| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50575 | τηλεδιάγνωση | τη-λε-δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξ αποστάσεως διάγνωση της κατάστασης ασθενούς, η οποία γίνεται από γιατρό με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης: εφαρμογές ~ης. Βλ. τηλεϊατρική. [< αγγλ. telediagnosis, 1961] | |
| 50576 | τηλεδιάσκεψη | τη-λε-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύσκεψη μεταξύ ατόμων ή ομάδων που βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους, η οποία πραγματοποιείται με χρήση τηλεματικών μέσων: διαδραστική/ιατρική (βλ. τηλεϊατρική) ~. Διαδικτυακές/εκπαιδευτικές (βλ. τηλεκπαίδευση) ~έψεις. Αίθουσα/εφαρμογές/κάμερα/λογισμικό/πλατφόρμα/συσκευή/σύστημα/τεχνολογίες/υπηρεσίες ~ης. Σεμινάρια/συνομιλία μέσω ~ης. ΣΥΝ. εικονοδιάσκεψη, τηλεσυνδιάσκεψη, τηλεσυνεδρίαση [< αγγλ. teleconference, 1953, teleconferencing, 1963, γαλλ. téléconférence, 1974] | |
| 50577 | τηλεδιαχείριση | τη-λε-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. τεχνικός συνήθ. έλεγχος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών μέσων και προηγμένων υπηρεσιών, ηλεκτρονική διαχείριση: ~ δικτύων ηλεκτροφωτισμού/ύδρευσης. Σύστημα ~ης μονάδων φυσικού αερίου. Βλ. τηλε-έλεγχος, -προγραμματισμός, τηλεποπτεία. [< αγγλ. telemanagement] | |
| 50578 | τηλεδιδασκαλία | τη-λε-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. διδασκαλία από απόσταση, συνήθ. με χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων: εικονική αίθουσα/πρόγραμμα ~ας. Πβ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθημα. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960] | |
| 50579 | τηλεδικαστής | τη-λε-δι-κα-στής ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): δημοσιογράφος της τηλεόρασης που συμπεριφέρεται σαν δικαστής για πρόσωπα και πράγματα του δημόσιου βίου. Πβ. τηλεεισαγγελέας. Βλ. τηλεδίκη. | |
| 50580 | τηλεδικείο | [τηλεδικεῖο] τη-λε-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.-ειρων.): τηλεοπτική εκπομπή που καταδικάζει τις πράξεις και απόψεις των άλλων, τηλεοπτικό δικαστήριο: ~α στα δελτία ειδήσεων. Βλ. -δικείο. | |
| 50581 | τηλεδίκη | τη-λε-δί-κη ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): συζήτηση σε εκπομπή που έχει τη μορφή τηλεοπτικής δίκης, συχνά με αναφορές σε στοιχεία δικογραφίας: Δημοσιογράφοι που στήνουν ~ες. Βλ. τηλε-δικαστής, -εισαγγελέας. | |
| 50582 | τηλεδιόδια | τη-λε-δι-ό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ηλεκτρονικό σύστημα πληρωμής διοδίων, με χρήση ειδικής κάρτας ή πομποδέκτη που τοποθετείται στο όχημα: Ευρωπαϊκή Υπηρεσία ~ίων (ακρ. ΕΥΤ). [< γαλλ. télépéage, 1988, πβ. αγγλ. e-pass] | |
| 50583 | τηλεδιοίκηση | τη-λε-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. διαχειριστικός έλεγχος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών μέσων και προηγμένων υπηρεσιών: (συνηθέστ. για σιδηροδρομικό δίκτυο:) ~, σηματοδότηση και προστασία συρμών. Βλ. ηλεκτρονική διακυβέρνηση. [< αγγλ. teleadministration] | |
| 50584 | τηλεειδοποίηση | τη-λε-ει-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ενημέρωση μέσω τηλεφωνικού δικτύου για κλήση ή παραβίαση συστήματος, με λήψη ειδικών οπτικών και ηχητικών σημάτων: (άμεση) ~ μέσω γραπτών μηνυμάτων/κινητού τηλεφώνου. Συσκευή ~ης-τηλεχειρισμού. Υπηρεσίες ~ης. Συναγερμός αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας με ~. [< γαλλ. télésignalisation, 1966, αγγλ. paging] | |
| 50585 | τηλεεικονογραφία | τη-λε-ει-κο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): ΤΗΛΕΠ. βιντεοτέξτ. Βλ. -γραφία. | |
| 50586 | τηλεεισαγγελέας | τη-λε-ει-σαγ-γε-λέ-ας ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): δημοσιογράφος της τηλεόρασης που κατακρίνει τις πράξεις και απόψεις των άλλων, που λειτουργεί σαν εισαγγελέας: αυτόκλητοι ~είς. Δημόσιοι κατήγοροι και ~είς. Πβ. τηλεδικαστής. Βλ. τηλεδίκη. | |
| 50587 | τηλεεκπαίδευση | βλ. τηλεκπαίδευση | |
| 50588 | τηλεέλεγχος | τη-λε-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) & τηλέλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. έλεγχος χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων: ~ δικτύων ύδρευσης/εγκαταστάσεων. Λογισμικό/μονάδα/υπηρεσίες ~ου. Βλ. τηλε-διαχείριση, -χειρισμός. ΣΥΝ. τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπίβλεψη, τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< αγγλ. remote control, 1903, telecontrol, 1933] | |
| 50589 | τηλεεμπόριο | βλ. τηλεμπόριο | |
| 50590 | τηλεεπιμόρφωση | βλ. τηλεπιμόρφωση | |
| 50591 | τηλεεργασία | βλ. τηλεργασία | |
| 50592 | τηλεθέαση | τη-λε-θέ-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΟΡ. το ποσοστό των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή ή έναν τηλεοπτικό σταθμό: συνολική ~. ~ μέσου λεπτού. Δείκτες/μερίδιο/μέσος όρος (= μέση ~)/ρεκόρ ~ης. Μηχανάκια/σύστημα μέτρησης (της) ~ης. Άνοδος/αύξηση/πτώση της ~ης. Η μάχη της ~ης. Στον βωμό της ~ης. Πρωινάδικο με μεγάλη/μειωμένη/χαμηλή ~. Ζώνη υψηλής ~ης (: πράιμ τάιμ). Το δελτίο ειδήσεων δεν είχε ~. Η σειρά ανέβασε/εκτίναξε/εκτόξευσε την ~ του καναλιού στα ύψη. Το ... % άγγιξε/έφτασε η ~ του ντέρμπι. Η συνέντευξη έσκισε/ήρθε πρώτη/σάρωσε/χτύπησε κόκκινο σε ~. Πβ. θεαματικότητα. Βλ. ακροαματικότητα, τηλεμερίδιο. 2. (σπάν.) παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων: ζώνη παιδικής ~ης. Πβ. τηλοψία. [< αγγλ. television viewing] | |
| 50593 | τηλεθεατής, τηλεθεάτρια | τη-λε-θε-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. θεατής τηλεοπτικής εκπομπής: απαιτητικός/εθισμένος/μέσος/παθητικός/τακτικός ~. Φανατικός ~ μιας σειράς. Ενημέρωση/παραπλάνηση/πλύση εγκεφάλου/χειραγώγηση των ~ών. Παράπονα και καταγγελίες ~ών. Τηλεφωνήματα από ~ές (στο κανάλι). Εκπομπή που σέβεται τον ~ή. Σειρά που βρίσκεται ψηλά στις προτιμήσεις των ~ών. Βλ. ακροατής, αναγνώστης. [< γαλλ. téléspectateur, 1947] | |
| 50594 | τηλεθεραπεία | τη-λε-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ακτινοθεραπεία που χρησιμοποιεί πηγή ακτινοβολίας η οποία βρίσκεται σε απόσταση από τον ασθενή, εξωτερική ακτινοβόληση: ~ με επιταχυντές/κλειστές πηγές. Μηχάνημα ~ας κοβαλτίου. Βλ. βραχυθεραπεία. 2. παροχή ιατρικής φροντίδας σε ασθενή από απομακρυσμένο ιατρικό κέντρο. Βλ. -θεραπεία, τηλε-διάγνωση, -ϊατρική. [< 1: αγγλ. teletherapy, 1913] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ