Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51040-51060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50500τζίτζιραςβλ. τζιτζίκι
50501τζιτζιφιάτζι-τζι-φιά ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ζίζυφος (ο): ΒΟΤ. θαμνώδες ή δενδρώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Ziziphus jujuba) που καλλιεργείται κυρ. για τους καρπούς του.
50502τζιτζιφιόγκοςτζι-τζι-φιό-γκος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): νεαρός άνδρας με εμφάνιση και συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από εξεζητημένη κομψότητα. Πβ. λιμοκοντόρος. ΣΥΝ. φιόγκος (2)
50503τζίτζιφοτζί-τζι-φο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της τζιτζιφιάς: αποξηραμένα ~α. [< μτγν. ζίζυφον]
50504τζίφοςτζί-φος ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κυρ. ως επίρρ. ή επιφών.) (προφ.): σκέτη αποτυχία, τίποτα: ~ η δουλειά/υπόθεση! Προσπάθησα, αλλά ~ (= μάταια)! [< αραβ. zifa ή τουρκ. zifos]
50505τζίφρατζί-φρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μονογραφή ή υπογραφή: Βάλε μια ~. Δεν έχουν πέσει ακόμα οι ~ες. [< μεσν. τσίφρα < παλαιό ιταλ. & βεν. zifra]
50506τζιχάνττζι-χάντ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ιερός πόλεμος για την υπεράσπιση και διάδοση του ισλαμισμού. Βλ. ιντιφάντα, μουτζαχεντίν. [< αγγλ. jihad, 1837, γαλλ. djihad, διαδόθηκε περ. το 1983]
50507τζιχαντισμόςτζι-χα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία των μουτζαχεντίν και των ισλαμιστών τρομοκρατών. [< γαλλ. djihadisme, 1984
50508τζιχαντιστήςτζι-χα-ντι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασπάζεται και εφαρμόζει τον τζιχαντισμό. Βλ. [< αγγλ. jihadist, 1967, γαλλ. djihadiste, 1997]
50509τζοβαΐριβλ. τζιβαέρι
50510τζόβενοτζό-βε-νο ουσ. (ουδ.) & τζόβενος (ο) (προφ.): νεαρός, πιτσιρικάς και κυρ. ειρων. μεσήλικας που παριστάνει τον νέο με τον τρόπο που φέρεται και ντύνεται: Το παίζει ~. Πβ. παιδαρέλι. [< βεν. zoven]
50511τζογαδόρικος, η, ο τζο-γα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον τζογαδόρο: ~ο: παιχνίδι.|| ~η: αντίληψη/νοοτροπία/πολιτική/συμπεριφορά. ● επίρρ.: τζογαδόρικα
50513τζογάρισματζο-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του τζογάρω: ~ στη ρουλέτα. Πβ. ποντάρισμα.|| ~ στο χρηματιστήριο. Βλ. -ισμα.
50514τζογάρωτζο-γά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τζόγαρ-ε κ. τζογάρ-ισε, -οντας} (προφ.): παίζω τζόγο· κατ' επέκτ. διακινδυνεύω, ρισκάρω: ~ στο καζίνο/στη ρουλέτα (πβ. ποντάρω). ~ει σε τυχερά παιχνίδια. ~ε και έχασε.|| ~ε (: επένδυσε) τα λεφτά του σε φούσκες του Χρηματιστηρίου. ~ει την καριέρα του.
50515τζόγιατζό-για ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): στη ● ΦΡ.: τζόγια μου! (οικ. προσφών.): ψυχή μου, χαρά μου, θησαυρέ μου! [< ιταλ. gioia]
50516τζόγοςτζό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. χαρτοπαιξία, τζογάρισμα και κατ' επέκτ. τυχερά παιχνίδια: διαδικτυακός/ηλεκτρονικός/παθολογικός/παράνομος ~. Η βιομηχανία/μάστιγα του ~ου. Είναι εθισμένος στον/έχει πάθος με τον ~ο. Έφαγε όλα του τα λεφτά στον ~ο. Πβ. κυβεία. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση ή δραστηριότητα που ενέχει το στοιχείο του ρίσκου: άγριος ~ στα χρηματιστήρια. 3. (αργκό) ενδιάμεσο κενό (σε εξαρτήματα που κανονικά εφαρμόζουν): Το τιμόνι έχει πολύ ~ο. Δεν έσφιξα πολύ τη βίδα, έχω αφήσει λίγο ~ο (= περιθώριο). [< βεν. zogo]
50517τζόιστικτζό-ι-στικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός με κίνηση σε κάθετους άξονες (πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά) για τον χειρισμό διαφόρων συσκευών και ειδικότ. του κέρσορα ή άλλων εικονιδίων στην οθόνη του υπολογιστή, κυρ. σε ηλεκτρονικά παιχνίδια: θύρα ~. Βιντεοπαιχνίδια με/χωρίς ~. ~ κινητού. Βλ. ποντίκι. 2. ΑΕΡΟΝ. χειριστήριο της κίνησης αεροσκάφους. [< 1: αγγλ. joystick, 1967 2: αγγλ. ~, 1910]
50518τζόκεϊτζό-κε-ϊ ουσ. {άκλ.} 1. (ο/η) επαγγελματίας αναβάτης σε ιπποδρομίες. Πβ. ιππέας. 2. (το) καπελάκι από μαλακό συνήθ. ύφασμα, με σκληρό γείσο· ειδικότ. το καπέλο των αναβατών: ~ με το έμβλημα της ομάδας/με σχέδιο. Πβ. κασκέτο.|| Στρατιωτικό ~ (παραλλαγής). Βλ. μπερές, πηλήκιο. 3. (ο) τζόκερ, μπαλαντέρ. [< 1: αγγλ. jockey 2: αγγλ. jockey-cap]
50519τζόκερτζό-κερ ουσ. (ουδ. + αρσ.) {άκλ.} 1. {στο ουδ.} (συνήθ. με κεφαλ. Τ) παιχνίδι με επιλογή από δύο πεδία αριθμών και οκτώ κατηγορίες επιτυχιών που ορίζονται από τη νικήτρια στήλη της κλήρωσης· συνεκδ. ο αριθμός που συμπληρώνεται ή κληρώνεται στο δεύτερο πεδίο ή το αντίστοιχο δελτίο: τα αποτελέσματα του ~. Υπερτυχερός του ~. Συστήματα για το ~. Τζακ-ποτ στο ~. Βλ. λόττο, ΟΠΑΠ, πρότο.|| Έπιασε το ~.|| Έπαιξε δύο ~. 2. {στο αρσ.} τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα του γελωτοποιού· μπαλαντέρ. ΣΥΝ. τζόκεϊ (3) [< αγγλ. joker]
50520τζόκινγκτζό-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζόκιγκ & τζόκιν: ΑΘΛ. χαλαρό τρέξιμο, σε αργό ρυθμό και χωρίς ένταση: κάνει ~. Βλ. σπριντ, τροχαδάκι. [< αγγλ. jogging, γαλλ. ~, 1974]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.