Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51120-51140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50581τηλεδίκητη-λε-δί-κη ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): συζήτηση σε εκπομπή που έχει τη μορφή τηλεοπτικής δίκης, συχνά με αναφορές σε στοιχεία δικογραφίας: Δημοσιογράφοι που στήνουν ~ες. Βλ. τηλε-δικαστής, -εισαγγελέας.
50582τηλεδιόδιατη-λε-δι-ό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ηλεκτρονικό σύστημα πληρωμής διοδίων, με χρήση ειδικής κάρτας ή πομποδέκτη που τοποθετείται στο όχημα: Ευρωπαϊκή Υπηρεσία ~ίων (ακρ. ΕΥΤ). [< γαλλ. télépéage, 1988, πβ. αγγλ. e-pass]
50583τηλεδιοίκησητη-λε-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. διαχειριστικός έλεγχος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών μέσων και προηγμένων υπηρεσιών: (συνηθέστ. για σιδηροδρομικό δίκτυο:) ~, σηματοδότηση και προστασία συρμών. Βλ. ηλεκτρονική διακυβέρνηση. [< αγγλ. teleadministration]
50584τηλεειδοποίησητη-λε-ει-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ενημέρωση μέσω τηλεφωνικού δικτύου για κλήση ή παραβίαση συστήματος, με λήψη ειδικών οπτικών και ηχητικών σημάτων: (άμεση) ~ μέσω γραπτών μηνυμάτων/κινητού τηλεφώνου. Συσκευή ~ης-τηλεχειρισμού. Υπηρεσίες ~ης. Συναγερμός αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας με ~. [< γαλλ. télésignalisation, 1966, αγγλ. paging]
50585τηλεεικονογραφίατη-λε-ει-κο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): ΤΗΛΕΠ. βιντεοτέξτ. Βλ. -γραφία.
50586τηλεεισαγγελέαςτη-λε-ει-σαγ-γε-λέ-ας ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): δημοσιογράφος της τηλεόρασης που κατακρίνει τις πράξεις και απόψεις των άλλων, που λειτουργεί σαν εισαγγελέας: αυτόκλητοι ~είς. Δημόσιοι κατήγοροι και ~είς. Πβ. τηλεδικαστής. Βλ. τηλεδίκη.
50587τηλεεκπαίδευσηβλ. τηλεκπαίδευση
50588τηλεέλεγχοςτη-λε-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) & τηλέλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. έλεγχος χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων: ~ δικτύων ύδρευσης/εγκαταστάσεων. Λογισμικό/μονάδα/υπηρεσίες ~ου. Βλ. τηλε-διαχείριση, -χειρισμός. ΣΥΝ. τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπίβλεψη, τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< αγγλ. remote control, 1903, telecontrol, 1933]
50589τηλεεμπόριοβλ. τηλεμπόριο
50590τηλεεπιμόρφωσηβλ. τηλεπιμόρφωση
50591τηλεεργασίαβλ. τηλεργασία
50592τηλεθέασητη-λε-θέ-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΟΡ. το ποσοστό των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή ή έναν τηλεοπτικό σταθμό: συνολική ~. ~ μέσου λεπτού. Δείκτες/μερίδιο/μέσος όρος (= μέση ~)/ρεκόρ ~ης. Μηχανάκια/σύστημα μέτρησης (της) ~ης. Άνοδος/αύξηση/πτώση της ~ης. Η μάχη της ~ης. Στον βωμό της ~ης. Πρωινάδικο με μεγάλη/μειωμένη/χαμηλή ~. Ζώνη υψηλής ~ης (: πράιμ τάιμ). Το δελτίο ειδήσεων δεν είχε ~. Η σειρά ανέβασε/εκτίναξε/εκτόξευσε την ~ του καναλιού στα ύψη. Το ... % άγγιξε/έφτασε η ~ του ντέρμπι. Η συνέντευξη έσκισε/ήρθε πρώτη/σάρωσε/χτύπησε κόκκινο σε ~. Πβ. θεαματικότητα. Βλ. ακροαματικότητα, τηλεμερίδιο. 2. (σπάν.) παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων: ζώνη παιδικής ~ης. Πβ. τηλοψία. [< αγγλ. television viewing]
50593τηλεθεατής, τηλεθεάτριατη-λε-θε-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. θεατής τηλεοπτικής εκπομπής: απαιτητικός/εθισμένος/μέσος/παθητικός/τακτικός ~. Φανατικός ~ μιας σειράς. Ενημέρωση/παραπλάνηση/πλύση εγκεφάλου/χειραγώγηση των ~ών. Παράπονα και καταγγελίες ~ών. Τηλεφωνήματα από ~ές (στο κανάλι). Εκπομπή που σέβεται τον ~ή. Σειρά που βρίσκεται ψηλά στις προτιμήσεις των ~ών. Βλ. ακροατής, αναγνώστης. [< γαλλ. téléspectateur, 1947]
50594τηλεθεραπείατη-λε-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ακτινοθεραπεία που χρησιμοποιεί πηγή ακτινοβολίας η οποία βρίσκεται σε απόσταση από τον ασθενή, εξωτερική ακτινοβόληση: ~ με επιταχυντές/κλειστές πηγές. Μηχάνημα ~ας κοβαλτίου. Βλ. βραχυθεραπεία. 2. παροχή ιατρικής φροντίδας σε ασθενή από απομακρυσμένο ιατρικό κέντρο. Βλ. -θεραπεία, τηλε-διάγνωση, -ϊατρική. [< 1: αγγλ. teletherapy, 1913]
50595τηλεθέρμανσητη-λε-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογία παροχής θερμότητας με τη μορφή ζεστού νερού μέσω δικτύου μονωμένων αγωγών· συνεκδ. το συγκεκριμένο σύστημα θέρμανσης ή οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις: ~ οικισμού/πόλεων. Με την ~ εξοικονομείται ενέργεια. [< αγγλ. tele-heating, γερμ. Fernheizung]
50596τηλεϊατρικήτη-λε-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. παροχή ιατρικών υπηρεσιών από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών και τηλεματικών εφαρμογών: δίκτυο/δορυφορικό σύστημα/λογισμικό/μηχανήματα/περιφερειακές μονάδες/πιλοτικό πρόγραμμα ~ής. Bλ. -ιατρική, τηλε-διάγνωση, -θεραπεία. [< αγγλ. telemedicine, 1968, γαλλ. télémedicine, 1985]
50597τηλεϊατρικός, ή, ό τη-λε-ϊ-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τηλεϊατρική: ~ή: παρακολούθηση. ~ό: δίκτυο/σύστημα. ~ές: εφαρμογές/υπηρεσίες. Βλ. -ιατρικός.
50598τηλεκαθίσματατη-λε-κα-θί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): εναέρια καθίσματα που μετακινούνται πάνω σε σύρματα για τη μεταφορά ατόμων σε χιονοδρομικό κέντρο. Bλ. τελε-σκί, -φερίκ, τηλεκαμπίνα. [< γαλλ. télésièges, 1948]
50599τηλεκαθοδήγησητη-λε-κα-θο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεκατεύθυνση.
50600τηλεκάμερατη-λε-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. συσκευή λήψης εικόνων σε κίνηση ή παρακολούθησης χώρου: ~ες υψηλής ανάλυσης/χαμηλού φωτισμού. Οι ~ες των δρόμων.|| Ενεργοποίηση ~ας. ~ες υπέρυθρων ακτίνων. Η είσοδος του κτιρίου ελέγχεται από ~ες. Βλ. αισθητήρας, κρυφή κάμερα. 2. τηλεοπτική κάμερα. [< αγγλ. tele-camera 2: αγγλ. TV camera]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.