| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50540 | τηγάνισμα | τη-γά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {τηγανίσμ-ατος}: ΜΑΓΕΙΡ. ψήσιμο στο τηγάνι: ελαφρύ/σιγανό ~. ~ με ελαιόλαδο/σπορέλαιο. ~ σε φριτέζα (= βαθύ ~). Κατά το/στο ~. ~ της πατάτας σε φέτες. Λίπος ~ατος. Μυρωδιές/οσμές από το ~. Αλεύρι ειδικό για ~ (πβ. τηγάνι). Μυστικά για υγιεινό ~. Βλ. βράσιμο, τσιγάρισμα. [< μεσν. τηγάνισμα] | |
| 50541 | τηγανιστός | , ή, ό βλ. τηγανητός | |
| 50542 | τηγανίτα | τη-γα-νί-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. χυλός από αλεύρι που τηγανίζεται σε ζεστό λάδι και αποτελεί πρόχειρο έδεσμα, γλυκό ή αλμυρό: αφράτες/ξεροψημένες ~ες. ~ες με ζάχαρη/μαρμελάδα/μέλι. ~ες γεμιστές με τυρί/καλαμποκιού. Βλ. βάφλα, κρέπα, λαλάγγι. ● ΦΡ.: όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα (παροιμ.): για κάποιον που δεν πραγματοποιεί ό,τι υπόσχεται ή ό,τι δηλώνει πως θα κάνει. [< αρχ. τηγανίτης (ενν. ἄρτος)] | |
| 50543 | τηγανόλαδο | τη-γα-νό-λα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τηγανισμένο λάδι που χρησιμοποιείται ξανά ή φυτικό έλαιο, συνήθ. σπορέλαιο, για τηγάνισμα: ανακύκλωση ~ου. | |
| 50544 | τηγανόσχημος | , η, ο τη-γα-νό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει με τηγάνι, που έχει το συγκεκριμένο σχήμα: ~ο: αγγείο.|| (ως ουσ.) ~ο (ενν. σκεύος) της πρωτοκυκλαδικής περιόδου. | |
| 50545 | τηγανόψωμο | τη-γα-νό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί από τηγανισμένο ζυμάρι, με ή χωρίς γέμιση: ~ με τυρί. Άζυμα ~α (: χωρίς προζύμι).|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ με μέλι και καρύδι. | |
| 50546 | τήγμα | [τῆγμα] τήγ-μα ουσ. (ουδ.) {τήγμ-ατος | -ατα} (λόγ.): το προϊόν της τήξης: (συνήθ. ΧΗΜ.) ~ γυαλιού/ηλεκτρολύτη/μείγματος/μετάλλου. Στερεοποίηση/ψύξη του ~ατος. Κρυστάλλωση συστατικού από ~. ~ατα αλάτων/πολυμερών. Βλ. σύντηγμα. [< μτγν. τῆγμα] | |
| 50547 | τήδε | [τῇδε] τή-δε επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τήδε κακείσε: εδώ κι εκεί, διάσπαρτα. [< αρχ. τῇδε] | |
| 50548 | τηκτικός | , ή, ό τη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται στην τήξη· που μπορεί να λιώσει ένα στερεό σώμα με μεταφορά θερμότητας: ~ή: βαλβίδα ασφαλείας.|| ~ό: μέσο. Βλ. διαλυτικός. [< αρχ. τηκτικός] | |
| 50549 | τηκτός | , ή, ό τη-κτός επίθ. (λόγ.): που λιώνει με την επίδραση της θερμότητας: ~ό: μέσο/υλικό. Πβ. εύτηκτος. ΑΝΤ. δύστηκτος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ό νήμα ασφάλειας.|| (ως ουσ.) ~ά πυκνωτών (ενν. μέρη, στελέχη). [< αρχ. τηκτός] | |
| 50550 | τήκω | τή-κω ρ. (μτβ.) {έτη-ξε, τή-ξει, (τε)τηγμένος} (λόγ.): θερμαίνω και λιώνω στερεό σώμα, το μετατρέπω σε ρευστό: Κλίβανοι που χρησιμοποιούνται, για να ~ξουν τον σίδηρο. Πβ. ρευστοποιώ. Βλ. συν~.|| Ο πάγος ~εται (= υγροποιείται) στους μηδέν βαθμούς Κελσίου. Oι πλαστικές ύλες ~ονται εύκολα. Τετηγμένο: τυρί. Τηγμένο: άλας/αλουμίνιο/γυαλί/υλικό. Θερμική επεξεργασία τηγμένων λιπών. Βλ. στερεοποιώ. [< αρχ. τήκω] | |
| 50551 | τηλαισθησία | τη-λαι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) ικανότητα ορισμένων ατόμων να αντιλαμβάνονται ένα αντικείμενο, ένα γεγονός ή μια κατάσταση χωρίς τη μεσολάβηση των φυσικών τους αισθήσεων. Βλ. δι-, προ-αίσθηση, διόραση, τηλεπάθεια. [< πβ. γαλλ. télésthésie, 1908, αγγλ. telesthesia] | |
| 50552 | τηλαυγής | , ής, ές τη-λαυ-γής επίθ. {τηλαυγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.-λογοτ.): που εκπέμπει φως σε μακρινή απόσταση, που φωτίζει από μακριά: (κυρ. μτφ., για πρόσ.) ~ αστέρας του πνεύματος (πβ. ακτινο-, φεγγο-, φωτο-βόλος). Υπήρξε φάρος ~ για τους συνανθρώπους του (= καθοδηγητής, οδηγός). [< αρχ. τηλαυγής] | |
| 50553 | τηλε- & τηλέ- & τηλ- | πρόθημα 1. με τη σημασία (από) μακριά: τηλε-βόας. Τηλέ-φωνο. Τηλε-ειδοποίηση. Τηλ-επικοινωνίες. 2. που αναφέρεται στην τηλεόραση: τηλε-αστέρας/~παρουσιαστής/~πωλητής. Τηλε-παράθυρα. Τηλε-μαραθώνιος (βλ. ραδιο-). Τηλε-θεαματικότητα/~θέαση/~κριτική (βλ. δισκο-, μουσικο-, ταινιο-). | |
| 50554 | τηλεαγορά | τη-λε-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά προϊόντων που προωθούνται μέσω τηλεφώνου, τηλεόρασης ή του διαδικτύου· συνεκδ. ό,τι αγοράζεται με αυτόν τον τρόπο: κανάλι ~ών. Βλ. -αγορά, τηλε-μάρκετινγκ, -πώληση, τηλεμπόριο. [< αγγλ. teleshopping, 1981, γαλλ. téléachat, 1987] | |
| 50555 | τηλεακτινολογία | τη-λε-α-κτι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ηλεκτρονική μεταφορά ακτινολογικών απεικονίσεων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, για έλεγχο διάγνωσης ή γνωμάτευση. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -οφθαλμολογία, -παθολογία. ΣΥΝ. τηλεραδιολογία [< αγγλ. teleradiology] | |
| 50556 | τηλεανάγνωση | τη-λε-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η δυνατότητα ανάγνωσης ιστοσελίδων από άτομα με ειδικές ανάγκες, μέσω τηλεφωνικής κλήσης σε συγκεκριμένη υπηρεσία. | |
| 50557 | τηλεανίχνευση | τη-λε-α-νί-χνευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπισκόπηση. | |
| 50558 | τηλεαντίγραφο | τη-λε-α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή φαξ· συνεκδ. το έγγραφο που αποστέλλεται: αποστολή αιτήσεων με ~.|| Με ~ της 1ης Μαρτίου, γνωστοποιήθηκε ... Βλ. τέλεξ, τηλέ-τυπο, -φωνο. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπικό, τηλεομοιότυπο [< αγγλ. telecopier, 1967] | |
| 50559 | τηλεαστέρας | τη-λε-α-στέ-ρας ουσ. (αρσ.): αστέρας της τηλεόρασης, ιδιαίτερα προβεβλημένο τηλεοπτικό πρόσωπο: γνωστός ~. Εγχώριοι ~ες. Βλ. τηλεπερσόνα. ΣΥΝ. τηλεστάρ [< αγγλ. television star, 1951] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ