Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5100-5120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4176ανομοίωση[ἀνομοίωση] α-νο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. επίδραση (αποβολή ή μεταβολή) που ασκεί ένας φθόγγος στην άρθρωση άλλου γειτονικού, αρθρωτικά συγγενούς (π.χ. γλήγορα < γρήγορα): (αρχ. ελλην.) ~ των δασέων (λ.χ. *θρέχω > τρέχω). Βλ. πάθη φωνηέντων. [< αρχ. ἀνομοίωσις, γαλλ. dissimilation, γερμ. Dissimilation]
4177ανομολόγητος, η, ο [ἀνομολόγητος] α-νο-μο-λό-γη-τος επίθ. 1. που δεν έχει ομολογηθεί, εκδηλωθεί ή φανερωθεί: ~ος: έρωτας/πόθος/φόβος. ~η: αγάπη/αλήθεια. ~ο: μυστικό. ~ες: επιδιώξεις/επιθυμίες/προθέσεις.|| ~ες: πράξεις/σκέψεις. ~α: πάθη. Πβ. αισχρός, ακατονόμαστος, ανήθικος. ΣΥΝ. αφανέρωτος, κρυφός (1) ΑΝΤ. ομολογημένος 2. που δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί, να περιγραφεί εύκολα: ~η: θλίψη/φρίκη.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η τέχνη εκφράζει με λόγια το ~ο. Πβ. αλάλητος, ανείπωτος, ανεκδιήγητος, ανέκφραστος, απερίγραπτος, άρρητος, άφατος, άφραστος. [< μτγν. ἀνομολόγητος 1: γαλλ. inavoué 2: γαλλ. indicible]
4178άνομος, η, ο [ἄνομος] ά-νο-μος επίθ. (επίσ.): που αντιβαίνει προς το νόμιμο, το ηθικό: ~ο: κέρδος. ~ες: πράξεις/συναλλαγές. ~α: μέσα/συμφέροντα/σχέδια. Βλ. άδικος, ανήθικος, ανόσιος. ΣΥΝ. παράνομος ΑΝΤ. νόμιμος ● επίρρ.: άνομα & (λόγ.) ανόμως [< αρχ. ἄνομος]
4179ανοξείδωτος, η, ο [ἀνοξείδωτος] α-νο-ξεί-δω-τος επίθ.: (για μέταλλο ή μεταλλικό αντικείμενο) που δεν οξειδώνεται, δεν σκουριάζει: ~ος: δίσκος/νεροχύτης/σωλήνας. ~η: δεξαμενή/κατσαρόλα/λαμαρίνα. ~ο: σύρμα. ~ες: αντλίες. ~α: εργαλεία/κάγκελα/σκεύη. ΑΝΤ. σκουριασμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανοξείδωτος χάλυβας: ΧΗΜ. κράμα σιδήρου με χρώμιο και άλλα μέταλλα που το καθιστούν πιο ανθεκτικό στη διάβρωση. ΣΥΝ. ίνοξ [< αγγλ. stainless steel, 1917] [< γαλλ. inoxydable]
4180ανοξία[ἀνοξία] α-νο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά μορφή υποξίας που μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες: εγκεφαλική ~. ~ εμβρύου. Βλ. ασφυξία. [< αγγλ. anoxia, 1931, γαλλ. anoxie, 1950]
4181ανόπτηση[ἀνόπτηση] α-νό-πτη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμική διεργασία (θέρμανση συνοδευόμενη από σταδιακή επαναφορά στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος) για τη βελτίωση των μηχανικών ιδιοτήτων μετάλλου: προσομοιωμένη ~. Πβ. πύρωμα. [< γαλλ. recuit, γερμ. Ausglühung]
4182άνορακ[ἄνορακ] ά-νο-ρακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ανοράκ: αδιάβροχο μπουφάν με επένδυση και κουκούλα: ~ για το σκι.|| (κατ' επέκτ.) Σάκος ~. [< γαλλ. anorak, 1906, αγγλ. ~, 1924]
4183ανόργανος, η, ο [ἀνόργανος] α-νόρ-γα-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. που δεν περιέχει άνθρακα: ~ος: φώσφορος (: σε τροφές). ~ο: άζωτο (: σε λιπάσματα)/οξύ. ~οι: ρύποι. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Τα ~α στοιχεία/συστατικά των τροφίμων (π.χ. σίδηρος, ασβέστιο, μαγνήσιο, ιχνοστοιχεία).|| (κατ' επέκτ.) ~α: χρώματα. ΑΝΤ. οργανικός (3) 2. ΟΙΚΟΛ. που δεν συγκαταλέγεται στους ζωντανούς οργανισμούς οικοσυστήματος στο νερό, το έδαφος ή την ατμόσφαιρα: ~η: ύλη/φύση. ~ο: περιβάλλον. Πβ. αβιοτικός. ΑΝΤ. οργανικός (1) 3. ΟΙΚΟΛ. που παράγεται βιομηχανικά, δεν είναι δηλ. φυτικής ή ζωικής προέλευσης: ~α: απορρίμματα (: από πλαστικό, γυαλί ή μέταλλο)/προϊόντα. ~η θρέψη των φυτών μέσω λιπασμάτων. ΑΝΤ. οργανικός (4) 4. ΟΙΚΟΝ. που δεν σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία επιχείρησης: ~η: ζημία. ~α: έξοδα/κέρδη. Έκτακτα και ~α έσοδα (π.χ. από επενδύσεις). ΑΝΤ. οργανικός (6) 5. ΓΥΜΝ. που γίνεται χωρίς ειδικά όργανα: ~η: γυμναστική. ΑΝΤ. ενόργανος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία βλ. χημεία [< μτγν. ἀνόργανος, γαλλ. inorganique, αγγλ. inorganic]
4184ανοργανωσιά[ἀνοργανωσιά] α-νορ-γα-νω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη καλής οργάνωσης: γενική/πλήρης ~. Γραφειοκρατία και ~.
4185ανοργάνωτος, η, ο [ἀνοργάνωτος] α-νορ-γά-νω-τος επίθ. 1. που δεν διαθέτει οργάνωση: ~η: άμυνα. ~ο: κράτος/υλικό (= αδόμητο). ~ες: σκέψεις. Πβ. ασυγκρότητος. Βλ. πρόχειρος.|| (για πρόσ.-μειωτ.) Τελείως ~. Τεμπέλης και ~. Πβ. ακατάστατος, τσαπατσούλης. ΑΝΤ. οργανωμένος. 2. (για πρόσ.) μη ενταγμένος σε (πολιτική ή άλλη) ομάδα: ~οι: εργαζόμενοι/πολίτες. Πβ. ανεξάρτητος. ΣΥΝ. ανένταχτος (1) ΑΝΤ. ενταγμένος ● επίρρ.: ανοργάνωτα [< μεσν. ανοργάνωτος 'άμορφος', γαλλ. inorganisé]
4186ανοργασμία[ἀνοργασμία] α-νορ-γα-σμί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γυναικεία σεξουαλική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αδυναμία επίτευξης οργασμού κατά την ερωτική πράξη: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/εκλεκτική ~. Πβ. γυναικεία ψυχρότητα. Βλ. ανικανότητα. [< αγγλ. anorgasmia, 1975, γαλλ. anorgasmie]
4187ανοργασμικός, ή/ιά, ό [ἀνοργασμικός] α-νορ-γα-σμι-κός επίθ. (συνήθ. μειωτ.): που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό κατά την ερωτική πράξη ή γενικότ. δεν εμπνέει ερωτισμό, απωθεί με τη συμπεριφορά του. Βλ. ανέραστος. ● Ουσ.: ανοργασμικός, ανοργασμική (ο/η) [< αγγλ. anorgasmic, 1975, γαλλ. anorgasmique]
4188ανορεξία[ἀνορεξία] α-νο-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. όρεξη 1. έλλειψη επιθυμίας για φαγητό. 2. (μτφ.) απουσία καλής ψυχικής διάθεσης, ενεργητικότητας: Τον έπιασε ~ και όλα του ξινίζουν. Πβ. α-, δυσ-θυμία, α-, κακο-κεφιά. ΑΝΤ. ευδιαθεσία, κέφι. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική ανορεξία & νευρογενής/ψυχογενής ανορεξία: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που παρουσιάζεται κυρ. σε νεαρές γυναίκες και χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο παχυσαρκίας, άρνηση λήψης τροφής και υπερβολική μείωση βάρους. ΣΥΝ. σύνδρομο αυτοεπιβαλλόμενης ασιτίας. Βλ. νευρική βουλιμία. [< αγγλ. anorexia nervosa] [< 1: μτγν. ἀνορεξία, γαλλ. anorexie, αγγλ. anorexia]
4189ανορεξικός, ή, ό [ἀνορεξικός] α-νο-ρε-ξι-κός επίθ./ουσ. & ανορεκτικός: ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από νευρική ανορεξία ή σχετίζεται με αυτή. ~ό: μοντέλο. Βλ. βουλιμικός. ● Ουσ.: ανορεξικός, ανορεξική & (προφ.) ανορεξικιά (ο/η) [< γαλλ. anorexique, 1903, αγγλ. anorectic, anorexic (ως ουσ.) 1907]
4190ανορεξιογόνος, ος, ο [ἀνορεξιογόνος] α-νο-ρε-ξι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει την όρεξη: ~ος: δράση. ~ες: ουσίες. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: ανορεξιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αμφεταμίνη. [< αγγλ. anorexigenic, 1948, γαλλ. anorexigène, 1967]
4191ανόρεχτος, η, ο [ἀνόρεχτος] α-νό-ρε-χτος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ή φανερώνει έλλειψη (καλής) διάθεσης: Κουρασμένος και ~ (: πεσμένος ψυχολογικά). Δείχνει ~η και απρόθυμη να ... Πβ. άκεφος.|| ~η: έκφραση. ΑΝΤ. ευδιάθετος, κεφάτος, ορεξάτος 2. που δεν έχει όρεξη να φάει: ~ος: ασθενής. ● επίρρ.: ανόρεχτα [< μεσν. ανόρεχτος]
4192ανορθογραφία[ἀνορθογραφία] α-νορ-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ορθογραφικό λάθος: Το κείμενο είναι γεμάτο/περιέχει πολλές ~ες. || Λάθος οποιασδήποτε μορφής: δομικές/κυβερνητικές/περιβαλλοντικές ~ες. ~ες (= αδυναμίες) στο ρόστερ. 2. το να γράφει κάποιος ανορθόγραφα. Βλ. -γραφία, (δυσ)ορθογραφία. 3. (μτφ.) απόκλιση από το κανονικό, το σύνηθες ή το αρμονικό. Πβ. δυσαρμονία, παραφωνία.
4193ανορθόγραφος, η, ο [ἀνορθόγραφος] α-νορ-θό-γρα-φος επίθ.: που κάνει ή περιέχει (πολλά) ορθογραφικά σφάλματα: ~ος: συντάκτης. ~οι: μαθητές. || & ως (ουσ.): Είναι ~. ΑΝΤ. ορθογράφος.|| ~η: επιγραφή. ~ο και ασύντακτο κείμενο (ΑΝΤ. ορθογραφημένο). Βλ. -γραφος. ● επίρρ.: ανορθόγραφα [< γερμ. unorthographisch]
4194ανορθοδοξία[ἀνορθοδοξία] α-νορ-θο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): παραβίαση του κοινώς αποδεκτού: ερωτική/θρησκευτική/ιδεολογική ~. Πβ. παραδοξότητα. [< αγγλ. unorthodoxy]
4195ανορθόδοξος, η, ο [ἀνορθόδοξος] α-νορ-θό-δο-ξος επίθ. ΑΝΤ. ορθόδοξος 1. που δεν ακολουθεί τα καθιερωμένα ή συνηθισμένα πρότυπα: ~ος: τρόπος. ~η: συμπεριφορά/χρήση. ~ο: χιούμορ. ~ες: απόψεις/μέθοδοι/τακτικές/τεχνικές. ~α: μέσα. Βλ. παράδοξος. ΑΝΤ. αποδεκτός, συμβατικός (1) 2. (σπάν.) που δεν ανήκει ή αντιτίθεται στην Ορθοδοξία: ~α: δόγματα. ● επίρρ.: ανορθόδοξα: στη σημ. 1. [< 1: γαλλ. hétérodoxe, αγγλ. unorthodox]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.