Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51160-51180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50635τηλεμετρητήςτη-λε-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή τηλεμέτρησης: ψηφιακοί ~ές (ηλεκτρικού) ρεύματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σακχάρου. 2. (σπανιότ.) μετρητής τηλεθέασης. Βλ. -μετρητής. ΣΥΝ. μηχανάκι (2) [< 1: αγγλ. telemeter, 1929]
50636τηλεμετρίατη-λε-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. τηλεμέτρηση: ασύρματη/δορυφορική ~. Εφαρμογές/συσκευή/σύστημα/υπηρεσίες ~ας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπονδυλικής στήλης (: μέθοδος καταγραφής, μέτρησης και αξιολόγησης της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης μέσω ενός σαρωτή). 2. (σπανιότ.) υπολογισμός αποστάσεων με τηλέμετρο: ~ λέιζερ. Βλ. -μετρία. [< 1: γαλλ. télémesure, 1949, αγγλ. telemetry 2: γαλλ. télémétrie]
50637τηλεμετρικός, ή, ό τη-λε-με-τρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεμετρία ή το τηλέμετρο: ~ός: έλεγχος/(μετεωρολογικός) σταθμός. ~ή: διαχείριση/μεταφορά δεδομένων/φωτογραφική μηχανή. ~ό: δίκτυο/σύστημα. [< γαλλ. télémétrique, αγγλ. telemetric(al)]
50638τηλέμετροτη-λέ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της απόστασης μεταξύ δύο σημείων με ακουστικές, οπτικές ή ραδιοηλεκτρικές μεθόδους: ηλεκτρονικό/τοπογραφικό ~. Ψηφιακά ~α (με) λέιζερ.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Εστίαση/φωτογραφική μηχανή με ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. αποστασιόμετρο [< γαλλ. télémètre, αγγλ. telemeter]
50639τηλεμπόριοτη-λε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τηλεεμπόριο: πωλήσεις προϊόντων μέσω τηλεφώνου, τηλεοπτικής εκπομπής ή διαδικτύου· ηλεκτρονικό εμπόριο. Βλ. -εμπόριο, τηλεαγορά. [< αγγλ. telecommerce]
50640τηλενημέρωσητη-λε-νη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ενημέρωση με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. 2. (προφ.-συχνά ειρων.) τηλεοπτική ενημέρωση.
50641τηλενοσηλευτικήτη-λε-νο-ση-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών.
50642τηλενουβέλατη-λε-νου-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. σειρά, συνήθ. καθημερινή, λατινοαμερικάνικης κυρ. παραγωγής, με αισθηματικό περιεχόμενο, αργή πλοκή και μεγάλο αριθμό επεισοδίων: βραζιλιάνικη/μεξικάνικη/μεταγλωττισμένη ~. Πβ. σαπουνόπερα. [< αμερικ. telenovela, 1961 < ισπ. ~, περ. 1975, ιταλ. ~, 1983]
50643τηλεξυπηρέτησητη-λε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική ή ηλεκτρονική εξυπηρέτηση του κοινού: κέντρο ~ης δημοτών/καταναλωτών. Τράπεζα με (εικοσιτετράωρη) υπηρεσία αυτόματης ~ης. [< αγγλ. teleservice]
50644τηλεομοιοτυπίατη-λε-ο-μοι-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τεχνολογία αποστολής και λήψης κειμένου ή εικόνας μέσω ειδικής συσκευής συνδεδεμένης με το τηλεφωνικό δίκτυο· συνεκδ. τηλεομοιότυπο: σύστημα ~ας. Διακίνηση εγγράφων με ~. Πβ. (τέλε)φαξ. Βλ. -τυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. [< αγγλ. telefacsimile, 1967]
50645τηλεομοιοτυπικός, ή, ό τη-λε-ο-μοι-ο-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με την τηλεομοιοτυπία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: συσκευή. ~ό: μηχάνημα (= φαξ).|| ~ή: διαβίβαση/επιστολή/υπηρεσία. ~ό: μήνυμα. Βλ. τηλετυπικός. ● Ουσ.: τηλεομοιοτυπικό (το): τηλεομοιότυπο. ● επίρρ.: τηλεομοιοτυπικά
50646τηλεομοιότυποτη-λε-ο-μοι-ό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ύπου} (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή φαξ. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπικό
50647τηλεοπτικοποίησητη-λε-ο-πτι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μετατροπή σοβαρού συνήθ. θέματος σε τηλεοπτικό θέαμα: ~ της πολιτικής.
50648τηλεοπτικός, ή, ό τη-λε-ο-πτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την τηλεόραση, τη λειτουργία της και ό,τι αυτή προβάλλει: ~ός: δίαυλος/εξοπλισμός/μετατροπέας/πομπός/πύργος/σταθμός (πβ. τηλεσταθμός). ~ό: γύρισμα/δίκτυο/κανάλι/πλατό/σήμα/στούντιο. ~ές: συχνότητες. Συνελήφθη από τον ~ό φακό την ώρα που ... Απέφυγε να μιλήσει μπροστά στις ~ές κάμερες (πβ. τηλεκάμερα).|| ~ός: αστέρας (= τηλεαστέρας)/ηθοποιός/μαϊντανός (= τηλεμαϊντανός)/παραγωγός/σκηνοθέτης/συντάκτης/χορηγός.|| ~ή: αγορά/βιομηχανία/διαφήμιση/δίκη (= τηλεδίκη)/εμφάνιση/ενημέρωση/επικοινωνία/ζώνη/κάλυψη/καμπάνια/(ανα)μετάδοση/προβολή/σεζόν/σειρά/συνέντευξη. ~ό: αφιέρωμα/δελτίο ειδήσεων/θέαμα/κοινό/μαγκαζίνο (= τηλεμαγκαζίνο)/περιοδικό (= τηλεπεριοδικό)/πρόγραμμα/προϊόν/σόου/σποτ. ~ές: μεταγραφές. ~ά: βραβεία/νέα. Η εκπομπή έμεινε εκτός ~ού αέρα (= σταμάτησε να προβάλλεται). Αλλαγή ~ής στέγης. Ανατροπές στο ~ό σκηνικό. Τα ~ά πρόσωπα της χρονιάς. Χορήγηση ~ών αδειών. Το κανάλι εξασφάλισε τα ~ά δικαιώματα της διοργάνωσης. Βλ. ραδιο~, ραδιοφωνικός, τηλεπικοινωνιακός.|| ~ός: λαϊκισμός. ~ή: δημοκρατία (= τηλεδημοκρατία). ~ό: δικαστήριο (= τηλεδικείο). Η επίδραση της ~ής βίας στα παιδιά. 2. (ειδικότ., για πρόσ.) που έχει φωτογένεια και άνεση στην κάμερα: Γράφει πολύ καλά στο γυαλί, είναι ~. ΑΝΤ. αντι~. ● επίρρ.: τηλεοπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1: Η εκδήλωση καλύφθηκε/μεταδόθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτικά σκουπίδια βλ. σκουπίδια, τηλεοπτική περσόνα βλ. τηλεπερσόνα, τηλεοπτικό παράθυρο βλ. παράθυρο, τηλεοπτικό συνεργείο βλ. συνεργείο [< αγγλ. television/TV, γαλλ. télévisuel, 1930]
50649τηλεορασάκιαςτη-λε-ο-ρα-σά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): άτομο που βλέπει πολλές ώρες τηλεόραση: μανιακός/φανατικός ~. Πβ. τηλεορασόπληκτος. Βλ. -άκιας.
50650τηλεόρασητη-λε-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. σύστημα μετάδοσης εικόνας και ήχου μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: διαδικτυακή/συνδρομητική/υβριδική ~. Κεραία ~ης. Από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη ~.|| Κάμερες κλειστού κυκλώματος ~ης (πβ. βιντεοκάμερα, τηλεκάμερα). 2. (κατ' επέκτ.) το σύνολο των δραστηριοτήτων, των υπηρεσιών και το ανθρώπινο δυναμικό που εξασφαλίζουν τη λειτουργία του αντίστοιχου συστήματος· ειδικότ. τηλεοπτικός σταθμός: δημόσια/δημοτική/ιδιωτική/κρατική ~. Βιντεοσκοπημένη/ζωντανή εκπομπή της ~ης. Οι ειδήσεις/τα κανάλια/το πρόγραμμα/σειρά της ~ης. Πλατό/στούντιο ~ης. Οι αστέρες (πβ. τηλεαστέρας)/οι δημοσιογράφοι/οι εκφωνητές/παραγωγός/οι παρουσιαστές/τα πρόσωπα/οι τεχνικοί/οι υπεύθυνοι της ~ης. Φιλμ για την ~. Σχολή κινηματογράφου και ~ης. Η ~ μετέδωσε πλάνα από ... Κάνει ~ (: είναι τηλεοπτικός παραγωγός, σκηνοθέτης, έχει εκπομπή ή εμφανίζεται σε σίριαλ). Την επίσκεψη του προέδρου κάλυψαν όλοι οι τοπικοί ραδιοσταθμοί και οι ~άσεις. Βλ. ΕΡΤ. 3. οι διάφορες εκπομπές του τηλεοπτικού προγράμματος: εκπαιδευτική ή σχολική/παιδική/ποιοτική ~. Εθισμένος στην ~ (πβ. τηλεορασόπληκτος). Τι έχει/παίζει η ~; Βλέπω ~. Βγήκε στην ~. Πβ. χαζοκούτι. ΣΥΝ. η μικρή οθόνη, τιβί & τι-βι 4. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λειτουργεί ως δέκτης και αναμεταδότης του τηλεοπτικού σήματος: δορυφορική/επίπεδη/συμβατική/φορητή ~. Ακουστικά/βάση/έπιπλο/κάρτα/οθόνη/τηλεχειριστήριο ~ης. ~άσεις υψηλής ευκρίνειας/υγρών κρυστάλλων. Η ακτινοβολία που εκπέμπει η ~. Ανοίγω/δυναμώνω (ΑΝΤ. χαμηλώνω)/ρυθμίζω/σβήνω την ~. Συνδέω τον υπολογιστή με την ~. ● Υποκ.: τηλεορασούλα & τηλεορασίτσα (η): στις σημ. 3,4. ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιακή τηλεόραση: ΤΗΛΕΠ. καλωδιακό σύστημα μετάδοσης τηλεοπτικών σημάτων στους συνδρομητές. [< αμερικ. cable television, 1951, cable TV, 1966] , τηλεόραση πλάσμα & τηλεόραση πλάσματος: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί οθόνη υψηλής ανάλυσης: ~ ~ τριάντα δύο ιντσών., ψηφιακή τηλεόραση & ψηφιακή: ΤΗΛΕΠ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα τηλεοπτικής αναμετάδοσης (καλωδιακής, δορυφορικής, επίγειας), στο οποίο η μετάδοση και λήψη των προγραμμάτων γίνεται με τη μορφή ψηφιακών σημάτων που αποκωδικοποιούνται από μία συσκευή μέσα στο κουτί της τηλεόρασης ή προσαρμοσμένη σε αυτό· συνεκδ. η τηλεοπτική συσκευή., διαδραστική τηλεόραση βλ. διαδραστικός, ελεύθερη ραδιοφωνία/τηλεόραση βλ. ραδιοφωνία, τηλεοπτικό παράθυρο βλ. παράθυρο [< 1-3: γαλλ. télévision, περ. 1925-1930, αγγλ. television, 1927-1931, 4: γαλλ. ~, μετά το 1945, αγγλ. ~, 1955]
50651τηλεορασόπληκτος, η, ο τη-λε-ο-ρα-σό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (λόγ.-ειρων.): που είναι παθιασμένος με την τηλεόραση: ~ο: κοινό. ~α: παιδιά.|| (ως ουσ.) Αποβλακωμένοι ~οι. Πβ. τηλεορασάκιας. Βλ. -πληκτος.
50652τηλεοφθαλμολογίατη-λε-ο-φθαλ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετάδοση στατικών οφθαλμολογικών ψηφιακών εικόνων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, για την παροχή διαγνώσεων, καθώς και πιθανή χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής στον ασθενή. Βλ. τηλε-ακτινολογία, -διάγνωση, -ϊατρική. [< αγγλ. teleophthalmology]
50653τηλεπάθειατη-λε-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) άμεση μεταβίβαση σκέψεων, εικόνων και εντυπώσεων από ένα άτομο σε άλλο χωρίς μεσολάβηση των φυσικών αισθήσεων: τo φαινόμενο της ~ας.|| (προφ.) Πριν τηλεφωνήσεις σε σκεφτόμουν, μάλλον έχουμε ~! Πβ. έκτη αίσθηση. Βλ. -πάθεια, συγχρονικότητα, τηλαισθησία, τηλεκίνηση. [< γερμ. Telepathie, γαλλ. télépathie, αγγλ. telepathy]
50654τηλεπαθητικός, ή, ό τη-λε-πα-θη-τι-κός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με την τηλεπάθεια: ~ή: επαφή/επικοινωνία. ~ό: φαινόμενο. ~ές: δυνάμεις/ικανότητες. ~ά: κύματα/όνειρα.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Οι ~οί επικοινωνούν νοητικά. Βλ. μεταφυσικός, -παθητικός. ● επίρρ.: τηλεπαθητικά [< γερμ. telepathisch, γαλλ. télépathique, αγγλ. telepathic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.