Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5100-5120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4168ανομιμοποίητος, η, ο [ἀνομιμοποίητος] α-νο-μι-μο-ποί-η-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που δεν νομιμοποιήθηκε, δεν αναγνωρίστηκε ως νόμιμος: ~ος: πόλεμος. ~η: εισβολή. ΑΝΤ. νόμιμος
4169ανομοιογένεια[ἀνομοιογένεια] α-νο-μοι-ο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ομοιογένειας: γλωσσική/εθνική/θρησκευτική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτισμική ~. ~ της ομάδας/του πληθυσμού/στις σχολικές τάξεις. ΣΥΝ. ανομοιομορφία, ετερογένεια [< γαλλ. inhomogénéité, αγγλ. inhomogeneity]
4170ανομοιογενής, ής, ές [ἀνομοιογενής] α-νο-μοι-ο-γε-νής επίθ.: που αποτελείται από ανόμοια στοιχεία: ~ής: πληθυσμός. ~ής: σύνθεση. ~ές: κοινό/μείγμα. ~είς: ομάδες. ΣΥΝ. ανομοιόμορφος, ετερογενής, ετερόκλιτος (1) ΑΝΤ. ομοιογενής, ομοιόμορφος (1) ● επίρρ.: ανομοιογενώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνομοιογενής ‘που ανήκει σε διαφορετικό γένος’, αγγλ. inhomogeneous]
4171ανομοιοκατάληκτος, η, ο [ἀνομοιοκατάληκτος] α-νο-μοι-ο-κα-τά-λη-κτος επίθ.: ΜΕΤΡ. για στίχο ή ποίημα που δεν έχει ομοιοκαταληξία. Βλ. ελεύθερος στίχος. ΑΝΤ. ομοιοκατάληκτος [< μτγν. ἀνομοιοκατάληκτος]
4172ανομοιομορφία[ἀνομοιομορφία] α-νο-μοι-ο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ομοιομορφίας: γεωγραφική ~. ~ του εδάφους. ΣΥΝ. ανομοιογένεια, ανομοιότητα, ετερογένεια ΑΝΤ. ομοιομορφία
4173ανομοιόμορφος, η, ο [ἀνομοιόμορφος] α-νο-μοι-ό-μορ-φος επίθ.: που δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλο του το εύρος ή αποτελείται από ανόμοια μέρη ή έχει διαφορετική μορφή από κάποιον άλλο: ~ος: φωτισμός. ~η: ανάπτυξη/θέρμανση (της επιφάνειας της Γης)/κατανομή (πβ. ανισοκατανομή)/ροή/φθορά (π.χ. των ελαστικών). Πβ. ανομοιο-, ετερο-γενής. ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) ● επίρρ.: ανομοιόμορφα
4174ανόμοιος, α, ο [ἀνόμοιος] α-νό-μοι-ος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.}: που δεν μοιάζει με κάποιον ή κάτι άλλο: ~οι: χαρακτήρες. ~ες: έννοιες/κατηγορίες/περιπτώσεις. ~α: είδη (π.χ. ζώων)/μεγέθη. Σύγκριση ~ων πραγμάτων. Πβ. αλλιώτικος, διαφορετικός.|| ~α: ομάδα. (= ανομοιογενής, ανομοιόμορφη). ΑΝΤ. όμοιος (1) ● επίρρ.: ανόμοια & (λόγ.) -οίως [< αρχ. ἀνόμοιος]
4175ανομοιότητα[ἀνομοιότητα] α-νο-μοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη ομοιότητας: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική ~. ~ απόψεων. ~ες μεταξύ των ... Βλ. ποικιλομορφία. ΣΥΝ. ανομοιομορφία, διαφορά (1), διαφορετικότητα ΑΝΤ. ομοιότητα (1) [< αρχ. ἀνομοιότης]
4176ανομοίωση[ἀνομοίωση] α-νο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. επίδραση (αποβολή ή μεταβολή) που ασκεί ένας φθόγγος στην άρθρωση άλλου γειτονικού, αρθρωτικά συγγενούς (π.χ. γλήγορα < γρήγορα): (αρχ. ελλην.) ~ των δασέων (λ.χ. *θρέχω > τρέχω). Βλ. πάθη φωνηέντων. [< αρχ. ἀνομοίωσις, γαλλ. dissimilation, γερμ. Dissimilation]
4177ανομολόγητος, η, ο [ἀνομολόγητος] α-νο-μο-λό-γη-τος επίθ. 1. που δεν έχει ομολογηθεί, εκδηλωθεί ή φανερωθεί: ~ος: έρωτας/πόθος/φόβος. ~η: αγάπη/αλήθεια. ~ο: μυστικό. ~ες: επιδιώξεις/επιθυμίες/προθέσεις.|| ~ες: πράξεις/σκέψεις. ~α: πάθη. Πβ. αισχρός, ακατονόμαστος, ανήθικος. ΣΥΝ. αφανέρωτος, κρυφός (1) ΑΝΤ. ομολογημένος 2. που δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί, να περιγραφεί εύκολα: ~η: θλίψη/φρίκη.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η τέχνη εκφράζει με λόγια το ~ο. Πβ. αλάλητος, ανείπωτος, ανεκδιήγητος, ανέκφραστος, απερίγραπτος, άρρητος, άφατος, άφραστος. [< μτγν. ἀνομολόγητος 1: γαλλ. inavoué 2: γαλλ. indicible]
4178άνομος, η, ο [ἄνομος] ά-νο-μος επίθ. (επίσ.): που αντιβαίνει προς το νόμιμο, το ηθικό: ~ο: κέρδος. ~ες: πράξεις/συναλλαγές. ~α: μέσα/συμφέροντα/σχέδια. Βλ. άδικος, ανήθικος, ανόσιος. ΣΥΝ. παράνομος ΑΝΤ. νόμιμος ● επίρρ.: άνομα & (λόγ.) ανόμως [< αρχ. ἄνομος]
4179ανοξείδωτος, η, ο [ἀνοξείδωτος] α-νο-ξεί-δω-τος επίθ.: (για μέταλλο ή μεταλλικό αντικείμενο) που δεν οξειδώνεται, δεν σκουριάζει: ~ος: δίσκος/νεροχύτης/σωλήνας. ~η: δεξαμενή/κατσαρόλα/λαμαρίνα. ~ο: σύρμα. ~ες: αντλίες. ~α: εργαλεία/κάγκελα/σκεύη. ΑΝΤ. σκουριασμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανοξείδωτος χάλυβας: ΧΗΜ. κράμα σιδήρου με χρώμιο και άλλα μέταλλα που το καθιστούν πιο ανθεκτικό στη διάβρωση. ΣΥΝ. ίνοξ [< αγγλ. stainless steel, 1917] [< γαλλ. inoxydable]
4180ανοξία[ἀνοξία] α-νο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά μορφή υποξίας που μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες: εγκεφαλική ~. ~ εμβρύου. Βλ. ασφυξία. [< αγγλ. anoxia, 1931, γαλλ. anoxie, 1950]
4181ανόπτηση[ἀνόπτηση] α-νό-πτη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμική διεργασία (θέρμανση συνοδευόμενη από σταδιακή επαναφορά στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος) για τη βελτίωση των μηχανικών ιδιοτήτων μετάλλου: προσομοιωμένη ~. Πβ. πύρωμα. [< γαλλ. recuit, γερμ. Ausglühung]
4182άνορακ[ἄνορακ] ά-νο-ρακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ανοράκ: αδιάβροχο μπουφάν με επένδυση και κουκούλα: ~ για το σκι.|| (κατ' επέκτ.) Σάκος ~. [< γαλλ. anorak, 1906, αγγλ. ~, 1924]
4183ανόργανος, η, ο [ἀνόργανος] α-νόρ-γα-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. που δεν περιέχει άνθρακα: ~ος: φώσφορος (: σε τροφές). ~ο: άζωτο (: σε λιπάσματα)/οξύ. ~οι: ρύποι. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Τα ~α στοιχεία/συστατικά των τροφίμων (π.χ. σίδηρος, ασβέστιο, μαγνήσιο, ιχνοστοιχεία).|| (κατ' επέκτ.) ~α: χρώματα. ΑΝΤ. οργανικός (3) 2. ΟΙΚΟΛ. που δεν συγκαταλέγεται στους ζωντανούς οργανισμούς οικοσυστήματος στο νερό, το έδαφος ή την ατμόσφαιρα: ~η: ύλη/φύση. ~ο: περιβάλλον. Πβ. αβιοτικός. ΑΝΤ. οργανικός (1) 3. ΟΙΚΟΛ. που παράγεται βιομηχανικά, δεν είναι δηλ. φυτικής ή ζωικής προέλευσης: ~α: απορρίμματα (: από πλαστικό, γυαλί ή μέταλλο)/προϊόντα. ~η θρέψη των φυτών μέσω λιπασμάτων. ΑΝΤ. οργανικός (4) 4. ΟΙΚΟΝ. που δεν σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία επιχείρησης: ~η: ζημία. ~α: έξοδα/κέρδη. Έκτακτα και ~α έσοδα (π.χ. από επενδύσεις). ΑΝΤ. οργανικός (6) 5. ΓΥΜΝ. που γίνεται χωρίς ειδικά όργανα: ~η: γυμναστική. ΑΝΤ. ενόργανος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία βλ. χημεία [< μτγν. ἀνόργανος, γαλλ. inorganique, αγγλ. inorganic]
4184ανοργανωσιά[ἀνοργανωσιά] α-νορ-γα-νω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη καλής οργάνωσης: γενική/πλήρης ~. Γραφειοκρατία και ~.
4185ανοργάνωτος, η, ο [ἀνοργάνωτος] α-νορ-γά-νω-τος επίθ. 1. που δεν διαθέτει οργάνωση: ~η: άμυνα. ~ο: κράτος/υλικό (= αδόμητο). ~ες: σκέψεις. Πβ. ασυγκρότητος. Βλ. πρόχειρος.|| (για πρόσ.-μειωτ.) Τελείως ~. Τεμπέλης και ~. Πβ. ακατάστατος, τσαπατσούλης. ΑΝΤ. οργανωμένος. 2. (για πρόσ.) μη ενταγμένος σε (πολιτική ή άλλη) ομάδα: ~οι: εργαζόμενοι/πολίτες. Πβ. ανεξάρτητος. ΣΥΝ. ανένταχτος (1) ΑΝΤ. ενταγμένος ● επίρρ.: ανοργάνωτα [< μεσν. ανοργάνωτος 'άμορφος', γαλλ. inorganisé]
4186ανοργασμία[ἀνοργασμία] α-νορ-γα-σμί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γυναικεία σεξουαλική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αδυναμία επίτευξης οργασμού κατά την ερωτική πράξη: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/εκλεκτική ~. Πβ. γυναικεία ψυχρότητα. Βλ. ανικανότητα. [< αγγλ. anorgasmia, 1975, γαλλ. anorgasmie]
4187ανοργασμικός, ή/ιά, ό [ἀνοργασμικός] α-νορ-γα-σμι-κός επίθ. (συνήθ. μειωτ.): που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό κατά την ερωτική πράξη ή γενικότ. δεν εμπνέει ερωτισμό, απωθεί με τη συμπεριφορά του. Βλ. ανέραστος. ● Ουσ.: ανοργασμικός, ανοργασμική (ο/η) [< αγγλ. anorgasmic, 1975, γαλλ. anorgasmique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.