Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51100-51120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50560τηλεβαρόμετροτη-λε-βα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. πίνακας των τηλεοπτικών προγραμμάτων με βάση το ποσοστό τηλεθέασης, ο οποίος δημοσιεύεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ημερήσιο ~. Η εκπομπή είναι στην κορυφή του ~ου. Βλ. -μετρο.
50561τηλεβόαςτη-λε-βό-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. φορητή μεγαφωνική συσκευή σε σχήμα κώνου: ~ με μικρόφωνο/σειρήνα. Φώναζαν συνθήματα με τον/στον ~α. Φορτηγάκι πλανόδιου μανάβη με ~α στην οροφή. Πβ. ντουντούκα, χωνί. [< γαλλ. porte-voix, πβ. αρχ. ανθρ. Τηλεβόας]
50562τηλεβόλοτη-λε-βό-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. πυροβόλο όπλο για βολές μεγάλων αποστάσεων, κανόνι. [< αρχ. επίθ. τηλεβόλος]
50563τηλεγραμματείατη-λε-γραμ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεφωνική ή διαδικτυακή γραμματειακή υποστήριξη εταιρείας ή επαγγελματία εξ αποστάσεως: υπηρεσίες ~ας. Βλ. εικονικό γραφείο, τηλεργασία.
50564τηλεγραφείο[τηλεγραφεῖο] τη-λε-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): υπηρεσία αποστολής και παραλαβής τηλεγραφημάτων· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγαζόταν. Βλ. ταχυδρομείο, τηλεφωνείο. [< γερμ. Telegrafenamt]
50565τηλεγράφηματη-λε-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. σύντομο μήνυμα που διαβιβάζεται αυθημερόν μέσω τηλεφωνικού ή παλαιότ. τηλεγραφικού δικτύου: απόρρητο/ευχαριστήριο/συγχαρητήριο/συλληπητήριο ~. Σύμφωνα με ~ του ειδησεογραφικού πρακτορείου ... Βλ. τηλεομοιότυπο, τηλέτυπο, φαξ.|| (κατ' επέκτ., για κείμενο μικρής έκτασης) Δεν ήταν εργασία αυτό που παρέδωσες, ~ ήταν. Βλ. -γράφημα. [< πβ. γαλλ. télégramme, αγγλ. telegram]
50566τηλεγραφητήςτη-λε-γρα-φη-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.) 1. υπάλληλος τηλεγραφείου, χειριστής τηλεγράφου. 2. ΝΑΥΤ. χειριστής ασύρματου τηλεγράφου σε πλοίο. ΣΥΝ. ασυρματιστής [< γαλλ. télégraphiste, αγγλ. telegraphist]
50567τηλεγραφίατη-λε-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.) 1. ΤΗΛΕΠ. σύστημα για τη μετάδοση κωδικοποιημένων μηνυμάτων· σπανιότ. τηλεγραφική υπηρεσία: ασύρματη (= ραδιο~)/ενσύρματη/οπτική ~. ~ για ακουστική/αυτόματη λήψη. Βλ. -γραφία, τηλε-ομοιοτυπία, -φωνία. 2. κλάδος της ηλεκτρολογίας που ασχολείται με την τηλεγραφική επικοινωνία. [< γαλλ. télégraphie, αγγλ. telegraphy]
50568τηλεγραφικός, ή, ό τη-λε-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΤΗΛΕΠ. (παλαιότ.) που σχετίζεται με την τηλεγραφία ή τον τηλεγραφητή, που διαβιβάζεται με τηλεγράφημα: ~ός: στύλος. ~ή: γραμμή/διεύθυνση/επικοινωνία/σύνδεση. ~ό: δίκτυο/μήνυμα. Βλ. ραδιο~.|| ~ός: υπάλληλος.|| ~ή: διαταγή/ειδοποίηση/μεταβίβαση (: έμβασμα). ~ή εντολή πληρωμής/μεταφορά χρημάτων. 2. (μτφ.) πολύ σύντομος, περιεκτικός: ~ός: λόγος. ~ή: δήλωση/διατύπωση. ~ό: κείμενο. Με ~ό τρόπο. Πβ. επιγραμματ-, λακων-ικός, ολιγόλογος. ΑΝΤ. φλύαρος.|| (σπάν. για πρόσ.) Δεν θα μιλήσω πολύ, θα είμαι ~. ● επίρρ.: τηλεγραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεγραφικός κώδικας: ΤΗΛΕΠ. σύστημα κωδικοποίησης με χρήση συμβολικού αλφαβήτου: διεθνής ~ ~. Βλ. κώδικας μορς. [< γαλλ. télégraphique, αγγλ. telegraphic]
50569τηλεγραφόξυλοτη-λε-γρα-φό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) στύλος στήριξης των συρμάτων τηλεγραφικού δικτύου. 2. (μτφ.-ειρων., για πρόσ.) πολύ ψηλός και αδύνατος άνθρωπος. Πβ. ακρίδα, λελέκι, στέκα, ταβανόσκουπα.
50570τηλέγραφος1τη-λέ-γρα-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άφου} (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα συσκευών για εκπομπή και λήψη κωδικοποιημένων μηνυμάτων: ασύρματος/ενσύρματος/ηλεκτρικός/ναυτικός (: στα πλοία, με ειδικά σήματα) ~. ~ μορς. Χειριστής ~άφου (πβ. τηλεγραφητής). Κώδικας ~ου. Βλ. τηλέτυπο.|| (ΑΡΧ.) Ακουστικός/οπτικός (: με φωτιά· βλ. φρυκτωρία)/υδραυλικός ~. [< γαλλ. télégraphe, αγγλ. telegraph]
50571τηλέγραφος2τη-λέ-γρα-φος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό (γένοςTradescantia, οικογ. Commelinaceae) με ψηλό ευλύγιστο κορμό.
50572τηλεγραφώ[τηλεγραφῶ] τη-λε-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {τηλεγραφ-εί, -ώντας | τηλεγράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, σπάν. μεσοπαθ.} : στέλνω τηλεγράφημα: Του ~ησε ότι θα έρθει τον άλλο μήνα/τα συλλυπητήριά του. Η διαταγή ~ήθηκε αμέσως. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. télégraphier, αγγλ. telegraph]
50573τηλεδημοκρατίατη-λε-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. ηλεκτρονική δημοκρατία. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. 2. (αρνητ. συνυποδ.) δημοκρατία στην οποία η λειτουργία των θεσμών ελέγχεται και κινητοποιείται από την τηλεόραση. [< αγγλ. teledemocracy]
50575τηλεδιάγνωσητη-λε-δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξ αποστάσεως διάγνωση της κατάστασης ασθενούς, η οποία γίνεται από γιατρό με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης: εφαρμογές ~ης. Βλ. τηλεϊατρική. [< αγγλ. telediagnosis, 1961]
50576τηλεδιάσκεψητη-λε-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύσκεψη μεταξύ ατόμων ή ομάδων που βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους, η οποία πραγματοποιείται με χρήση τηλεματικών μέσων: διαδραστική/ιατρική (βλ. τηλεϊατρική) ~. Διαδικτυακές/εκπαιδευτικές (βλ. τηλεκπαίδευση) ~έψεις. Αίθουσα/εφαρμογές/κάμερα/λογισμικό/πλατφόρμα/συσκευή/σύστημα/τεχνολογίες/υπηρεσίες ~ης. Σεμινάρια/συνομιλία μέσω ~ης. ΣΥΝ. εικονοδιάσκεψη, τηλεσυνδιάσκεψη, τηλεσυνεδρίαση [< αγγλ. teleconference, 1953, teleconferencing, 1963, γαλλ. téléconférence, 1974]
50577τηλεδιαχείρισητη-λε-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. τεχνικός συνήθ. έλεγχος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών μέσων και προηγμένων υπηρεσιών, ηλεκτρονική διαχείριση: ~ δικτύων ηλεκτροφωτισμού/ύδρευσης. Σύστημα ~ης μονάδων φυσικού αερίου. Βλ. τηλε-έλεγχος, -προγραμματισμός, τηλεποπτεία. [< αγγλ. telemanagement]
50578τηλεδιδασκαλίατη-λε-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. διδασκαλία από απόσταση, συνήθ. με χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων: εικονική αίθουσα/πρόγραμμα ~ας. Πβ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθημα. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960]
50579τηλεδικαστήςτη-λε-δι-κα-στής ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): δημοσιογράφος της τηλεόρασης που συμπεριφέρεται σαν δικαστής για πρόσωπα και πράγματα του δημόσιου βίου. Πβ. τηλεεισαγγελέας. Βλ. τηλεδίκη.
50580τηλεδικείο[τηλεδικεῖο] τη-λε-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.-ειρων.): τηλεοπτική εκπομπή που καταδικάζει τις πράξεις και απόψεις των άλλων, τηλεοπτικό δικαστήριο: ~α στα δελτία ειδήσεων. Βλ. -δικείο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.