| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50515 | τζόγια | τζό-για ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): στη ● ΦΡ.: τζόγια μου! (οικ. προσφών.): ψυχή μου, χαρά μου, θησαυρέ μου! [< ιταλ. gioia] | |
| 50516 | τζόγος | τζό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. χαρτοπαιξία, τζογάρισμα και κατ' επέκτ. τυχερά παιχνίδια: διαδικτυακός/ηλεκτρονικός/παθολογικός/παράνομος ~. Η βιομηχανία/μάστιγα του ~ου. Είναι εθισμένος στον/έχει πάθος με τον ~ο. Έφαγε όλα του τα λεφτά στον ~ο. Πβ. κυβεία. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση ή δραστηριότητα που ενέχει το στοιχείο του ρίσκου: άγριος ~ στα χρηματιστήρια. 3. (αργκό) ενδιάμεσο κενό (σε εξαρτήματα που κανονικά εφαρμόζουν): Το τιμόνι έχει πολύ ~ο. Δεν έσφιξα πολύ τη βίδα, έχω αφήσει λίγο ~ο (= περιθώριο). [< βεν. zogo] | |
| 50517 | τζόιστικ | τζό-ι-στικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός με κίνηση σε κάθετους άξονες (πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά) για τον χειρισμό διαφόρων συσκευών και ειδικότ. του κέρσορα ή άλλων εικονιδίων στην οθόνη του υπολογιστή, κυρ. σε ηλεκτρονικά παιχνίδια: θύρα ~. Βιντεοπαιχνίδια με/χωρίς ~. ~ κινητού. Βλ. ποντίκι. 2. ΑΕΡΟΝ. χειριστήριο της κίνησης αεροσκάφους. [< 1: αγγλ. joystick, 1967 2: αγγλ. ~, 1910] | |
| 50518 | τζόκεϊ | τζό-κε-ϊ ουσ. {άκλ.} 1. (ο/η) επαγγελματίας αναβάτης σε ιπποδρομίες. Πβ. ιππέας. 2. (το) καπελάκι από μαλακό συνήθ. ύφασμα, με σκληρό γείσο· ειδικότ. το καπέλο των αναβατών: ~ με το έμβλημα της ομάδας/με σχέδιο. Πβ. κασκέτο.|| Στρατιωτικό ~ (παραλλαγής). Βλ. μπερές, πηλήκιο. 3. (ο) τζόκερ, μπαλαντέρ. [< 1: αγγλ. jockey 2: αγγλ. jockey-cap] | |
| 50519 | τζόκερ | τζό-κερ ουσ. (ουδ. + αρσ.) {άκλ.} 1. {στο ουδ.} (συνήθ. με κεφαλ. Τ) παιχνίδι με επιλογή από δύο πεδία αριθμών και οκτώ κατηγορίες επιτυχιών που ορίζονται από τη νικήτρια στήλη της κλήρωσης· συνεκδ. ο αριθμός που συμπληρώνεται ή κληρώνεται στο δεύτερο πεδίο ή το αντίστοιχο δελτίο: τα αποτελέσματα του ~. Υπερτυχερός του ~. Συστήματα για το ~. Τζακ-ποτ στο ~. Βλ. λόττο, ΟΠΑΠ, πρότο.|| Έπιασε το ~.|| Έπαιξε δύο ~. 2. {στο αρσ.} τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα του γελωτοποιού· μπαλαντέρ. ΣΥΝ. τζόκεϊ (3) [< αγγλ. joker] | |
| 50520 | τζόκινγκ | τζό-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζόκιγκ & τζόκιν: ΑΘΛ. χαλαρό τρέξιμο, σε αργό ρυθμό και χωρίς ένταση: κάνει ~. Βλ. σπριντ, τροχαδάκι. [< αγγλ. jogging, γαλλ. ~, 1974] | |
| 50521 | τζόρας | τζό-ρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ζόρικος, πεισματάρης άνθρωπος. | |
| 19572 | Τζορας | ζο-χά-δας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο δύστροπο, που έχει συχνά ξεσπάσματα θυμού. Πβ. ιδιότροπος, τζόρας. ΣΥΝ. τσατίλας | |
| 50522 | τζοτζόμπα | τζο-τζό-μπα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & χοχόμπα & (σπάν.) τζότζομπα: ΒΟΤ. ξυλώδης θάμνος των άνυδρων περιοχών του Μεξικού και της Καλιφόρνιας (επιστ. ονομασ. Simmondsia chinensis), από τους σπόρους του οποίου παράγεται υγρό κερί με καταπραϋντικές και ενυδατικές ιδιότητες: (στην κοσμετολογία:) έλαια/λάδι ~. Γαλάκτωμα σώματος/σαμπουάν με αλόη και ~. Απολεπιστική κρέμα με εκχυλίσματα ~. [< αμερικ.-ισπ. jojoba, 1900, γαλλ. ~, 1958] | |
| 50523 | τζουκ μποξ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζουκμπόξ (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλο ημιαυτόματο μηχάνημα αναπαραγωγής μουσικής, που λειτουργεί με κέρματα και παίζει επιλεγμένα τραγούδια ή δίσκους: ~ αντίκα. Πβ. ηλεκτρόφωνο. Βλ. πικάπ.|| Ψηφιακό ~. ~ με CD. [< αμερικ. jukebox, 1939, γαλλ. juke-box, 1954] | |
| 50524 | τζουμπλέκια | βλ. τσουμπλέκια | |
| 50525 | τζούνιορ | τζού-νιορ επίθ. {άκλ.} 1. (οικ., για γιο που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα) ο νεότερος: να κι ο Φίλιππος (ο) ~! 2. ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων παιδιών, ηλικίας συνήθ. εννέα έως έντεκα ετών: πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. Ακαδημία.|| (ως ουσ., τα ίδια τα παιδιά) Τα ~ στην πρώτη θέση του ομίλου. Βλ. προ~. [< αγγλ. junior] | |
| 50526 | τζούντο | [τζοῦντο] τζού-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη· αγώνισμα και ολυμπιακό άθλημα που βασίζεται κυρ. στην τεχνική και όχι στη δύναμη: Έχει μαύρη ζώνη στο ~.|| (ΑΘΛ.) ~ ανδρών/γυναικών. Ολυμπιονίκης (του) ~. Βλ. ζίου ζίτσου, καράτε, τατάμι. [< αγγλ. judo, 1889, γαλλ. ~, 1931] | |
| 50527 | τζουντόγκι | τζου-ντό-γκι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζουντόκι: ειδική φόρμα αθλητή του τζούντο από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, με σακάκι, παντελόνι και ζώνη: λευκό/μπλε ~. Κράτημα/πιάσιμο (του αντιπάλου) από το ~. [< αγγλ. judogi, 1952] | |
| 50528 | τζουντόκα | τζου-ντό-κα ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αθλητής/αθλήτρια του τζούντο. [< γαλλ. judoka, περ. 1944, αγγλ. ~, 1949] | |
| 50529 | τζούρα | τζού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ρουφηξιά καπνού: Τράβηξε μια γερή ~ απ' το τσιγάρο του. Κάνω μια ~. 2. (κατ' επέκτ.) μικρή ποσότητα: Πιες μια ~ (= γουλιά) καφέ να ξυπνήσεις. Μια ~ (= πρέζα) αλάτι/σόδας. 3. (σπάν.) κατακάθι υγρού. ● Υποκ.: τζουρίτσα (η): στις σημ. 1,2. [< 1,2: τουρκ. cüra 3: μεσν. ζούρα] | |
| 50530 | τζουράς | τζου-ράς ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. είδος λαϊκού οργάνου που μοιάζει με μικρό μπουζούκι, με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές και μακρύ βραχίονα. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, ταμπουράς. [< τουρκ. cura] | |
| 50531 | τζους | επιφών. (αργκό): φύγε: Ακόμα εδώ είσαι; (Άντε) ~ (= δίνε του, σπάσε, στρίβε, τζάσε)! Πβ. ξουτ. | |
| 50532 | τζουτζές | τζου-τζές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. κόλακας, τσιράκι: ο ~ του αφεντικού. Πβ. γλείφτης, λακές. 2. ανόητος, γελοίος: ο ~ της παρέας. Πβ. καραγκιόζης, κλόουν, νούμερο, παλιάτσος. 3. (παρωχ.) νάνος γελωτοποιός. Βλ. -ές. [< τουρκ. cüce] | |
| 50533 | τζουτζούκος | τζου-τζού-κος ουσ. (αρσ.) , τζουτζούκα (η), τζουτζούκι (το): (συνήθ. + κτητ. αντων.) οικεία προσφώνηση αγαπημένου προσώπου. ● Υποκ.: τζουτζουκάκι (το) [< τουρκ. çocuk] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ