Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51060-51080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50521τζόραςτζό-ρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ζόρικος, πεισματάρης άνθρωπος.
19572Τζορας

ζο-χά-δας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο δύστροπο, που έχει συχνά ξεσπάσματα θυμού. Πβ. ιδιότροπος, τζόρας. ΣΥΝ. τσατίλας

50522τζοτζόμπατζο-τζό-μπα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & χοχόμπα & (σπάν.) τζότζομπα: ΒΟΤ. ξυλώδης θάμνος των άνυδρων περιοχών του Μεξικού και της Καλιφόρνιας (επιστ. ονομασ. Simmondsia chinensis), από τους σπόρους του οποίου παράγεται υγρό κερί με καταπραϋντικές και ενυδατικές ιδιότητες: (στην κοσμετολογία:) έλαια/λάδι ~. Γαλάκτωμα σώματος/σαμπουάν με αλόη και ~. Απολεπιστική κρέμα με εκχυλίσματα ~. [< αμερικ.-ισπ. jojoba, 1900, γαλλ. ~, 1958]
50523τζουκ μποξουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζουκμπόξ (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλο ημιαυτόματο μηχάνημα αναπαραγωγής μουσικής, που λειτουργεί με κέρματα και παίζει επιλεγμένα τραγούδια ή δίσκους: ~ αντίκα. Πβ. ηλεκτρόφωνο. Βλ. πικάπ.|| Ψηφιακό ~. ~ με CD. [< αμερικ. jukebox, 1939, γαλλ. juke-box, 1954]
50524τζουμπλέκιαβλ. τσουμπλέκια
50525τζούνιορτζού-νιορ επίθ. {άκλ.} 1. (οικ., για γιο που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα) ο νεότερος: να κι ο Φίλιππος (ο) ~! 2. ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων παιδιών, ηλικίας συνήθ. εννέα έως έντεκα ετών: πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. Ακαδημία.|| (ως ουσ., τα ίδια τα παιδιά) Τα ~ στην πρώτη θέση του ομίλου. Βλ. προ~. [< αγγλ. junior]
50526τζούντο[τζοῦντο] τζού-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη· αγώνισμα και ολυμπιακό άθλημα που βασίζεται κυρ. στην τεχνική και όχι στη δύναμη: Έχει μαύρη ζώνη στο ~.|| (ΑΘΛ.) ~ ανδρών/γυναικών. Ολυμπιονίκης (του) ~. Βλ. ζίου ζίτσου, καράτε, τατάμι. [< αγγλ. judo, 1889, γαλλ. ~, 1931]
50527τζουντόγκιτζου-ντό-γκι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τζουντόκι: ειδική φόρμα αθλητή του τζούντο από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, με σακάκι, παντελόνι και ζώνη: λευκό/μπλε ~. Κράτημα/πιάσιμο (του αντιπάλου) από το ~. [< αγγλ. judogi, 1952]
50528τζουντόκατζου-ντό-κα ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αθλητής/αθλήτρια του τζούντο. [< γαλλ. judoka, περ. 1944, αγγλ. ~, 1949]
50529τζούρατζού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ρουφηξιά καπνού: Τράβηξε μια γερή ~ απ' το τσιγάρο του. Κάνω μια ~. 2. (κατ' επέκτ.) μικρή ποσότητα: Πιες μια ~ (= γουλιά) καφέ να ξυπνήσεις. Μια ~ (= πρέζα) αλάτι/σόδας. 3. (σπάν.) κατακάθι υγρού. ● Υποκ.: τζουρίτσα (η): στις σημ. 1,2. [< 1,2: τουρκ. cüra 3: μεσν. ζούρα]
50530τζουράςτζου-ράς ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. είδος λαϊκού οργάνου που μοιάζει με μικρό μπουζούκι, με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές και μακρύ βραχίονα. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, ταμπουράς. [< τουρκ. cura]
50531τζουςεπιφών. (αργκό): φύγε: Ακόμα εδώ είσαι; (Άντε) ~ (= δίνε του, σπάσε, στρίβε, τζάσε)! Πβ. ξουτ.
50532τζουτζέςτζου-τζές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. κόλακας, τσιράκι: ο ~ του αφεντικού. Πβ. γλείφτης, λακές. 2. ανόητος, γελοίος: ο ~ της παρέας. Πβ. καραγκιόζης, κλόουν, νούμερο, παλιάτσος. 3. (παρωχ.) νάνος γελωτοποιός. Βλ. -ές. [< τουρκ. cüce]
50533τζουτζούκοςτζου-τζού-κος ουσ. (αρσ.) , τζουτζούκα (η), τζουτζούκι (το): (συνήθ. + κτητ. αντων.) οικεία προσφώνηση αγαπημένου προσώπου. ● Υποκ.: τζουτζουκάκι (το) [< τουρκ. çocuk]
50534τζούφιος, ια, ιο τζού-φιος επίθ. & (σπάν.) ζούφιος (λαϊκό) 1. (κυρ. για καρπό) κούφιος, ζαρωμένος: ~ιο: αμύγδαλο/καρύδι.|| ~ια: αβγά (= κλούβια, χαλασμένα). 2. (μτφ.) κενός, ελαττωματικός· ανούσιος, ψεύτικος: ~ιες: κροτίδες (: που δεν σκάνε). Πβ. άχρηστος, σκάρτος.|| ~ιες: απειλές/ελπίδες/υποσχέσεις. ~ια: λόγια (= ρηχά).|| (για πρόσ.) Είναι ~ μέσα του. Πβ. κάλπικος, μούφα. 3. (μειωτ., για άνδρα) στείρος. Πβ. άσφαιρος. [< μεσν. ζοφός]
50535τήβεννοςτή-βεν-νος ουσ. (θηλ.) {τηβένν-ου} & τήβενος 1. μακρύ ένδυμα, συνήθ. σκούρου χρώματος, με φαρδιά μανίκια, που φορούν κυρ. πανεπιστημιακοί και δικαστικοί σε επίσημες περιστάσεις, καθώς και φοιτητές την ημέρα της ορκωμοσίας: η ~ της αποφοίτησης. Ενδύομαι/φορώ την ~ο. Περιένδυση του τιμωμένου με την ~ο της Σχολής. 2. ΑΡΧ. μακρύς, μονοκόμματος μανδύας των Ρωμαίων, κυρ. της ανώτερης τάξης, που άφηνε έξω το δεξί χέρι: λευκή/πορφυρή ~. Βλ. ιμάτιο, χιτώνας. [< μτγν. τήβεννος]
50536τηγανητός, ή, ό τη-γα-νη-τός επίθ. & (σπάν.) τηγανι(σ)τός: ΜΑΓΕΙΡ. που έχει ψηθεί στο τηγάνι, τηγανισμένος: πατάτες ~ές. Αβγά/καλαμάρια/κεφτεδάκια/κολοκυθάκια ~ά. Βλ. μαγειρευτός.|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ά: μήλα.|| (ως ουσ.) Προτιμήστε τα βραστά από τα ~ά (ενν. φαγητά). [< μτγν. τηγανητόν]
50537τηγάνιτη-γά-νι ουσ. (ουδ.) 1. πλατύ και ρηχό μεταλλικό σκεύος στρογγυλού ή τετράγωνου σχήματος, συνήθ. με μακριά λαβή, που χρησιμοποιείται για το τηγάνισμα φαγητών· συνεκδ. ψήσιμο στο συγκεκριμένο σκεύος· κατ' επέκτ. κάθε πλατιά ή αβαθής επιφάνεια: ανοξείδωτο/αντικολλητικό (βλ. τεφάλ)/βαθύ/εμαγιέ/ηλεκτρικό/πυρίμαχο ~. ~-γκριλιέρα. Κατέβασε το ~ από τη φωτιά. Σοτάρετε/τσιγαρίζετε τα μανιτάρια στο ~. Λιώνετε το βούτυρο σε ζεστό/μέτριο ~. Βλ. κατσαρόλα.|| Κολοκυθάκια στο ~ (= τηγανητά).|| Λάδι για ~ (= τηγάνισμα).|| (περιστρεφόμενο παιχνίδι σε λούνα παρκ) Ανέβηκαν/μπήκαν στο ~. Βλ. τρενάκι. 2. (λαϊκό) αβαθής περιφραγμένη έκταση αλυκής, όπου εξατμίζεται το θαλασσινό νερό και μένει το αλάτι. Βλ. αλίπεδο. ● Υποκ.: τηγανάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. τηγάνιν < μτγν. τηγάνιον < αρχ. τήγανον, τάγηνον]
50538τηγανιάτη-γα-νιά ουσ. (θηλ.) 1. ποσότητα που τηγανίζεται κάθε φορά: μια ~ πατάτες. Βλ. μαγειριά. 2. ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια συνήθ. χοιρινού κρέατος ψημένα στο τηγάνι: μεθυσμένη (: σβησμένη με κρασί)/παραδοσιακή ~. ~ κρασάτη. ~ με πιπεριές.|| ~ κοτόπουλου. ~ με μοσχάρι.
50539τηγανίζωτη-γα-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τηγάνι-σα, τηγανί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τηγανίζ-οντας} 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψήνω στο τηγάνι, συνήθ. με λάδι ή βούτυρο: ~ τα κεφτεδάκια/τις πατάτες. ~σμένα: ψάρια (βλ. προτηγανισμένος). Βλ. βράζω, ξερο~. 2. (μτφ.-προφ.) βασανίζω, καταταλαιπωρώ. ΣΥΝ. τσιγαρίζω (2), τσιτσιρίζω [< μτγν. τηγανίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.