| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50615 | τηλεκπαίδευση | τη-λεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τηλεεκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση από απόσταση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων: ~ μέσω διαδικτύου/τηλεδιάσκεψης. Αίθουσα (πβ. τηλετάξη)/πλατφόρμα/πρόγραμμα/τμήμα/υπηρεσίες ~ης. Πβ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -μάθηση, τηλεπιμόρφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη τηλεκπαίδευση & ασύγχρονη εκπαίδευση: χωρίς ταυτόχρονη παρουσία εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων στον ίδιο χώρο την ίδια χρονική στιγμή: ομάδα/πλατφόρμα ~ης ~ης., σύγχρονη τηλεκπαίδευση: με ταυτόχρονη συμμετοχή εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτή και επικοινωνία συνήθ. μέσω διαδικτύου: (εικονική) αίθουσα/συνεδρίες ~ης ~ης. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960] | |
| 50616 | τηλεκπαιδευτικός | , ή, ό τη-λεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεκπαίδευση: ~ές: εφαρμογές/μεθόδοι/υπηρεσίες. | |
| 50617 | τηλεκριτική | τη-λε-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. κριτική τηλεοπτικών προγραμμάτων που δημοσιεύεται σε έντυπο, κυρ. εφημερίδα ή περιοδικό: στήλη ~ής. 2. τηλεοπτικός σχολιασμός: ~ διαιτησίας (αγώνα). Οι δηλώσεις του έγιναν αντικείμενο ~ής. | |
| 50618 | τηλεκριτικός | τη-λε-κρι-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επαγγελματίας, συνήθ. δημοσιογράφος, που γράφει τηλεκριτικές: ~ της εφημερίδας. 2. τηλεοπτικός σχολιαστής: ~ διαιτησίας (: σε αθλητική εκπομπή). | |
| 50619 | τηλέλεγχος | βλ. τηλεέλεγχος | |
| 50620 | τηλεμάγειρας | τη-λε-μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας σεφ που παρουσιάζει εκπομπή μαγειρικής στην τηλεόραση. | |
| 50621 | τηλεμαγκαζίνο | τη-λε-μα-γκα-ζί-νο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτικό μαγκαζίνο. | |
| 50622 | τηλεμάθημα | τη-λε-μά-θη-μα ουσ. (ουδ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. διδασκαλία ενός αντικειμένου εξ αποστάσεως με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: σειρά ~άτων στο διαδίκτυο. Πβ. τηλεδιδασκαλία. ΣΥΝ. τηλεσυνεδρία (3) | |
| 50623 | τηλεμάθηση | τη-λε-μά-θη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. μάθηση από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. Πβ. τηλεκπαίδευση. | |
| 50624 | τηλεμαϊντανός | τη-λε-μα-ϊ-ντα-νός ουσ. (αρσ.) (ειρων.): τηλεοπτικός μαϊντανός, επώνυμος που εμφανίζεται πολύ συχνά σε τηλεοπτικές εκπομπές ως προσκεκλημένος ή/και σχολιαστής. Πβ. μαϊντανός, παραθυράκιας, τηλεπερσόνα. Βλ. γλάστρα. | |
| 50625 | τηλεμαραθώνιος | τη-λε-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΟΡ. εκπομπή μεγάλης διάρκειας σε απευθείας μετάδοση, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων από τηλεθεατές, για την υλοποίηση ή ενίσχυση σημαντικού φιλανθρωπικού ή κοινωνικού έργου: διακαναλικός ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανθρωπιάς/ελπίδας/ζωής. Παγκόσμιος ~ κατά του υποσιτισμού. Βλ. ραδιομαραθώνιος.|| (γενικότ.-ειρων., για πολύωρο τηλεοπτικό πρόγραμμα:) Αυτό δεν είναι σόου, είναι ~! [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. telethon < tele(vision) + (Mara)thon, 1949, γαλλ. telethon, 1987] | |
| 50626 | τηλεμάρκετινγκ | τη-λε-μάρ-κε-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εμπορική προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών μέσω τηλεφώνου,τηλεόρασης ή ηλεκτρονικού μέσου επικοινωνίας, με διαφημίσεις και ειδικές εκπομπές. Βλ. άμεσο μάρκετινγκ. ΣΥΝ. τηλεπροώθηση [< αγγλ. telemarketing, 1980] | |
| 50627 | τηλεματική | τη-λε-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των εφαρμογών που βασίζονται στη συνδυασμένη χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: ιατρική ~. Η ~ στην εκπαίδευση/στις μεταφορές/στην υγεία. Δίκτυα/συστήματα/υπηρεσίες ~ής. Πβ. τηλεπληροφορική. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. [< γαλλ. télématique, 1977 < télé(communication) + (infor)matique, αγγλ. telematics, 1978] | |
| 50628 | τηλεματικός | , ή, ό τη-λε-μα-τι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την τηλεματική: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: διαχείριση (υδάτινων πόρων)/δικτύωση/επικοινωνία/παρακολούθηση (οχημάτων). ~ό: δίκτυο/κέντρο/σύστημα (παροχής πληροφοριών). ~ές: εφαρμογές/υπηρεσίες/τεχνολογίες. ~ά: μέσα. ● επίρρ.: τηλεματικά [< αγγλ. telematic, 1979, γαλλ. télématique, 1977] | |
| 50629 | τηλεμαχία | τη-λε-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτικό ντιμπέιτ. Βλ. -μαχία. | |
| 50630 | τηλεμερίδιο | τη-λε-με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. το ποσοστό τηλεθέασης μιας εκπομπής σε σχέση με τις άλλες που μεταδίδονται την ίδια ώρα στα υπόλοιπα κανάλια. | |
| 50631 | τηλεμετάδοση | τη-λε-με-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. μεταφορά δεδομένων με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ εκπαιδευτικού υλικού/μαθημάτων/οπτικοακουστικών προγραμμάτων/σημάτων. Σύστημα ~ης εικόνας. Ανακοίνωση με ~ μέσω διαδικτύου. 2. ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτική μετάδοση. | |
| 50632 | τηλεμεταφέρω | τη-λε-με-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {τηλεμετέφερ-ε, τηλεμεταφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. (σε έργα επιστημονικής φαντασίας) μεταφέρω αυτόματα άτομο ή αντικείμενο σε άλλο χώρο ή χρόνο, με μη συμβατικά μέσα. ΣΥΝ. διακτινίζω 2. ΦΥΣ. (στην κβαντομηχανική) μεταβιβάζω πληροφορίες για τη δομή της ύλης, ώστε να δημιουργήσω πανομοιότυπο αντίγραφο σε άλλη θέση. Βλ. εξαϋλώνω. [< 1: αμερικ. teleport, 1931] | |
| 50633 | τηλεμεταφορά | τη-λε-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τηλεμεταφέρω: (σε έργα επιστημονικής φαντασίας) μηχανή/συσκευή ~άς. Πβ. διακτινισμός.|| (ΦΥΣ.) Κβαντική ~. ~ ενέργειας/φωτονίων. Πείραμα ~άς. Βλ. εξαΰλωση. [< αμερικ. teleportation, 1931, γαλλ. téléportation, 1970] | |
| 50634 | τηλεμέτρηση | τη-λε-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συλλογή και μεταφορά των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης σε απομακρυσμένο σημείο με χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών: ~ εκπομπής ρύπων από οχήματα. Υπηρεσία ~ης της κατανάλωσης φυσικού αερίου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ καρδιακών παλμών. ΣΥΝ. τηλεμετρία (1) 2. μέτρηση της τηλεθέασης: εταιρεία ~ήσεων. Βλ. -μέτρηση. [< 1: γαλλ. télémesure, 1949, αγγλ. telemetry] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ