| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50655 | τηλεπαθολογία | τη-λε-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων για την μετάδοση παθολογοανατομικών εικόνων ενός ασθενή σε απομακρυσμένο ιατρικό κέντρο, κυρ. για διαγνωστικούς σκοπούς: δυναμική/κινητική/στατική ~. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -οφθαλμολογία. [< αγγλ. telepathology] | |
| 50656 | τηλεπαιχνίδι | τη-λε-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. παιχνίδι τύχης, γνώσεων ή ικανοτήτων με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες που παίζουν σε τηλεοπτικό στούντιο ή σε εξωτερικό χώρο, συνήθ. με παρουσία κοινού, διεκδικώντας χρηματικό ή άλλο έπαθλο: καθημερινό/ψυχαγωγικό ~. Ριάλιτι ~. ~ ερωτήσεων. Νικητής/παρουσιαστής ~ιού. Κέρδισε/πήρε μέρος σε ~. Βλ. τάλεντ σόου. [< αμερικ. game show, 1958] | |
| 50657 | τηλεπαράθυρο | τη-λε-πα-ρά-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τηλεοπτικό παράθυρο. | |
| 50658 | τηλεπαρακολούθηση | τη-λε-πα-ρα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. ιατρική παρακολούθηση από απόσταση, με χρήση τηλεματικών εφαρμογών: καρδιολογική ~. Κατ' οίκον ~. ~ ασθενούς/επείγοντος περιστατικού. Μέσα/πρόγραμμα/φορητή μονάδα ~ης. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -φροντίδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος χώρου ή συστήματος μέσω ηλεκτρονικού δικτύου: κάμερες ~ης (= τηλεκάμερες).|| ~ εγκαταστάσεων. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπίβλεψη, τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< αγγλ. telemonitoring] | |
| 50659 | τηλεπαρουσία | τη-λε-πα-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. εικονική παρουσία σε διαδραστικό περιβάλλον, με χρήση ειδικών τεχνολογικών εφαρμογών: ~ σε διασκέψεις/πραγματικό χρόνο. Βλ. τηλεδιάσκεψη.|| (ΙΑΤΡ.) Ρομποτική χειρουργική με ~. 2. (κατ' επέκτ.) η αίσθηση της άμεσης εμπειρίας σε δυνητικά, τρισδιάστατα περιβάλλοντα. Βλ. εικονική πραγματικότητα, οπτικοποίηση, προσομοίωση. 3. τηλεοπτική εμφάνιση. [< 1,2: αμερικ. telepresence, 1980] | |
| 50660 | τηλεπαρουσίαση | τη-λε-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΟΡ. παρουσίαση τηλεοπτικής εκπομπής: ~ ειδήσεων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. προβολή με χρήση πολυμέσων και μέσω ηλεκτρονικού ή τηλεπικοινωνιακού δικτύου: ολογραφική/ονλάιν ~. Αίθουσα με εξοπλισμό/διαδραστικό σύστημα ~ης (πβ. τηλεπαρουσία). Βλ. τηλε-διάσκεψη, -συνεργασία. [< 1: αμερικ. telecast(ing), 1937] | |
| 50661 | τηλεπαρουσιαστής | τη-λε-πα-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. τηλεπαρουσιάστρια}: παρουσιαστής τηλεοπτικής εκπομπής: δημοσιογράφος-~. ~τρια ιδιωτικού σταθμού/της πρωινής ζώνης. Βλ. εκφωνητής, τηλεσχολιαστής. [< αμερικ. telecaster, 1940] | |
| 50662 | τηλεπειρατεία | τη-λε-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. παράνομη αναμετάδοση προγράμματος χωρίς εξουσιοδότηση της εταιρείας παραγωγής ή υποκλοπή σήματος συνδρομητικής τηλεόρασης. | |
| 50663 | τηλεπεξεργασία | τη-λε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. επεξεργασία δεδομένων με χρήση δικτύου υπολογιστών και τηλεπικοινωνιακών μέσων. Βλ. τηλεπληροφορική. [< αγγλ. teleprocessing, 1960] | |
| 50664 | τηλεπεριοδικό | τη-λε-πε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.) 1. εβδομαδιαίο περιοδικό με το πρόγραμμα της τηλεόρασης, συνεντεύξεις προσώπων και νέα από τον κόσμο του θεάματος: ~ εφημερίδας. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ενημερωτική ή/και ψυχαγωγική εκπομπή ποικίλης ύλης: πρωινό ~. Βλ. τηλεφημερίδα. [< αγγλ. television magazine, 1955] | |
| 50665 | τηλεπερσόνα | τη-λε-περ-σό-να ουσ. (θηλ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): τηλεοπτικό πρόσωπο, συνήθ. αμφιλεγόμενο· άτομο με συχνή παρουσία σε εκπομπές: γνωστή ~. Βλ. τηλεαστέρας.|| Οι ~ες των πάνελ. Πβ. τηλεμαϊντανός. Βλ. γλάστρα. ΣΥΝ. τηλεοπτική περσόνα | |
| 50666 | τηλεπίβλεψη | τη-λε-πί-βλε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ ασφάλειας κτιρίων/εγκαταστάσεων/(λειτουργίας) μηχανημάτων/οδοφωτισμού. Βλ. τηλε-διαχείριση, -χειρισμός. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< γαλλ. télésurveillance, 1968] | |
| 50667 | τηλεπικοινωνία | τη-λε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. επικοινωνία μεταξύ απομακρυσμένων σημείων, μέσω ενσύρματου ή ηλεκτρομαγνητικού συστήματος: γραπτή (βλ. τέλεξ)/κινητή/σταθερή/ψηφιακή ~. Υπηρεσίες ~ας. ● τηλεπικοινωνίες (οι): το σύνολο των τεχνικών μέσων για επικοινωνία εξ αποστάσεως· ο αντίστοιχος τεχνολογικός κλάδος: ~ οπτικών ινών. ~ και δίκτυα. Συσκευές ~ών (βλ. ραδιό-, τηλέ-φωνο, τηλεόραση). Εταιρεία ~ών και ίντερνετ. Εθνική Επιτροπή ~ών και Ταχυδρομείων (ακρ. ΕΕΤΤ).|| Ηλεκτρονική/πληροφορική και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικές τηλεπικοινωνίες: μεταβίβαση πληροφοριών με τη βοήθεια ραδιοηλεκτρικών κυμάτων. Βλ. ραδιοπλοήγηση. [< γαλλ. télécommunication, 1904, αγγλ. telecommunication, 1932] | |
| 50668 | τηλεπικοινωνιακός | , ή, ό τη-λε-πι-κοι-νω-νι-α-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με τις τηλεπικοινωνίες: ~ός: δορυφόρος/εξοπλισμός/κλάδος/κόμβος/όμιλος/οργανισμός/παροχέας/σύμβουλος/τομέας/φορέας. ~ή: αγορά/ζεύξη/ηλεκτρονική/μονάδα (εταιρείας)/σύνδεση/υποδομή. ~ό: κανάλι/κέντρο/κόστος/υλικό. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: δεδομένα/δίκτυα/έργα/κυκλώματα/μέσα/πακέτα/προβλήματα/προϊόντα/συστήματα/τέλη. Απομακρυσμένες περιοχές χωρίς ~ή κάλυψη. Το σύγχρονο ~ό περιβάλλον. Το ~ό τοπίο μιας χώρας. Βλ. ραδιοφων-, τηλεοπτ-ικός.|| Εργάζεται ως ~ μηχανικός. ● επίρρ.: τηλεπικοινωνιακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεπικοινωνιακή απάτη βλ. απάτη | |
| 50669 | τηλεπιμόρφωση | τη-λε-πι-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. επιμόρφωση από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: αίθουσα τηλεδιάσκεψης και ~ης. Πλατφόρμα/πρόγραμμα/υλοποίηση υποδομών ~ης. Σεμινάρια ~ης εκπαιδευτικών/πτυχιούχων. Πβ. τηλεκατάρτιση, τηλεκπαίδευση. | |
| 50670 | τηλεπισκόπηση | τη-λε-πι-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & τηλεσκόπηση: ΤΕΧΝΟΛ. συλλογή δεδομένων για την επιφάνεια της Γης μέσω δορυφόρων και ραντάρ: μικροκυματική/περιβαλλοντική ~ (σε περιοχή). Η ~ στην εφαρμοσμένη γεωλογία/ωκεανογραφία. Βλ. -σκόπηση, φωτοερμηνεία. ΣΥΝ. τηλεανίχνευση [< γαλλ. télédétection, περ. 1960] | |
| 50671 | τηλεπισκοπικός | , ή, ό τη-λε-πι-σκο-πι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεπισκόπηση: ~ή: απεικόνιση. ~οί: δέκτες δορυφόρων. ~ές: εικόνες/μέθοδοι. ~ά: δεδοµένα/μέσα/συστήματα. ΣΥΝ. τηλεσκοπικός (3) | |
| 50672 | τηλεπιτήρηση | τη-λε-πι-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. επίβλεψη χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων: ~ εγκατάστασης/κτιρίου. ~ μέσω διαδικτύου. Μονάδα ~ης. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπίβλεψη, τηλεποπτεία [< γαλλ. télésurveillance, 1968] | |
| 50673 | τηλεπληροφόρηση | τη-λε-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. μεταβίβαση πληροφοριών από απόσταση, με χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Βλ. τελετέξτ. [< αγγλ. tele-information] | |
| 50674 | τηλεπληροφορίες | τη-λε-πλη-ρο-φο-ρί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΗΛΕΠ. πληροφορίες που παρέχονται από απόσταση, συνήθ. μέσω ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού συστήματος, σε συγκεκριμένο αριθμό κλήσης: Ηχογραφημένες ~ για εφημερεύοντα νοσοκομεία και φαρμακεία. Υπηρεσίες γραπτών ~ών. Kάλεσε τις ~ για να μάθει τα δρομολόγια των πλοίων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ