακαταμάχητη ένταση που αγαπάει την εξοχή, τα σπορτ, τη γυναίκα, τ’ άλογα, τους Τάιμς ...» (Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας. Αγγλία). [< αγγλ. gentleman]
50468τζερεμέςτζε-ρε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ζημιά που επιβαρύνει κάποιον χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος· κατ' επέκτ. πεταμένα λεφτά: Πληρώνει ~έδες (= τα σπασμένα). 2. (μτφ.) άχρηστος, τεμπέλης. Βλ. -ές. ΣΥΝ. ρεμπεσκές [< τουρκ. cereme]
50469τζερτζελέςτζερ-τζε-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. & τζέρτζελο (το): ευχάριστη συνήθ. αναστάτωση, φασαρία: Έγινε μεγάλος ~ στον γάμο. Τρελαίνεται για πλάκα και ~έ (πβ. χαβαλές). Πβ. νταβαντούρι. 2. (για πρόσ.) φασαριόζικος ή/και πλακατζής. Πβ. σαματατζής. Βλ. -ές.
50470τζετουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΕΡΟΝ. αεριωθούμενο αεροσκάφος: δικινητήριο/επιβατικό/πολεμικό/προσωπικό/υπερηχητικό ~. Τούρμπο ~. Αεροπλάνα τύπου ~. Βλ. λίαρ ~, τζάμπο ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ακροφύσιο για εκτόξευση ρευστών με υψηλή πίεση: ~ αέρα/νερού. Υδρομασάζ με τέσσερα ~. 3. (ως επίρρ. ή επιφών.) (νεαν. αργκό) τέλεια, άψογα. Πβ. τζάμι. [< 1: αγγλ. jet airplane, 1944, γαλλ. jet, 1957]
50471τζετ λαγκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διαταραχή των βιορυθμών κάποιου ύστερα από πολύωρη πτήση: Ξεπερνώ το/συνέρχομαι από το ~. Βλ. κιρκαδικός. [< αγγλ. jet lag, 1965, γαλλ. jet-lag, 1982]
50472τζετ σετουσ. (ουδ.) {άκλ.} : η αφρόκρεμα της υψηλής κοινωνίας και των κοσμικών, οι μεγιστάνες του πλούτου: αγαπημένοι προορισμοί του διεθνούς ~ ~ (πβ. κροίσος). [< αμερικ. jet set, 1949, γαλλ. jet-set, 1967]
50473τζετ σκιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανοκίνητο όχημα για οδήγηση στο νερό, θαλάσσιο μοτοποδήλατο· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σπορ: διθέσιο/μονοθέσιο ~ ~. Ενοικίαση/χειριστής ~ ~.|| (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα ~ ~. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. jet ski, 1974, γαλλ. jet ski, 1989]
50474τζέτζερηςβλ. τέντζερης
50476τζι πι εςουσ. (ουδ.) {άκλ.} & GPS: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα δορυφορικού εντοπισμού θέσης βάσει γεωγραφικών συντεταγμένων· συνεκδ. φορητή συσκευή με λογισμικό χαρτογράφησης και ειδικότ. πλοηγός αυτοκινήτου: δέκτης/δίκτυο/κεραία ~ ~. Τεχνολογία ~. Κινητό με ενσωματωμένο ~ ~. Πβ. δορυφορική πλοήγηση.|| ~ ~ με οθόνη αφής. Χάρτης για ~ ~. Tαξί με ~ ~.|| ~ ~ θαλάσσης. Βλ. γεωπληροφορική. [< αγγλ. G(lobal) P(ositioning) S(ystem), 1974, γαλλ. GPS, 1989]
50493τζι πι εςβλ. τζι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.