| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50554 | τηλεαγορά | τη-λε-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά προϊόντων που προωθούνται μέσω τηλεφώνου, τηλεόρασης ή του διαδικτύου· συνεκδ. ό,τι αγοράζεται με αυτόν τον τρόπο: κανάλι ~ών. Βλ. -αγορά, τηλε-μάρκετινγκ, -πώληση, τηλεμπόριο. [< αγγλ. teleshopping, 1981, γαλλ. téléachat, 1987] | |
| 50555 | τηλεακτινολογία | τη-λε-α-κτι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ηλεκτρονική μεταφορά ακτινολογικών απεικονίσεων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, για έλεγχο διάγνωσης ή γνωμάτευση. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -οφθαλμολογία, -παθολογία. ΣΥΝ. τηλεραδιολογία [< αγγλ. teleradiology] | |
| 50556 | τηλεανάγνωση | τη-λε-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η δυνατότητα ανάγνωσης ιστοσελίδων από άτομα με ειδικές ανάγκες, μέσω τηλεφωνικής κλήσης σε συγκεκριμένη υπηρεσία. | |
| 50557 | τηλεανίχνευση | τη-λε-α-νί-χνευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπισκόπηση. | |
| 50558 | τηλεαντίγραφο | τη-λε-α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή φαξ· συνεκδ. το έγγραφο που αποστέλλεται: αποστολή αιτήσεων με ~.|| Με ~ της 1ης Μαρτίου, γνωστοποιήθηκε ... Βλ. τέλεξ, τηλέ-τυπο, -φωνο. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπικό, τηλεομοιότυπο [< αγγλ. telecopier, 1967] | |
| 50559 | τηλεαστέρας | τη-λε-α-στέ-ρας ουσ. (αρσ.): αστέρας της τηλεόρασης, ιδιαίτερα προβεβλημένο τηλεοπτικό πρόσωπο: γνωστός ~. Εγχώριοι ~ες. Βλ. τηλεπερσόνα. ΣΥΝ. τηλεστάρ [< αγγλ. television star, 1951] | |
| 50560 | τηλεβαρόμετρο | τη-λε-βα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. πίνακας των τηλεοπτικών προγραμμάτων με βάση το ποσοστό τηλεθέασης, ο οποίος δημοσιεύεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ημερήσιο ~. Η εκπομπή είναι στην κορυφή του ~ου. Βλ. -μετρο. | |
| 50561 | τηλεβόας | τη-λε-βό-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. φορητή μεγαφωνική συσκευή σε σχήμα κώνου: ~ με μικρόφωνο/σειρήνα. Φώναζαν συνθήματα με τον/στον ~α. Φορτηγάκι πλανόδιου μανάβη με ~α στην οροφή. Πβ. ντουντούκα, χωνί. [< γαλλ. porte-voix, πβ. αρχ. ανθρ. Τηλεβόας] | |
| 50562 | τηλεβόλο | τη-λε-βό-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. πυροβόλο όπλο για βολές μεγάλων αποστάσεων, κανόνι. [< αρχ. επίθ. τηλεβόλος] | |
| 50563 | τηλεγραμματεία | τη-λε-γραμ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεφωνική ή διαδικτυακή γραμματειακή υποστήριξη εταιρείας ή επαγγελματία εξ αποστάσεως: υπηρεσίες ~ας. Βλ. εικονικό γραφείο, τηλεργασία. | |
| 50564 | τηλεγραφείο | [τηλεγραφεῖο] τη-λε-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): υπηρεσία αποστολής και παραλαβής τηλεγραφημάτων· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγαζόταν. Βλ. ταχυδρομείο, τηλεφωνείο. [< γερμ. Telegrafenamt] | |
| 50565 | τηλεγράφημα | τη-λε-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. σύντομο μήνυμα που διαβιβάζεται αυθημερόν μέσω τηλεφωνικού ή παλαιότ. τηλεγραφικού δικτύου: απόρρητο/ευχαριστήριο/συγχαρητήριο/συλληπητήριο ~. Σύμφωνα με ~ του ειδησεογραφικού πρακτορείου ... Βλ. τηλεομοιότυπο, τηλέτυπο, φαξ.|| (κατ' επέκτ., για κείμενο μικρής έκτασης) Δεν ήταν εργασία αυτό που παρέδωσες, ~ ήταν. Βλ. -γράφημα. [< πβ. γαλλ. télégramme, αγγλ. telegram] | |
| 50566 | τηλεγραφητής | τη-λε-γρα-φη-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.) 1. υπάλληλος τηλεγραφείου, χειριστής τηλεγράφου. 2. ΝΑΥΤ. χειριστής ασύρματου τηλεγράφου σε πλοίο. ΣΥΝ. ασυρματιστής [< γαλλ. télégraphiste, αγγλ. telegraphist] | |
| 50567 | τηλεγραφία | τη-λε-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.) 1. ΤΗΛΕΠ. σύστημα για τη μετάδοση κωδικοποιημένων μηνυμάτων· σπανιότ. τηλεγραφική υπηρεσία: ασύρματη (= ραδιο~)/ενσύρματη/οπτική ~. ~ για ακουστική/αυτόματη λήψη. Βλ. -γραφία, τηλε-ομοιοτυπία, -φωνία. 2. κλάδος της ηλεκτρολογίας που ασχολείται με την τηλεγραφική επικοινωνία. [< γαλλ. télégraphie, αγγλ. telegraphy] | |
| 50568 | τηλεγραφικός | , ή, ό τη-λε-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΤΗΛΕΠ. (παλαιότ.) που σχετίζεται με την τηλεγραφία ή τον τηλεγραφητή, που διαβιβάζεται με τηλεγράφημα: ~ός: στύλος. ~ή: γραμμή/διεύθυνση/επικοινωνία/σύνδεση. ~ό: δίκτυο/μήνυμα. Βλ. ραδιο~.|| ~ός: υπάλληλος.|| ~ή: διαταγή/ειδοποίηση/μεταβίβαση (: έμβασμα). ~ή εντολή πληρωμής/μεταφορά χρημάτων. 2. (μτφ.) πολύ σύντομος, περιεκτικός: ~ός: λόγος. ~ή: δήλωση/διατύπωση. ~ό: κείμενο. Με ~ό τρόπο. Πβ. επιγραμματ-, λακων-ικός, ολιγόλογος. ΑΝΤ. φλύαρος.|| (σπάν. για πρόσ.) Δεν θα μιλήσω πολύ, θα είμαι ~. ● επίρρ.: τηλεγραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεγραφικός κώδικας: ΤΗΛΕΠ. σύστημα κωδικοποίησης με χρήση συμβολικού αλφαβήτου: διεθνής ~ ~. Βλ. κώδικας μορς. [< γαλλ. télégraphique, αγγλ. telegraphic] | |
| 50569 | τηλεγραφόξυλο | τη-λε-γρα-φό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) στύλος στήριξης των συρμάτων τηλεγραφικού δικτύου. 2. (μτφ.-ειρων., για πρόσ.) πολύ ψηλός και αδύνατος άνθρωπος. Πβ. ακρίδα, λελέκι, στέκα, ταβανόσκουπα. | |
| 50570 | τηλέγραφος1 | τη-λέ-γρα-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άφου} (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα συσκευών για εκπομπή και λήψη κωδικοποιημένων μηνυμάτων: ασύρματος/ενσύρματος/ηλεκτρικός/ναυτικός (: στα πλοία, με ειδικά σήματα) ~. ~ μορς. Χειριστής ~άφου (πβ. τηλεγραφητής). Κώδικας ~ου. Βλ. τηλέτυπο.|| (ΑΡΧ.) Ακουστικός/οπτικός (: με φωτιά· βλ. φρυκτωρία)/υδραυλικός ~. [< γαλλ. télégraphe, αγγλ. telegraph] | |
| 50571 | τηλέγραφος2 | τη-λέ-γρα-φος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό (γένοςTradescantia, οικογ. Commelinaceae) με ψηλό ευλύγιστο κορμό. | |
| 50572 | τηλεγραφώ | [τηλεγραφῶ] τη-λε-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {τηλεγραφ-εί, -ώντας | τηλεγράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, σπάν. μεσοπαθ.} : στέλνω τηλεγράφημα: Του ~ησε ότι θα έρθει τον άλλο μήνα/τα συλλυπητήριά του. Η διαταγή ~ήθηκε αμέσως. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. télégraphier, αγγλ. telegraph] | |
| 50573 | τηλεδημοκρατία | τη-λε-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. ηλεκτρονική δημοκρατία. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. 2. (αρνητ. συνυποδ.) δημοκρατία στην οποία η λειτουργία των θεσμών ελέγχεται και κινητοποιείται από την τηλεόραση. [< αγγλ. teledemocracy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ