| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50595 | τηλεθέρμανση | τη-λε-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογία παροχής θερμότητας με τη μορφή ζεστού νερού μέσω δικτύου μονωμένων αγωγών· συνεκδ. το συγκεκριμένο σύστημα θέρμανσης ή οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις: ~ οικισμού/πόλεων. Με την ~ εξοικονομείται ενέργεια. [< αγγλ. tele-heating, γερμ. Fernheizung] | |
| 50596 | τηλεϊατρική | τη-λε-ϊ-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. παροχή ιατρικών υπηρεσιών από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών και τηλεματικών εφαρμογών: δίκτυο/δορυφορικό σύστημα/λογισμικό/μηχανήματα/περιφερειακές μονάδες/πιλοτικό πρόγραμμα ~ής. Bλ. -ιατρική, τηλε-διάγνωση, -θεραπεία. [< αγγλ. telemedicine, 1968, γαλλ. télémedicine, 1985] | |
| 50597 | τηλεϊατρικός | , ή, ό τη-λε-ϊ-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τηλεϊατρική: ~ή: παρακολούθηση. ~ό: δίκτυο/σύστημα. ~ές: εφαρμογές/υπηρεσίες. Βλ. -ιατρικός. | |
| 50598 | τηλεκαθίσματα | τη-λε-κα-θί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): εναέρια καθίσματα που μετακινούνται πάνω σε σύρματα για τη μεταφορά ατόμων σε χιονοδρομικό κέντρο. Bλ. τελε-σκί, -φερίκ, τηλεκαμπίνα. [< γαλλ. télésièges, 1948] | |
| 50599 | τηλεκαθοδήγηση | τη-λε-κα-θο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεκατεύθυνση. | |
| 50600 | τηλεκάμερα | τη-λε-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. συσκευή λήψης εικόνων σε κίνηση ή παρακολούθησης χώρου: ~ες υψηλής ανάλυσης/χαμηλού φωτισμού. Οι ~ες των δρόμων.|| Ενεργοποίηση ~ας. ~ες υπέρυθρων ακτίνων. Η είσοδος του κτιρίου ελέγχεται από ~ες. Βλ. αισθητήρας, κρυφή κάμερα. 2. τηλεοπτική κάμερα. [< αγγλ. tele-camera 2: αγγλ. TV camera] | |
| 50601 | τηλεκαμπίνα | τη-λε-κα-μπί-να ουσ. (θηλ.): εναέριος θάλαμος αναρτημένος από καλώδιο, για μεταφορά ατόμων σε μεγάλο υψόμετρο· γενικότ. τελεφερίκ χιονοδρομικού κέντρου: ανάβαση στο βουνό με ~. Πβ. αναβατήρας. Βλ. τελεσκί, τηλεκαθίσματα. [< γαλλ. télécabine, περ. 1950] | |
| 50602 | τηλεκανίβαλος | τη-λε-κα-νί-βα-λος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο της τηλεόρασης χωρίς ηθικούς φραγμούς· τηλεοπτικός κανίβαλος. | |
| 50603 | τηλεκαρδιογράφος | τη-λε-καρ-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή διαβίβασης καρδιογραφημάτων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, με χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων. Βλ. -γράφος, τηλεϊατρική. | |
| 50604 | τηλεκαρδιολογία | τη-λε-καρ-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπαρακολούθηση ασθενών με καρδιολογικά προβλήματα και μετάδοση καρδιογραφημάτων και άλλων διαγνωστικών στοιχείων με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεματικών τεχνολογιών. [< αγγλ. telecardiology] | |
| 50605 | τηλεκάρτα | τη-λε-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάρτα προπληρωμένου χρόνου ομιλίας με τσιπ, για κλήσεις από καρτοτηλέφωνο: συλλεκτικές ~ες. Η ~ μου δεν έχει μονάδες. Βλ. χρονοκάρτα. [< γαλλ. télécarte, 1984] | |
| 50606 | τηλεκατάρτιση | τη-λε-κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση ή επιμόρφωση από απόσταση, στον χώρο εργασίας του εκπαιδευόμενου ή κατ' οίκον, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ εργαζομένων/στελεχών εταιρείας. ~ μέσω του διαδικτύου. ~ σε βασικές δεξιότητες Πληροφορικής. Κέντρο/πρόγραμμα/σύστημα/σχεδίαση (περιβαλλόντων) ~ης. Πβ. τηλ-εκπαίδευση, -επιμόρφωση. [< αγγλ. teletraining] | |
| 50607 | τηλεκατευθυνόμενος | , η, ο τη-λε-κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα ή μηχανισμό) του οποίου η κίνηση ή η λειτουργία ρυθμίζεται από μακριά με τηλεχειρισμό: ~ος: πύραυλος. ~η: βόμβα/κάμερα. ~ο: αυτοκινητάκι/βλήμα/ρομπότ/υποβρύχιο. Εκπαιδευτικό ~ο αεροπλάνο/ελικόπτερο. Βενζινοκίνητο ~ο σκάφος.|| ~ος: μοντελισμός. Πβ. τηλεχειριζόμενος. 2. (μτφ.-μειωτ.) ελεγχόμενος, καθοδηγούμενος, συνήθ. από ξένα κέντρα: ~η: δημοκρατία/δημοσιογραφία.|| (για πρόσ.) ~α: άτομα (πβ. πιόνι, υποχείριο).|| (σπάν.) που κατευθύνεται από την τηλεόραση. ● Ουσ.: τηλεκατευθυνόμενο (το): ενν. παιχνίδι ή μικρό μοντέλο οχήματος: αγωνιστικό ~. ~ με μπαταρίες. Παίζει με ~α. [< αγγλ. teleguided, 1964, γαλλ. téléguidé 1: 1947 2: περ. 1965] | |
| 50608 | τηλεκατεύθυνση | τη-λε-κα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος της κίνησης οχήματος ή της λειτουργίας μηχανισμού από απόσταση· συνεκδ. η συσκευή ή το σύστημα χειρισμού του: ασύρματη ~. Πβ. τηλεχειρισμός. ΣΥΝ. τηλεκαθοδήγηση [< αγγλ. teleguidance, 1954, γαλλ. téléguidage, 1949] | |
| 50609 | τηλεκείμενο | τη-λε-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. τελετέξτ. | |
| 50610 | τηλεκειμενογραφία | τη-λε-κει-με-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. τελετέξτ. Βλ. -γραφία. | |
| 50611 | τηλεκέντρο | τη-λε-κέ-ντρο ουσ. (ουδ.): οργανωμένος δημόσιος χώρος στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα στο κοινό να έχει πρόσβαση σε υπολογιστές, στο διαδίκτυο και γενικότ. σε ψηφιακές τεχνολογίες· ειδικότ. κέντρο τηλεργασίας: πιλοτικό ~. Βλ. τηλεσταθμός. [< αγγλ. telecenter] | |
| 50612 | τηλεκίνηση & τηλεκινησία | τη-λε-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) μετακίνηση ή αλλοίωση αντικειμένων με τη σκέψη, χωρίς φυσική επαφή. Βλ. αυθυποβολή, μεταφυσική, τηλεπάθεια. ΣΥΝ. ψυχοκίνηση [< γερμ. Telekinese, γαλλ. télékinésie] | |
| 50613 | τηλεκινητικός | , ή, ό τη-λε-κι-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τηλεκίνηση: ~ή: ενέργεια. ~ές: δυνάμεις. Βλ. μεταφυσ-, τηλεπαθητ-ικός. ● επίρρ.: τηλεκινητικά [< γερμ. telekinetisch] | |
| 50614 | τηλεκοντρόλ | τη-λε-κο-ντρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεχειριστήριο. [< αγγλ. telecontrol, 1929] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ