Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51140-51160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50601τηλεκαμπίνατη-λε-κα-μπί-να ουσ. (θηλ.): εναέριος θάλαμος αναρτημένος από καλώδιο, για μεταφορά ατόμων σε μεγάλο υψόμετρο· γενικότ. τελεφερίκ χιονοδρομικού κέντρου: ανάβαση στο βουνό με ~. Πβ. αναβατήρας. Βλ. τελεσκί, τηλεκαθίσματα. [< γαλλ. télécabine, περ. 1950]
50602τηλεκανίβαλοςτη-λε-κα-νί-βα-λος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο της τηλεόρασης χωρίς ηθικούς φραγμούς· τηλεοπτικός κανίβαλος.
50603τηλεκαρδιογράφοςτη-λε-καρ-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή διαβίβασης καρδιογραφημάτων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, με χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων. Βλ. -γράφος, τηλεϊατρική.
50604τηλεκαρδιολογίατη-λε-καρ-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπαρακολούθηση ασθενών με καρδιολογικά προβλήματα και μετάδοση καρδιογραφημάτων και άλλων διαγνωστικών στοιχείων με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεματικών τεχνολογιών. [< αγγλ. telecardiology]
50605τηλεκάρτατη-λε-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάρτα προπληρωμένου χρόνου ομιλίας με τσιπ, για κλήσεις από καρτοτηλέφωνο: συλλεκτικές ~ες. Η ~ μου δεν έχει μονάδες. Βλ. χρονοκάρτα. [< γαλλ. télécarte, 1984]
50606τηλεκατάρτισητη-λε-κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση ή επιμόρφωση από απόσταση, στον χώρο εργασίας του εκπαιδευόμενου ή κατ' οίκον, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ εργαζομένων/στελεχών εταιρείας. ~ μέσω του διαδικτύου. ~ σε βασικές δεξιότητες Πληροφορικής. Κέντρο/πρόγραμμα/σύστημα/σχεδίαση (περιβαλλόντων) ~ης. Πβ. τηλ-εκπαίδευση, -επιμόρφωση. [< αγγλ. teletraining]
50607τηλεκατευθυνόμενος, η, ο τη-λε-κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα ή μηχανισμό) του οποίου η κίνηση ή η λειτουργία ρυθμίζεται από μακριά με τηλεχειρισμό: ~ος: πύραυλος. ~η: βόμβα/κάμερα. ~ο: αυτοκινητάκι/βλήμα/ρομπότ/υποβρύχιο. Εκπαιδευτικό ~ο αεροπλάνο/ελικόπτερο. Βενζινοκίνητο ~ο σκάφος.|| ~ος: μοντελισμός. Πβ. τηλεχειριζόμενος. 2. (μτφ.-μειωτ.) ελεγχόμενος, καθοδηγούμενος, συνήθ. από ξένα κέντρα: ~η: δημοκρατία/δημοσιογραφία.|| (για πρόσ.) ~α: άτομα (πβ. πιόνι, υποχείριο).|| (σπάν.) που κατευθύνεται από την τηλεόραση. ● Ουσ.: τηλεκατευθυνόμενο (το): ενν. παιχνίδι ή μικρό μοντέλο οχήματος: αγωνιστικό ~. ~ με μπαταρίες. Παίζει με ~α. [< αγγλ. teleguided, 1964, γαλλ. téléguidé 1: 1947 2: περ. 1965]
50608τηλεκατεύθυνσητη-λε-κα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος της κίνησης οχήματος ή της λειτουργίας μηχανισμού από απόσταση· συνεκδ. η συσκευή ή το σύστημα χειρισμού του: ασύρματη ~. Πβ. τηλεχειρισμός. ΣΥΝ. τηλεκαθοδήγηση [< αγγλ. teleguidance, 1954, γαλλ. téléguidage, 1949]
50609τηλεκείμενοτη-λε-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. τελετέξτ.
50610τηλεκειμενογραφίατη-λε-κει-με-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. τελετέξτ. Βλ. -γραφία.
50611τηλεκέντροτη-λε-κέ-ντρο ουσ. (ουδ.): οργανωμένος δημόσιος χώρος στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα στο κοινό να έχει πρόσβαση σε υπολογιστές, στο διαδίκτυο και γενικότ. σε ψηφιακές τεχνολογίες· ειδικότ. κέντρο τηλεργασίας: πιλοτικό ~. Βλ. τηλεσταθμός. [< αγγλ. telecenter]
50612τηλεκίνηση & τηλεκινησίατη-λε-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) μετακίνηση ή αλλοίωση αντικειμένων με τη σκέψη, χωρίς φυσική επαφή. Βλ. αυθυποβολή, μεταφυσική, τηλεπάθεια. ΣΥΝ. ψυχοκίνηση [< γερμ. Telekinese, γαλλ. télékinésie]
50613τηλεκινητικός, ή, ό τη-λε-κι-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τηλεκίνηση: ~ή: ενέργεια. ~ές: δυνάμεις. Βλ. μεταφυσ-, τηλεπαθητ-ικός. ● επίρρ.: τηλεκινητικά [< γερμ. telekinetisch]
50614τηλεκοντρόλτη-λε-κο-ντρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεχειριστήριο. [< αγγλ. telecontrol, 1929]
50615τηλεκπαίδευσητη-λεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τηλεεκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση από απόσταση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων: ~ μέσω διαδικτύου/τηλεδιάσκεψης. Αίθουσα (πβ. τηλετάξη)/πλατφόρμα/πρόγραμμα/τμήμα/υπηρεσίες ~ης. Πβ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -μάθηση, τηλεπιμόρφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη τηλεκπαίδευση & ασύγχρονη εκπαίδευση: χωρίς ταυτόχρονη παρουσία εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων στον ίδιο χώρο την ίδια χρονική στιγμή: ομάδα/πλατφόρμα ~ης ~ης., σύγχρονη τηλεκπαίδευση: με ταυτόχρονη συμμετοχή εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτή και επικοινωνία συνήθ. μέσω διαδικτύου: (εικονική) αίθουσα/συνεδρίες ~ης ~ης. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960]
50616τηλεκπαιδευτικός, ή, ό τη-λεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεκπαίδευση: ~ές: εφαρμογές/μεθόδοι/υπηρεσίες.
50617τηλεκριτικήτη-λε-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. κριτική τηλεοπτικών προγραμμάτων που δημοσιεύεται σε έντυπο, κυρ. εφημερίδα ή περιοδικό: στήλη ~ής. 2. τηλεοπτικός σχολιασμός: ~ διαιτησίας (αγώνα). Οι δηλώσεις του έγιναν αντικείμενο ~ής.
50618τηλεκριτικόςτη-λε-κρι-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επαγγελματίας, συνήθ. δημοσιογράφος, που γράφει τηλεκριτικές: ~ της εφημερίδας. 2. τηλεοπτικός σχολιαστής: ~ διαιτησίας (: σε αθλητική εκπομπή).
50619τηλέλεγχοςβλ. τηλεέλεγχος
50620τηλεμάγειραςτη-λε-μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας σεφ που παρουσιάζει εκπομπή μαγειρικής στην τηλεόραση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.