| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50494 | τζιράρω | τζι-ρά-ρω ρ. (αμτβ.) {τζίραρ-ε (σπάν.) τζιράρ-ισε} (προφ.): κάνω τζίρο: ~ει ... ευρώ την εβδομάδα. Η επιχείρηση ~ε λιγότερα φέτος. | |
| 50495 | τζιριτζάντζουλες & τσιριτσάντζουλες | τζι-ρι-τζά-ντζου-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τζιριτζάντζουλα} (προφ.) 1. κόλπα, νάζια, σκέρτσα: Άρχισε πάλι τις ~ (= καμώματα, καπρίτσια, μαλαγανιές, πείσματα, τσαλίμια, χαριτωμενιές)! 2. ελιγμοί, τερτίπια: Άσε τις/σταμάτα να κάνεις ~ και μίλα στα ίσα. [< πβ. ιταλ. gironzolare] | |
| 50496 | τζίρος | τζί-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ο κύκλος εργασιών, οι εμπορικές συναλλαγές ορισμένης χρονικής περιόδου ή/και το μικτό κέρδος μιας επιχείρησης το συγκεκριμένο διάστημα: ο ~ του Χρηματιστηρίου. Πτώση/συρρίκνωση του ~ου στην αγορά. Ποσοστό επί του ~ου. Ο ~ ανέβηκε/μειώθηκε/έχει πέσει σε σχέση με πέρυσι. Ο ετήσιος/μέσος ημερήσιος/συνολικός ~ του καταστήματος αγγίζει τα/ανέρχεται στα/δεν ξεπερνά τα ... ευρώ. Στο ... % κυμάνθηκε ο ~ των χειμερινών εκπτώσεων. Η εταιρεία έκανε ~ο (= τζίραρε) ... χιλιάδες ευρώ.|| Παραεμπόριο με ~ους εκατομμυρίων. [< βεν. ziro, ιταλ. giro < μτγν. γῦρος ‘κύκλος’] | |
| 50497 | τζιτζί | τζι-τζί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): τέλειος στην όψη, εξαιρετικός: Το έκανες ~ το σπίτι (: λάμπει από καθαριότητα)! [< τουρκ. cici] | |
| 50498 | τζιτζίκι | τζι-τζί-κι ουσ. (ουδ.) & τζίτζικας (ο) & (λαϊκό) τζίτζιρας (ο): ΖΩΟΛ. σχετικά μεγάλο έντομο (επιστ. ονομασ. cicada), που ζει σε θερμές περιοχές και τρέφεται από τους χυμούς των δέντρων· το αρσενικό παράγει χαρακτηριστικό οξύ ήχο: το τερέτισμα/το τραγούδι των ~ιών. ● Υποκ.: τζιτζικάκι (το) ● ΦΡ.: σκάει ο τζίτζικας (προφ.): κάνει υπερβολική, αφόρητη ζέστη., τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε (παροιμ.): το τραγούδι του τζίτζικα σηματοδοτεί την έναρξη του καλοκαιριού., τζιτζίκια πεταλώνουμε; βλ. πεταλώνω [< μεσν. τζίτζικας < αρχ. τέττιξ] | |
| 50499 | τζιτζιμπίρα | βλ. τζιντζιμπίρα | |
| 50500 | τζίτζιρας | βλ. τζιτζίκι | |
| 50501 | τζιτζιφιά | τζι-τζι-φιά ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ζίζυφος (ο): ΒΟΤ. θαμνώδες ή δενδρώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Ziziphus jujuba) που καλλιεργείται κυρ. για τους καρπούς του. | |
| 50502 | τζιτζιφιόγκος | τζι-τζι-φιό-γκος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): νεαρός άνδρας με εμφάνιση και συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από εξεζητημένη κομψότητα. Πβ. λιμοκοντόρος. ΣΥΝ. φιόγκος (2) | |
| 50503 | τζίτζιφο | τζί-τζι-φο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της τζιτζιφιάς: αποξηραμένα ~α. [< μτγν. ζίζυφον] | |
| 50504 | τζίφος | τζί-φος ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κυρ. ως επίρρ. ή επιφών.) (προφ.): σκέτη αποτυχία, τίποτα: ~ η δουλειά/υπόθεση! Προσπάθησα, αλλά ~ (= μάταια)! [< αραβ. zifa ή τουρκ. zifos] | |
| 50505 | τζίφρα | τζί-φρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μονογραφή ή υπογραφή: Βάλε μια ~. Δεν έχουν πέσει ακόμα οι ~ες. [< μεσν. τσίφρα < παλαιό ιταλ. & βεν. zifra] | |
| 50506 | τζιχάντ | τζι-χάντ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ιερός πόλεμος για την υπεράσπιση και διάδοση του ισλαμισμού. Βλ. ιντιφάντα, μουτζαχεντίν. [< αγγλ. jihad, 1837, γαλλ. djihad, διαδόθηκε περ. το 1983] | |
| 50507 | τζιχαντισμός | τζι-χα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία των μουτζαχεντίν και των ισλαμιστών τρομοκρατών. [< γαλλ. djihadisme, 1984 | |
| 50508 | τζιχαντιστής | τζι-χα-ντι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασπάζεται και εφαρμόζει τον τζιχαντισμό. Βλ. [< αγγλ. jihadist, 1967, γαλλ. djihadiste, 1997] | |
| 50509 | τζοβαΐρι | βλ. τζιβαέρι | |
| 50510 | τζόβενο | τζό-βε-νο ουσ. (ουδ.) & τζόβενος (ο) (προφ.): νεαρός, πιτσιρικάς και κυρ. ειρων. μεσήλικας που παριστάνει τον νέο με τον τρόπο που φέρεται και ντύνεται: Το παίζει ~. Πβ. παιδαρέλι. [< βεν. zoven] | |
| 50511 | τζογαδόρικος | , η, ο τζο-γα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον τζογαδόρο: ~ο: παιχνίδι.|| ~η: αντίληψη/νοοτροπία/πολιτική/συμπεριφορά. ● επίρρ.: τζογαδόρικα | |
| 50513 | τζογάρισμα | τζο-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του τζογάρω: ~ στη ρουλέτα. Πβ. ποντάρισμα.|| ~ στο χρηματιστήριο. Βλ. -ισμα. | |
| 50514 | τζογάρω | τζο-γά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τζόγαρ-ε κ. τζογάρ-ισε, -οντας} (προφ.): παίζω τζόγο· κατ' επέκτ. διακινδυνεύω, ρισκάρω: ~ στο καζίνο/στη ρουλέτα (πβ. ποντάρω). ~ει σε τυχερά παιχνίδια. ~ε και έχασε.|| ~ε (: επένδυσε) τα λεφτά του σε φούσκες του Χρηματιστηρίου. ~ει την καριέρα του. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ