| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50534 | τζούφιος | , ια, ιο τζού-φιος επίθ. & (σπάν.) ζούφιος (λαϊκό) 1. (κυρ. για καρπό) κούφιος, ζαρωμένος: ~ιο: αμύγδαλο/καρύδι.|| ~ια: αβγά (= κλούβια, χαλασμένα). 2. (μτφ.) κενός, ελαττωματικός· ανούσιος, ψεύτικος: ~ιες: κροτίδες (: που δεν σκάνε). Πβ. άχρηστος, σκάρτος.|| ~ιες: απειλές/ελπίδες/υποσχέσεις. ~ια: λόγια (= ρηχά).|| (για πρόσ.) Είναι ~ μέσα του. Πβ. κάλπικος, μούφα. 3. (μειωτ., για άνδρα) στείρος. Πβ. άσφαιρος. [< μεσν. ζοφός] | |
| 50535 | τήβεννος | τή-βεν-νος ουσ. (θηλ.) {τηβένν-ου} & τήβενος 1. μακρύ ένδυμα, συνήθ. σκούρου χρώματος, με φαρδιά μανίκια, που φορούν κυρ. πανεπιστημιακοί και δικαστικοί σε επίσημες περιστάσεις, καθώς και φοιτητές την ημέρα της ορκωμοσίας: η ~ της αποφοίτησης. Ενδύομαι/φορώ την ~ο. Περιένδυση του τιμωμένου με την ~ο της Σχολής. 2. ΑΡΧ. μακρύς, μονοκόμματος μανδύας των Ρωμαίων, κυρ. της ανώτερης τάξης, που άφηνε έξω το δεξί χέρι: λευκή/πορφυρή ~. Βλ. ιμάτιο, χιτώνας. [< μτγν. τήβεννος] | |
| 50536 | τηγανητός | , ή, ό τη-γα-νη-τός επίθ. & (σπάν.) τηγανι(σ)τός: ΜΑΓΕΙΡ. που έχει ψηθεί στο τηγάνι, τηγανισμένος: πατάτες ~ές. Αβγά/καλαμάρια/κεφτεδάκια/κολοκυθάκια ~ά. Βλ. μαγειρευτός.|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ά: μήλα.|| (ως ουσ.) Προτιμήστε τα βραστά από τα ~ά (ενν. φαγητά). [< μτγν. τηγανητόν] | |
| 50537 | τηγάνι | τη-γά-νι ουσ. (ουδ.) 1. πλατύ και ρηχό μεταλλικό σκεύος στρογγυλού ή τετράγωνου σχήματος, συνήθ. με μακριά λαβή, που χρησιμοποιείται για το τηγάνισμα φαγητών· συνεκδ. ψήσιμο στο συγκεκριμένο σκεύος· κατ' επέκτ. κάθε πλατιά ή αβαθής επιφάνεια: ανοξείδωτο/αντικολλητικό (βλ. τεφάλ)/βαθύ/εμαγιέ/ηλεκτρικό/πυρίμαχο ~. ~-γκριλιέρα. Κατέβασε το ~ από τη φωτιά. Σοτάρετε/τσιγαρίζετε τα μανιτάρια στο ~. Λιώνετε το βούτυρο σε ζεστό/μέτριο ~. Βλ. κατσαρόλα.|| Κολοκυθάκια στο ~ (= τηγανητά).|| Λάδι για ~ (= τηγάνισμα).|| (περιστρεφόμενο παιχνίδι σε λούνα παρκ) Ανέβηκαν/μπήκαν στο ~. Βλ. τρενάκι. 2. (λαϊκό) αβαθής περιφραγμένη έκταση αλυκής, όπου εξατμίζεται το θαλασσινό νερό και μένει το αλάτι. Βλ. αλίπεδο. ● Υποκ.: τηγανάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. τηγάνιν < μτγν. τηγάνιον < αρχ. τήγανον, τάγηνον] | |
| 50538 | τηγανιά | τη-γα-νιά ουσ. (θηλ.) 1. ποσότητα που τηγανίζεται κάθε φορά: μια ~ πατάτες. Βλ. μαγειριά. 2. ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια συνήθ. χοιρινού κρέατος ψημένα στο τηγάνι: μεθυσμένη (: σβησμένη με κρασί)/παραδοσιακή ~. ~ κρασάτη. ~ με πιπεριές.|| ~ κοτόπουλου. ~ με μοσχάρι. | |
| 50539 | τηγανίζω | τη-γα-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τηγάνι-σα, τηγανί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τηγανίζ-οντας} 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψήνω στο τηγάνι, συνήθ. με λάδι ή βούτυρο: ~ τα κεφτεδάκια/τις πατάτες. ~σμένα: ψάρια (βλ. προτηγανισμένος). Βλ. βράζω, ξερο~. 2. (μτφ.-προφ.) βασανίζω, καταταλαιπωρώ. ΣΥΝ. τσιγαρίζω (2), τσιτσιρίζω [< μτγν. τηγανίζω] | |
| 50540 | τηγάνισμα | τη-γά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {τηγανίσμ-ατος}: ΜΑΓΕΙΡ. ψήσιμο στο τηγάνι: ελαφρύ/σιγανό ~. ~ με ελαιόλαδο/σπορέλαιο. ~ σε φριτέζα (= βαθύ ~). Κατά το/στο ~. ~ της πατάτας σε φέτες. Λίπος ~ατος. Μυρωδιές/οσμές από το ~. Αλεύρι ειδικό για ~ (πβ. τηγάνι). Μυστικά για υγιεινό ~. Βλ. βράσιμο, τσιγάρισμα. [< μεσν. τηγάνισμα] | |
| 50541 | τηγανιστός | , ή, ό βλ. τηγανητός | |
| 50542 | τηγανίτα | τη-γα-νί-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. χυλός από αλεύρι που τηγανίζεται σε ζεστό λάδι και αποτελεί πρόχειρο έδεσμα, γλυκό ή αλμυρό: αφράτες/ξεροψημένες ~ες. ~ες με ζάχαρη/μαρμελάδα/μέλι. ~ες γεμιστές με τυρί/καλαμποκιού. Βλ. βάφλα, κρέπα, λαλάγγι. ● ΦΡ.: όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα (παροιμ.): για κάποιον που δεν πραγματοποιεί ό,τι υπόσχεται ή ό,τι δηλώνει πως θα κάνει. [< αρχ. τηγανίτης (ενν. ἄρτος)] | |
| 50543 | τηγανόλαδο | τη-γα-νό-λα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τηγανισμένο λάδι που χρησιμοποιείται ξανά ή φυτικό έλαιο, συνήθ. σπορέλαιο, για τηγάνισμα: ανακύκλωση ~ου. | |
| 50544 | τηγανόσχημος | , η, ο τη-γα-νό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει με τηγάνι, που έχει το συγκεκριμένο σχήμα: ~ο: αγγείο.|| (ως ουσ.) ~ο (ενν. σκεύος) της πρωτοκυκλαδικής περιόδου. | |
| 50545 | τηγανόψωμο | τη-γα-νό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί από τηγανισμένο ζυμάρι, με ή χωρίς γέμιση: ~ με τυρί. Άζυμα ~α (: χωρίς προζύμι).|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ με μέλι και καρύδι. | |
| 50546 | τήγμα | [τῆγμα] τήγ-μα ουσ. (ουδ.) {τήγμ-ατος | -ατα} (λόγ.): το προϊόν της τήξης: (συνήθ. ΧΗΜ.) ~ γυαλιού/ηλεκτρολύτη/μείγματος/μετάλλου. Στερεοποίηση/ψύξη του ~ατος. Κρυστάλλωση συστατικού από ~. ~ατα αλάτων/πολυμερών. Βλ. σύντηγμα. [< μτγν. τῆγμα] | |
| 50547 | τήδε | [τῇδε] τή-δε επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τήδε κακείσε: εδώ κι εκεί, διάσπαρτα. [< αρχ. τῇδε] | |
| 50548 | τηκτικός | , ή, ό τη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται στην τήξη· που μπορεί να λιώσει ένα στερεό σώμα με μεταφορά θερμότητας: ~ή: βαλβίδα ασφαλείας.|| ~ό: μέσο. Βλ. διαλυτικός. [< αρχ. τηκτικός] | |
| 50549 | τηκτός | , ή, ό τη-κτός επίθ. (λόγ.): που λιώνει με την επίδραση της θερμότητας: ~ό: μέσο/υλικό. Πβ. εύτηκτος. ΑΝΤ. δύστηκτος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ό νήμα ασφάλειας.|| (ως ουσ.) ~ά πυκνωτών (ενν. μέρη, στελέχη). [< αρχ. τηκτός] | |
| 50550 | τήκω | τή-κω ρ. (μτβ.) {έτη-ξε, τή-ξει, (τε)τηγμένος} (λόγ.): θερμαίνω και λιώνω στερεό σώμα, το μετατρέπω σε ρευστό: Κλίβανοι που χρησιμοποιούνται, για να ~ξουν τον σίδηρο. Πβ. ρευστοποιώ. Βλ. συν~.|| Ο πάγος ~εται (= υγροποιείται) στους μηδέν βαθμούς Κελσίου. Oι πλαστικές ύλες ~ονται εύκολα. Τετηγμένο: τυρί. Τηγμένο: άλας/αλουμίνιο/γυαλί/υλικό. Θερμική επεξεργασία τηγμένων λιπών. Βλ. στερεοποιώ. [< αρχ. τήκω] | |
| 50551 | τηλαισθησία | τη-λαι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) ικανότητα ορισμένων ατόμων να αντιλαμβάνονται ένα αντικείμενο, ένα γεγονός ή μια κατάσταση χωρίς τη μεσολάβηση των φυσικών τους αισθήσεων. Βλ. δι-, προ-αίσθηση, διόραση, τηλεπάθεια. [< πβ. γαλλ. télésthésie, 1908, αγγλ. telesthesia] | |
| 50552 | τηλαυγής | , ής, ές τη-λαυ-γής επίθ. {τηλαυγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.-λογοτ.): που εκπέμπει φως σε μακρινή απόσταση, που φωτίζει από μακριά: (κυρ. μτφ., για πρόσ.) ~ αστέρας του πνεύματος (πβ. ακτινο-, φεγγο-, φωτο-βόλος). Υπήρξε φάρος ~ για τους συνανθρώπους του (= καθοδηγητής, οδηγός). [< αρχ. τηλαυγής] | |
| 50553 | τηλε- & τηλέ- & τηλ- | πρόθημα 1. με τη σημασία (από) μακριά: τηλε-βόας. Τηλέ-φωνο. Τηλε-ειδοποίηση. Τηλ-επικοινωνίες. 2. που αναφέρεται στην τηλεόραση: τηλε-αστέρας/~παρουσιαστής/~πωλητής. Τηλε-παράθυρα. Τηλε-μαραθώνιος (βλ. ραδιο-). Τηλε-θεαματικότητα/~θέαση/~κριτική (βλ. δισκο-, μουσικο-, ταινιο-). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ