| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50641 | τηλενοσηλευτική | τη-λε-νο-ση-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. | |
| 50642 | τηλενουβέλα | τη-λε-νου-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. σειρά, συνήθ. καθημερινή, λατινοαμερικάνικης κυρ. παραγωγής, με αισθηματικό περιεχόμενο, αργή πλοκή και μεγάλο αριθμό επεισοδίων: βραζιλιάνικη/μεξικάνικη/μεταγλωττισμένη ~. Πβ. σαπουνόπερα. [< αμερικ. telenovela, 1961 < ισπ. ~, περ. 1975, ιταλ. ~, 1983] | |
| 50643 | τηλεξυπηρέτηση | τη-λε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική ή ηλεκτρονική εξυπηρέτηση του κοινού: κέντρο ~ης δημοτών/καταναλωτών. Τράπεζα με (εικοσιτετράωρη) υπηρεσία αυτόματης ~ης. [< αγγλ. teleservice] | |
| 50644 | τηλεομοιοτυπία | τη-λε-ο-μοι-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τεχνολογία αποστολής και λήψης κειμένου ή εικόνας μέσω ειδικής συσκευής συνδεδεμένης με το τηλεφωνικό δίκτυο· συνεκδ. τηλεομοιότυπο: σύστημα ~ας. Διακίνηση εγγράφων με ~. Πβ. (τέλε)φαξ. Βλ. -τυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. [< αγγλ. telefacsimile, 1967] | |
| 50645 | τηλεομοιοτυπικός | , ή, ό τη-λε-ο-μοι-ο-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με την τηλεομοιοτυπία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: συσκευή. ~ό: μηχάνημα (= φαξ).|| ~ή: διαβίβαση/επιστολή/υπηρεσία. ~ό: μήνυμα. Βλ. τηλετυπικός. ● Ουσ.: τηλεομοιοτυπικό (το): τηλεομοιότυπο. ● επίρρ.: τηλεομοιοτυπικά | |
| 50646 | τηλεομοιότυπο | τη-λε-ο-μοι-ό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ύπου} (επίσ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή φαξ. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπικό | |
| 50647 | τηλεοπτικοποίηση | τη-λε-ο-πτι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μετατροπή σοβαρού συνήθ. θέματος σε τηλεοπτικό θέαμα: ~ της πολιτικής. | |
| 50648 | τηλεοπτικός | , ή, ό τη-λε-ο-πτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την τηλεόραση, τη λειτουργία της και ό,τι αυτή προβάλλει: ~ός: δίαυλος/εξοπλισμός/μετατροπέας/πομπός/πύργος/σταθμός (πβ. τηλεσταθμός). ~ό: γύρισμα/δίκτυο/κανάλι/πλατό/σήμα/στούντιο. ~ές: συχνότητες. Συνελήφθη από τον ~ό φακό την ώρα που ... Απέφυγε να μιλήσει μπροστά στις ~ές κάμερες (πβ. τηλεκάμερα).|| ~ός: αστέρας (= τηλεαστέρας)/ηθοποιός/μαϊντανός (= τηλεμαϊντανός)/παραγωγός/σκηνοθέτης/συντάκτης/χορηγός.|| ~ή: αγορά/βιομηχανία/διαφήμιση/δίκη (= τηλεδίκη)/εμφάνιση/ενημέρωση/επικοινωνία/ζώνη/κάλυψη/καμπάνια/(ανα)μετάδοση/προβολή/σεζόν/σειρά/συνέντευξη. ~ό: αφιέρωμα/δελτίο ειδήσεων/θέαμα/κοινό/μαγκαζίνο (= τηλεμαγκαζίνο)/περιοδικό (= τηλεπεριοδικό)/πρόγραμμα/προϊόν/σόου/σποτ. ~ές: μεταγραφές. ~ά: βραβεία/νέα. Η εκπομπή έμεινε εκτός ~ού αέρα (= σταμάτησε να προβάλλεται). Αλλαγή ~ής στέγης. Ανατροπές στο ~ό σκηνικό. Τα ~ά πρόσωπα της χρονιάς. Χορήγηση ~ών αδειών. Το κανάλι εξασφάλισε τα ~ά δικαιώματα της διοργάνωσης. Βλ. ραδιο~, ραδιοφωνικός, τηλεπικοινωνιακός.|| ~ός: λαϊκισμός. ~ή: δημοκρατία (= τηλεδημοκρατία). ~ό: δικαστήριο (= τηλεδικείο). Η επίδραση της ~ής βίας στα παιδιά. 2. (ειδικότ., για πρόσ.) που έχει φωτογένεια και άνεση στην κάμερα: Γράφει πολύ καλά στο γυαλί, είναι ~. ΑΝΤ. αντι~. ● επίρρ.: τηλεοπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1: Η εκδήλωση καλύφθηκε/μεταδόθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτικά σκουπίδια βλ. σκουπίδια, τηλεοπτική περσόνα βλ. τηλεπερσόνα, τηλεοπτικό παράθυρο βλ. παράθυρο, τηλεοπτικό συνεργείο βλ. συνεργείο [< αγγλ. television/TV, γαλλ. télévisuel, 1930] | |
| 50649 | τηλεορασάκιας | τη-λε-ο-ρα-σά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): άτομο που βλέπει πολλές ώρες τηλεόραση: μανιακός/φανατικός ~. Πβ. τηλεορασόπληκτος. Βλ. -άκιας. | |
| 50650 | τηλεόραση | τη-λε-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. σύστημα μετάδοσης εικόνας και ήχου μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: διαδικτυακή/συνδρομητική/υβριδική ~. Κεραία ~ης. Από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη ~.|| Κάμερες κλειστού κυκλώματος ~ης (πβ. βιντεοκάμερα, τηλεκάμερα). 2. (κατ' επέκτ.) το σύνολο των δραστηριοτήτων, των υπηρεσιών και το ανθρώπινο δυναμικό που εξασφαλίζουν τη λειτουργία του αντίστοιχου συστήματος· ειδικότ. τηλεοπτικός σταθμός: δημόσια/δημοτική/ιδιωτική/κρατική ~. Βιντεοσκοπημένη/ζωντανή εκπομπή της ~ης. Οι ειδήσεις/τα κανάλια/το πρόγραμμα/σειρά της ~ης. Πλατό/στούντιο ~ης. Οι αστέρες (πβ. τηλεαστέρας)/οι δημοσιογράφοι/οι εκφωνητές/παραγωγός/οι παρουσιαστές/τα πρόσωπα/οι τεχνικοί/οι υπεύθυνοι της ~ης. Φιλμ για την ~. Σχολή κινηματογράφου και ~ης. Η ~ μετέδωσε πλάνα από ... Κάνει ~ (: είναι τηλεοπτικός παραγωγός, σκηνοθέτης, έχει εκπομπή ή εμφανίζεται σε σίριαλ). Την επίσκεψη του προέδρου κάλυψαν όλοι οι τοπικοί ραδιοσταθμοί και οι ~άσεις. Βλ. ΕΡΤ. 3. οι διάφορες εκπομπές του τηλεοπτικού προγράμματος: εκπαιδευτική ή σχολική/παιδική/ποιοτική ~. Εθισμένος στην ~ (πβ. τηλεορασόπληκτος). Τι έχει/παίζει η ~; Βλέπω ~. Βγήκε στην ~. Πβ. χαζοκούτι. ΣΥΝ. η μικρή οθόνη, τιβί & τι-βι 4. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λειτουργεί ως δέκτης και αναμεταδότης του τηλεοπτικού σήματος: δορυφορική/επίπεδη/συμβατική/φορητή ~. Ακουστικά/βάση/έπιπλο/κάρτα/οθόνη/τηλεχειριστήριο ~ης. ~άσεις υψηλής ευκρίνειας/υγρών κρυστάλλων. Η ακτινοβολία που εκπέμπει η ~. Ανοίγω/δυναμώνω (ΑΝΤ. χαμηλώνω)/ρυθμίζω/σβήνω την ~. Συνδέω τον υπολογιστή με την ~. ● Υποκ.: τηλεορασούλα & τηλεορασίτσα (η): στις σημ. 3,4. ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιακή τηλεόραση: ΤΗΛΕΠ. καλωδιακό σύστημα μετάδοσης τηλεοπτικών σημάτων στους συνδρομητές. [< αμερικ. cable television, 1951, cable TV, 1966] , τηλεόραση πλάσμα & τηλεόραση πλάσματος: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί οθόνη υψηλής ανάλυσης: ~ ~ τριάντα δύο ιντσών., ψηφιακή τηλεόραση & ψηφιακή: ΤΗΛΕΠ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα τηλεοπτικής αναμετάδοσης (καλωδιακής, δορυφορικής, επίγειας), στο οποίο η μετάδοση και λήψη των προγραμμάτων γίνεται με τη μορφή ψηφιακών σημάτων που αποκωδικοποιούνται από μία συσκευή μέσα στο κουτί της τηλεόρασης ή προσαρμοσμένη σε αυτό· συνεκδ. η τηλεοπτική συσκευή., διαδραστική τηλεόραση βλ. διαδραστικός, ελεύθερη ραδιοφωνία/τηλεόραση βλ. ραδιοφωνία, τηλεοπτικό παράθυρο βλ. παράθυρο [< 1-3: γαλλ. télévision, περ. 1925-1930, αγγλ. television, 1927-1931, 4: γαλλ. ~, μετά το 1945, αγγλ. ~, 1955] | |
| 50651 | τηλεορασόπληκτος | , η, ο τη-λε-ο-ρα-σό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (λόγ.-ειρων.): που είναι παθιασμένος με την τηλεόραση: ~ο: κοινό. ~α: παιδιά.|| (ως ουσ.) Αποβλακωμένοι ~οι. Πβ. τηλεορασάκιας. Βλ. -πληκτος. | |
| 50652 | τηλεοφθαλμολογία | τη-λε-ο-φθαλ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετάδοση στατικών οφθαλμολογικών ψηφιακών εικόνων, συνήθ. από ένα ιατρικό κέντρο σε άλλο, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, για την παροχή διαγνώσεων, καθώς και πιθανή χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής στον ασθενή. Βλ. τηλε-ακτινολογία, -διάγνωση, -ϊατρική. [< αγγλ. teleophthalmology] | |
| 50653 | τηλεπάθεια | τη-λε-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): (στην παραψυχολογία) άμεση μεταβίβαση σκέψεων, εικόνων και εντυπώσεων από ένα άτομο σε άλλο χωρίς μεσολάβηση των φυσικών αισθήσεων: τo φαινόμενο της ~ας.|| (προφ.) Πριν τηλεφωνήσεις σε σκεφτόμουν, μάλλον έχουμε ~! Πβ. έκτη αίσθηση. Βλ. -πάθεια, συγχρονικότητα, τηλαισθησία, τηλεκίνηση. [< γερμ. Telepathie, γαλλ. télépathie, αγγλ. telepathy] | |
| 50654 | τηλεπαθητικός | , ή, ό τη-λε-πα-θη-τι-κός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με την τηλεπάθεια: ~ή: επαφή/επικοινωνία. ~ό: φαινόμενο. ~ές: δυνάμεις/ικανότητες. ~ά: κύματα/όνειρα.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Οι ~οί επικοινωνούν νοητικά. Βλ. μεταφυσικός, -παθητικός. ● επίρρ.: τηλεπαθητικά [< γερμ. telepathisch, γαλλ. télépathique, αγγλ. telepathic] | |
| 50655 | τηλεπαθολογία | τη-λε-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων για την μετάδοση παθολογοανατομικών εικόνων ενός ασθενή σε απομακρυσμένο ιατρικό κέντρο, κυρ. για διαγνωστικούς σκοπούς: δυναμική/κινητική/στατική ~. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -οφθαλμολογία. [< αγγλ. telepathology] | |
| 50656 | τηλεπαιχνίδι | τη-λε-παι-χνί-δι ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΟΡ. παιχνίδι τύχης, γνώσεων ή ικανοτήτων με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες που παίζουν σε τηλεοπτικό στούντιο ή σε εξωτερικό χώρο, συνήθ. με παρουσία κοινού, διεκδικώντας χρηματικό ή άλλο έπαθλο: καθημερινό/ψυχαγωγικό ~. Ριάλιτι ~. ~ ερωτήσεων. Νικητής/παρουσιαστής ~ιού. Κέρδισε/πήρε μέρος σε ~. Βλ. τάλεντ σόου. [< αμερικ. game show, 1958] | |
| 50657 | τηλεπαράθυρο | τη-λε-πα-ρά-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τηλεοπτικό παράθυρο. | |
| 50658 | τηλεπαρακολούθηση | τη-λε-πα-ρα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. ιατρική παρακολούθηση από απόσταση, με χρήση τηλεματικών εφαρμογών: καρδιολογική ~. Κατ' οίκον ~. ~ ασθενούς/επείγοντος περιστατικού. Μέσα/πρόγραμμα/φορητή μονάδα ~ης. Βλ. τηλε-διάγνωση, -ϊατρική, -φροντίδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος χώρου ή συστήματος μέσω ηλεκτρονικού δικτύου: κάμερες ~ης (= τηλεκάμερες).|| ~ εγκαταστάσεων. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπίβλεψη, τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< αγγλ. telemonitoring] | |
| 50659 | τηλεπαρουσία | τη-λε-πα-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. εικονική παρουσία σε διαδραστικό περιβάλλον, με χρήση ειδικών τεχνολογικών εφαρμογών: ~ σε διασκέψεις/πραγματικό χρόνο. Βλ. τηλεδιάσκεψη.|| (ΙΑΤΡ.) Ρομποτική χειρουργική με ~. 2. (κατ' επέκτ.) η αίσθηση της άμεσης εμπειρίας σε δυνητικά, τρισδιάστατα περιβάλλοντα. Βλ. εικονική πραγματικότητα, οπτικοποίηση, προσομοίωση. 3. τηλεοπτική εμφάνιση. [< 1,2: αμερικ. telepresence, 1980] | |
| 50660 | τηλεπαρουσίαση | τη-λε-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΟΡ. παρουσίαση τηλεοπτικής εκπομπής: ~ ειδήσεων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. προβολή με χρήση πολυμέσων και μέσω ηλεκτρονικού ή τηλεπικοινωνιακού δικτύου: ολογραφική/ονλάιν ~. Αίθουσα με εξοπλισμό/διαδραστικό σύστημα ~ης (πβ. τηλεπαρουσία). Βλ. τηλε-διάσκεψη, -συνεργασία. [< 1: αμερικ. telecast(ing), 1937] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ