Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51000-51020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50471τζετ λαγκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διαταραχή των βιορυθμών κάποιου ύστερα από πολύωρη πτήση: Ξεπερνώ το/συνέρχομαι από το ~. Βλ. κιρκαδικός. [< αγγλ. jet lag, 1965, γαλλ. jet-lag, 1982]
50472τζετ σετουσ. (ουδ.) {άκλ.} : η αφρόκρεμα της υψηλής κοινωνίας και των κοσμικών, οι μεγιστάνες του πλούτου: αγαπημένοι προορισμοί του διεθνούς ~ ~ (πβ. κροίσος). [< αμερικ. jet set, 1949, γαλλ. jet-set, 1967]
50473τζετ σκιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανοκίνητο όχημα για οδήγηση στο νερό, θαλάσσιο μοτοποδήλατο· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σπορ: διθέσιο/μονοθέσιο ~ ~. Ενοικίαση/χειριστής ~ ~.|| (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα ~ ~. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. jet ski, 1974, γαλλ. jet ski, 1989]
50474τζέτζερηςβλ. τέντζερης
50476τζι πι εςουσ. (ουδ.) {άκλ.} & GPS: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα δορυφορικού εντοπισμού θέσης βάσει γεωγραφικών συντεταγμένων· συνεκδ. φορητή συσκευή με λογισμικό χαρτογράφησης και ειδικότ. πλοηγός αυτοκινήτου: δέκτης/δίκτυο/κεραία ~ ~. Τεχνολογία ~. Κινητό με ενσωματωμένο ~ ~. Πβ. δορυφορική πλοήγηση.|| ~ ~ με οθόνη αφής. Χάρτης για ~ ~. Tαξί με ~ ~.|| ~ ~ θαλάσσης. Βλ. γεωπληροφορική. [< αγγλ. G(lobal) P(ositioning) S(ystem), 1974, γαλλ. GPS, 1989]
50493τζι πι εςβλ. τζι
50477τζίβατζί-βα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τσίβα 1. (μτφ.-προφ.) μπερδεμένα, σκληρά μαλλιά με κόμπους, που δεν χτενίζονται εύκολα· κατ' επέκτ. χτένισμα με μπλεγμένες τούφες. Βλ. αφάνα.|| Κάνω ~ες. Βλ. ράστα. 2. ψιλό, άγριο χόρτο που χρησιμοποιόταν κυρ. παλαιότ. για το γέμισμα μαξιλαριών και στρωμάτων ή για να φτιάξουν σχοινί: ~ θαλάσσια/φυτική. Βλ. βαμβάκι, καπόκ.|| Σπάγγος από ~.
50478τζιβαέριτζι-βα-έ-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τζοβαΐρι (διαλεκτ.): πολύτιμος λίθος· κατ' επέκτ. κόσμημα: (παλαιότ.-οικ.) ~ (= θησαυρέ, στολίδι) μου! Πβ. πετράδι. [< τουρκ. cevahir]
50481τζιέριτζιέ-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τζιγέρι (διαλεκτ.): εντόσθια ή συκώτι σφαγίου· κατ' επέκτ. σωθικά: (επιτατ.) Μου έχει φάει τα ~ια (= με έχει καταταλαιπωρήσει· ΣΥΝ. μου 'πρηξε το συκώτι)!|| (οικ.) ~ (= σπλάχνο) μου! [< τουρκ. ciğer]
50482τζιζουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για κάτι που καίει και κατ' επέκτ. που πρέπει να αποφεύγεται γιατί είναι επικίνδυνο: (ως προειδοποίηση σε μικρό παιδί, είναι ζεστό:) Μη το μάτι της κουζίνας, ~!|| Μην το συζητάς αυτό το θέμα, κάνει ~ (: είναι ταμπού). [< λ. νηπιακή ηχομιμητ. ή τουρκ. cιz]
50483τζιμάνιτζι-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πανέξυπνος, πολύ ικανός: παιδί ~. Είναι ~ στα οικονομικά. Τα ~ια της αστυνομίας. Πβ. ατσίδα, λαγωνικό, ξεφτέρι, σαΐνι, τζίνι, τσακάλι. [< αμερικ. G-man, 1928, ίσως g(overment) man ‘πράκτορας του FBI’]
50484τζιν1 ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: βαμβακερό και ιδιαίτερα ανθεκτικό ύφασμα, βαμμένο συνήθ. μπλε· κυρ. συνεκδ. παντελόνι από το συγκεκριμένο ύφασμα: φούστα από ~.|| Ανδρικό/άσπρο/γυναικείο/ελαστικό/μαύρο/ξεθωριασμένο/ξεπλυμένο/σκισμένο/φθαρμένο/χαμηλοκάβαλο ~. ~ σε ίσια/κλασική/στενή/φαρδιά γραμμή. ~ με εξωτερικές τσέπες/κουμπιά/φερμουάρ. Πβ. μπλουτζίν.|| (ως επίθ., για κάθε άλλο ρούχο από το ίδιο ύφασμα) ~ μπουφάν/πουκάμισο/τζάκετ. ● Υποκ.: τζινάκι (το) [< αγγλ. jean, γαλλ. ~, 1948]
50485τζιν2ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό αλκοολούχο ποτό που παράγεται με απόσταξη βύνης, σπόρων σίκαλης και καλαμποκιού και με προσθήκη καρπών συγκεκριμένου είδους κέδρου και άλλων αρωματικών ουσιών: ~ (με) τόνικ. ~ φις (: κοκτέιλ με ~, χυμό λεμονιού και σόδα). Βλ. βότκα, ουίσκι, ρούμι, τεκίλα. [< αγγλ. gin, γαλλ. ~]
50486τζινγκλουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς, συνηθέστ. στον πληθ.}: σύντομη μελωδία που επενδύει μουσικά ραδιοφωνική ή τηλεοπτική διαφήμιση. Βλ. σλόγκαν. [< αμερικ. jingle, 1930, γαλλ. ~, 1967]
50487τζινέτιτζι-νέ-τι ουσ. (ουδ.): μεταλλικό καρφί με αιχμηρά και λυγισμένα σε γωνία άκρα: γαλβανισμένα ~ια.
50488τζίνιτζί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (στην αραβική μυθολογία) αγαθό ή κακοποιό πνεύμα που μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή άνθρωπο: το (μαγικό) ~ του λυχναριού/του παραμυθιού. Βλ. ξωτικό, στοιχειό. 2. (μτφ.) πανέξυπνος, ικανός άνθρωπος. Πβ. τετραπέρατος, τζιμάνι. [< τουρκ. cin]
50489τζινσένγκτζιν-σένγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. βότανο της Α. Ασίας και της Β. Αμερικής (γένος Aralia ή Panax) σε διάφορες ποικιλίες· συνεκδ. το εκχύλισμα από τις ρίζες του που έχει ευεργετικές, τονωτικές ιδιότητες: ινδικό/κινεζικό ~.|| Τσάι με ~. Διατροφικό συμπλήρωμα με ~ και βασιλικό πολτό. [< γαλλ.-αγγλ. ginseng]
50490τζίντζερτζί-ντζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (επίσ.) ζιγγίβερι & (σπάν.) ζιγγιβέρι: ΒΟΤ. η εδώδιμη αρωματική ρίζα του φυτού πιπερόριζα (επιστ. ονομασ. Ζingiber officinale): αποξηραμένο/τριμμένο/φρέσκο ~. ~ σε σκόνη.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Μπισκότα/τσάι/ψωμί με ~. Πίκλες/σάλτσα/τουρσί ~. Μπίρα με/από ~ (= τζιντζιμπίρα).|| Αιθέριο έλαιο ~. [< αγγλ. ginger, μτγν. ζιγγίβερις]
50491τζιντζιμπίρατζι-ντζι-μπί-ρα ουσ. (θηλ.) & (προφ. συχνότ.) τζιτζιμπίρα & τσιτσιμπίρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό αεριούχο αναψυκτικό με λεμόνι, τζίντζερ, νερό και ζάχαρη: κερκυραϊκή ~ με πιπεράτη γεύση. Bλ. γκαζόζα. [< αγγλ. ginger beer, γαλλ. ginger-ale, 1907]
50492τζιπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υπερυψωμένο τετρακίνητο όχημα με ισχυρό κινητήρα, κατάλληλο για εκτός δρόμου διαδρομές και οδήγηση σε δύσβατα εδάφη: αγροτικό ~. ~ τέσσερα επί τέσσερα. ~ με ανοιχτή/ηλεκτρική οροφή. ~ πολυτελείας. Αυτοκίνητο τύπου/μοντέλο ~. Σαφάρι με ~.|| Στρατιωτικό ~. ~ περιπολίας. ● Υποκ.: τζιπάκι (το) ● Μεγεθ.: τζιπάρα & τζιπούρα (η) [< αμερικ. εμπορ. jeep, 1940, γαλλ. ~, περ. 1942]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.