Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51160-51180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50621τηλεμαγκαζίνοτη-λε-μα-γκα-ζί-νο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτικό μαγκαζίνο.
50622τηλεμάθηματη-λε-μά-θη-μα ουσ. (ουδ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. διδασκαλία ενός αντικειμένου εξ αποστάσεως με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: σειρά ~άτων στο διαδίκτυο. Πβ. τηλεδιδασκαλία. ΣΥΝ. τηλεσυνεδρία (3)
50623τηλεμάθησητη-λε-μά-θη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. μάθηση από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. Πβ. τηλεκπαίδευση.
50624τηλεμαϊντανόςτη-λε-μα-ϊ-ντα-νός ουσ. (αρσ.) (ειρων.): τηλεοπτικός μαϊντανός, επώνυμος που εμφανίζεται πολύ συχνά σε τηλεοπτικές εκπομπές ως προσκεκλημένος ή/και σχολιαστής. Πβ. μαϊντανός, παραθυράκιας, τηλεπερσόνα. Βλ. γλάστρα.
50625τηλεμαραθώνιοςτη-λε-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΟΡ. εκπομπή μεγάλης διάρκειας σε απευθείας μετάδοση, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων από τηλεθεατές, για την υλοποίηση ή ενίσχυση σημαντικού φιλανθρωπικού ή κοινωνικού έργου: διακαναλικός ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανθρωπιάς/ελπίδας/ζωής. Παγκόσμιος ~ κατά του υποσιτισμού. Βλ. ραδιομαραθώνιος.|| (γενικότ.-ειρων., για πολύωρο τηλεοπτικό πρόγραμμα:) Αυτό δεν είναι σόου, είναι ~! [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. telethon < tele(vision) + (Mara)thon, 1949, γαλλ. telethon, 1987]
50626τηλεμάρκετινγκτη-λε-μάρ-κε-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εμπορική προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών μέσω τηλεφώνου,τηλεόρασης ή ηλεκτρονικού μέσου επικοινωνίας, με διαφημίσεις και ειδικές εκπομπές. Βλ. άμεσο μάρκετινγκ. ΣΥΝ. τηλεπροώθηση [< αγγλ. telemarketing, 1980]
50627τηλεματικήτη-λε-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των εφαρμογών που βασίζονται στη συνδυασμένη χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: ιατρική ~. Η ~ στην εκπαίδευση/στις μεταφορές/στην υγεία. Δίκτυα/συστήματα/υπηρεσίες ~ής. Πβ. τηλεπληροφορική. Βλ. Κοινωνία της Πληροφορίας. [< γαλλ. télématique, 1977 < télé(communication) + (infor)matique, αγγλ. telematics, 1978]
50628τηλεματικός, ή, ό τη-λε-μα-τι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την τηλεματική: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: διαχείριση (υδάτινων πόρων)/δικτύωση/επικοινωνία/παρακολούθηση (οχημάτων). ~ό: δίκτυο/κέντρο/σύστημα (παροχής πληροφοριών). ~ές: εφαρμογές/υπηρεσίες/τεχνολογίες. ~ά: μέσα. ● επίρρ.: τηλεματικά [< αγγλ. telematic, 1979, γαλλ. télématique, 1977]
50629τηλεμαχίατη-λε-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτικό ντιμπέιτ. Βλ. -μαχία.
50630τηλεμερίδιοτη-λε-με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. το ποσοστό τηλεθέασης μιας εκπομπής σε σχέση με τις άλλες που μεταδίδονται την ίδια ώρα στα υπόλοιπα κανάλια.
50631τηλεμετάδοσητη-λε-με-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. μεταφορά δεδομένων με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ εκπαιδευτικού υλικού/μαθημάτων/οπτικοακουστικών προγραμμάτων/σημάτων. Σύστημα ~ης εικόνας. Ανακοίνωση με ~ μέσω διαδικτύου. 2. ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτική μετάδοση.
50632τηλεμεταφέρωτη-λε-με-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {τηλεμετέφερ-ε, τηλεμεταφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. (σε έργα επιστημονικής φαντασίας) μεταφέρω αυτόματα άτομο ή αντικείμενο σε άλλο χώρο ή χρόνο, με μη συμβατικά μέσα. ΣΥΝ. διακτινίζω 2. ΦΥΣ. (στην κβαντομηχανική) μεταβιβάζω πληροφορίες για τη δομή της ύλης, ώστε να δημιουργήσω πανομοιότυπο αντίγραφο σε άλλη θέση. Βλ. εξαϋλώνω. [< 1: αμερικ. teleport, 1931]
50633τηλεμεταφοράτη-λε-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τηλεμεταφέρω: (σε έργα επιστημονικής φαντασίας) μηχανή/συσκευή ~άς. Πβ. διακτινισμός.|| (ΦΥΣ.) Κβαντική ~. ~ ενέργειας/φωτονίων. Πείραμα ~άς. Βλ. εξαΰλωση. [< αμερικ. teleportation, 1931, γαλλ. téléportation, 1970]
50634τηλεμέτρησητη-λε-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συλλογή και μεταφορά των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης σε απομακρυσμένο σημείο με χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών: ~ εκπομπής ρύπων από οχήματα. Υπηρεσία ~ης της κατανάλωσης φυσικού αερίου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ καρδιακών παλμών. ΣΥΝ. τηλεμετρία (1) 2. μέτρηση της τηλεθέασης: εταιρεία ~ήσεων. Βλ. -μέτρηση. [< 1: γαλλ. télémesure, 1949, αγγλ. telemetry]
50635τηλεμετρητήςτη-λε-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή τηλεμέτρησης: ψηφιακοί ~ές (ηλεκτρικού) ρεύματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σακχάρου. 2. (σπανιότ.) μετρητής τηλεθέασης. Βλ. -μετρητής. ΣΥΝ. μηχανάκι (2) [< 1: αγγλ. telemeter, 1929]
50636τηλεμετρίατη-λε-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. τηλεμέτρηση: ασύρματη/δορυφορική ~. Εφαρμογές/συσκευή/σύστημα/υπηρεσίες ~ας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπονδυλικής στήλης (: μέθοδος καταγραφής, μέτρησης και αξιολόγησης της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης μέσω ενός σαρωτή). 2. (σπανιότ.) υπολογισμός αποστάσεων με τηλέμετρο: ~ λέιζερ. Βλ. -μετρία. [< 1: γαλλ. télémesure, 1949, αγγλ. telemetry 2: γαλλ. télémétrie]
50637τηλεμετρικός, ή, ό τη-λε-με-τρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεμετρία ή το τηλέμετρο: ~ός: έλεγχος/(μετεωρολογικός) σταθμός. ~ή: διαχείριση/μεταφορά δεδομένων/φωτογραφική μηχανή. ~ό: δίκτυο/σύστημα. [< γαλλ. télémétrique, αγγλ. telemetric(al)]
50638τηλέμετροτη-λέ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της απόστασης μεταξύ δύο σημείων με ακουστικές, οπτικές ή ραδιοηλεκτρικές μεθόδους: ηλεκτρονικό/τοπογραφικό ~. Ψηφιακά ~α (με) λέιζερ.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Εστίαση/φωτογραφική μηχανή με ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. αποστασιόμετρο [< γαλλ. télémètre, αγγλ. telemeter]
50639τηλεμπόριοτη-λε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τηλεεμπόριο: πωλήσεις προϊόντων μέσω τηλεφώνου, τηλεοπτικής εκπομπής ή διαδικτύου· ηλεκτρονικό εμπόριο. Βλ. -εμπόριο, τηλεαγορά. [< αγγλ. telecommerce]
50640τηλενημέρωσητη-λε-νη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ενημέρωση με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. 2. (προφ.-συχνά ειρων.) τηλεοπτική ενημέρωση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.